|
|
|
Αυτοί
που δημιούργησαν το “Μακεδονισμό”.
Του Θωμά Στεφ.
Σάρα Το
“Μακεδονικό”, ανεξάρτητα από τους
ισχυρισμούς των νεοφανών Μακεδονομάχων,
κάθε άλλο παρά υπήρξε “έκπληξη” για τα
μέλη των Αθηναϊκών κυβερνήσεων.
Απεναντίας μάλιστα οφείλουμε να
παραδεχθούμε ότι για την δημιουργία του
είχαν συμφωνήσει με την ηγεσία του ΝΑΤΟ,
και οι τρεις ισχυροί πολιτικοί της
εποχής εκείνης. Αυτή είναι μια
πραγματικότητα η οποία γίνεται εύκολα
αντιληπτή από το έγγραφο του τότε
γενικού Γραμματέα της συμμαχίας Λούνς
το 1975, προς τα μέλη της Συμμαχίας, στο
οποίο αναφέρεται
ότι συμφώνησαν απόλυτα οι Έλληνες
πολιτικοί ηγέτες για την δημιουργία “ανεξάρτητου
Μακεδονικού κράτους”. Μέσα στα πλαίσια
αυτής της συμφωνίας, είναι
βέβαιο ότι δόθηκαν εντολές προς τους
διπλωμάτες της χώρας στο εξωτερικό και
κυρίως στα κέντρα των οργανωμένων
σλαβόφωνων κοινοτήτων με καταγωγή την
Μακεδονία, όχι μόνον να παραβλέπουν την
πρωτοφανή προπαγανδιστική τους
προσπάθεια μα ακόμα περισσότερο και να
την αποκρύπτουν από την ελληνική κοινή
γνώμη. Είναι δε βέβαιο ότι μέσα στα
πλαίσια αυτής της πολιτικής διατέθηκε
από το ΝΑΤΟ και την Ουάσιγκτον ένα
τεράστιο ποσό προκειμένου να βοηθηθεί η
τότε πολιτική ηγεσία να “περάσει” την
απόφαση τόσο μεταξύ των στελεχών του
κόμματος τους, όσο και των οπαδών και
ψηφοφόρων. Θα μπορούσε δε πραγματικά να
χαρακτηρισθεί σαν ένα
περίεργο και επικίνδυνο παιγνίδι
εμπαιγμού της κοινής γνώμης του
ελληνικού λαού και των Ελλήνων
ψηφοφόρων. Σαν παράδειγμα θα ήθελα να
αναφερθώ στις σημειώσεις του προσωπικού
μου ημερολογίου της δεκαετίας του 1970.
Γενικός πρόξενος της Ελλάδας στο
Τορόντο υπηρετούσε ο Αντώνης Έξαρχος, με
καταγωγή από την Ήπειρο. Ένας καλός
πατριώτης και, εάν κρίνουμε από την
διπλωματική του καριέρα, ικανότατος
διπλωμάτης. Όταν λοιπόν κάποια μέρα
βρέθηκα στο γραφείο του εκφράζοντας τις
διαφωνίες μου για την ασκούμενη
πολιτική του, ο αρχηγός της ελληνικής
διπλωματικής αποστολής στο Τορόντο μου
δήλωσε ότι πράγματι συμφωνεί απόλυτα με
τις σκέψεις μου και συμμερίζεται τους
φόβους μου, πλην όμως δεν μπορεί να κάνει
τίποτα πάνω σε αυτό, επειδή είναι
υποχρεωμένος να ακολουθήσει τις εντολές
που έχει λάβει από την Αθήνα. “Προσωπικά,
θέλω να σου διαβεβαιώσω ότι
αντιλαμβάνομαι και συμφωνώ απόλυτα με
τους φόβους σου, τους σχετικούς με το
προπαγανδιστικό κίνημα των σλαβόφωνων
του Μακεδονικού μας κάμπου, πλην όμως
αδυνατώ να κάνω οτιδήποτε το οποίο θα με
φέρει σε σύγκρουση με τις οδηγίες που
έχω από τους προϊστάμενους μου στην
Αθήνα. Για εσένα”, συμπλήρωσε, “τα
πράγματα είναι
τελείως διαφορετικά. Εσύ είσαι ιδιώτης
και μπορείς να κάνεις ότι θέλεις. Ποιος
μπορεί να σου ελέγξει. Το πολύ που
μπορούμε να κάνουμε είναι να σου
δημιουργούμε δυσκολίες στις κοινωνικές
σου σχέσεις ασκώντας πίεση ή και
επηρεάζοντας τα άτομα του περιβάλλοντος
σου, αλλά όμως κάτι τέτοιο αποτελεί το
ελάχιστο τίμημα για το ότι
αντιστρατεύεσαι την επίσημη πολιτική
του Υπουργείου εξωτερικών της Ελλάδας.
Το ξέρω κάτι παρόμοιο είναι αδιανόητο,
πλην όμως αυτό που κάνεις, θέλω να σου
διαβεβαιώσω ότι, προβληματίζει και
δημιουργεί πονοκεφάλους στην Αθήνα.” “Ακόμα”,
συνέχισε ο συνομιλητής μου, “ θα μου
επιτρέψεις να σε συγχαρώ τόσο για το
σθένος, όσο και το ασυμβίβαστο του αγώνα
σου. Είσαι, ίσως, ο μόνος που θα
μπορούσε να κάνει κάτι παρόμοιο. Σε
προσωπική βάση και μεταξύ μας θέλω να
σου δώσω συγχαρητήρια. Αντιλαμβάνεσαι
ότι δημόσια είμαι υποχρεωμένος να
εμφανίζομαι ότι διαφωνώ με τις ιδέες και
τις ενέργειες σου και ακόμα ότι, εάν μου
ζητηθεί, θα κάνω οτιδήποτε δυνατόν να σε
μειώσω ή και να σε κυνηγήσω, θα το κάνω με
λύπη μου, πλην όμως είμαι υποχρεωμένος
να ακολουθήσω τις εντολές των
προϊσταμένων μου από την Αθήνα.” Ήταν
μια πραγματικά περίεργη συνομιλία,
αποκαλυπτική, ωστόσο, των πραγματικών
αισθημάτων και των προβληματισμών του
ανθρώπου, του Έλληνα και του διπλωμάτη. Ο
Αντώνης Έξαρχος, θα πρέπει να τονισθεί
ότι είχε μια υπέροχη σταδιοδρομία και
ανέβηκε στην κορυφή της επαγγελματικής
του καριέρας ως μόνιμος αντιπρόσωπος
της Ελλάδας στο Ηνωμένα Έθνη. Ένας άλλος
αγνός πατριώτης και διπλωμάτης υπήρξε ο
Εμμανουήλ Σταματίου. Μακεδόνας τη
καταγωγή, ο Μανώλης Σταματίου βρέθηκε
στο Τορόντο οι δεν εντυπώσεις που
δημιούργησε από τις προπαγανδιστικές
ενέργειες των σλαβόφωνων
υπήρξαν πρωτοφανείς. Έζησε από κοντά
όλη εκείνη την
αντάρα των ημερών και θέλησε να
αντιδράσει. Με την βοήθεια και
ενθάρρυνση του Μανώλη Σταματίου, οφείλω
να τονίσω ότι προχώρησα, την εποχή
εκείνη, στην ίδρυση της εταιρίας της
Παμμακεδονικής Ένωσης του Οντάριο και
αργότερα στην αγορά των δύο ακινήτων τα
οποία σήμερα στεγάζουν την οργάνωση του
Τορόντο, στην καρδιά της Ελληνικής
παροικίας. Δυστυχώς
η Αθήνα δεν φάνηκε διατεθειμένη
να δεχθεί την θαρραλέα στάση και τις
εκθέσεις του διπλωμάτη της, έτσι λοιπόν
ο Μανώλης Σταματίου αποσπάσθηκε από το
Τορόντο για να αντικατασταθεί από
εκείνους που κατά την διάρκεια των
χρόνων με την ανοχή και σιωπή τους
κατάφεραν να αναδείξουν το κίνημα των
σλαβόφωνων σε μια πραγματικά δυναμική
κίνηση. Ένα κίνημα το οποίο, στην ουσία,
κατόρθωσε να περιθωριοποιήσει
την αντίδραση των ελληνόφωνων Μακεδόνων και να
επιβληθεί με τις αιτιάσεις και
επιδιώξεις του. Εάν θελήσουμε, όμως, να
μελετήσουμε αυτές τις εξελίξεις τότε
δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα
διαπιστώσουμε ότι πέραν των εκπροσώπων
της Αθηναϊκής πολιτείας, ευθύνη
μοιραζόμαστε και όλοι εμείς οι
υπόλοιποι οι οποίοι όλα αυτά τα χρόνια
παραμείναμε σιωπηλοί μάρτυρες ενός
απαράδεκτου δράματος σε βάρος της
μητρικής γης. Την δεκαετία του 1970, για
του λόγου το ασφαλές, η Παμμακεδονική
Ένωση του Οντάριο παρουσιάσθηκε σαν
ένας νέος δυναμικός ομογενειακός
οργανισμός, ο πρώτος που διοργάνωσε
σχολεία διδασκαλίας της ελληνικής
γλώσσας και ανέπτυξε τεράστια κοινωνική
δράση. Το
αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί ένα
αρνητικό κλίμα από πλευράς των άλλων
ομογενειακών οργανώσεων της παροικίας,
της κοινότητας και της εκκλησίας.Οι
περισσότεροι των οποίων δεν ήθελαν να
πιστέψουν ότι πραγματικά υπήρχε
πρόβλημα. Την περίοδο εκείνη οι τάξεις
των μελών των συλλόγων της οργάνωσης
ήταν πραγματικά πλήρεις. Αγνοί
πατριώτες πρόσφεραν εθελοντικά τις
γνώσεις και τη δουλειά τους προκειμένου
να προβάλουν το έργο της Παμμακεδονικής.
Με την πάροδο των χρόνων, ωστόσο, και την
παρεμβολή άλλων οργανώσεων άρχισαν να
δημιουργούνται συναισθήματα πικρίας
και αγανάκτησης μεταξύ των στελεχών, εξ
αιτίας κυρίως της άρνησης των υπολοίπων
να τους δεχθούν ως ίσους μεταξύ τους.
Δυνατόν ο ισχυρισμός αυτός να ακούγεται
παράξενος, μπορεί. Η πραγματικότητα
είναι ωστόσο ότι οι πρώτες εμφανίσεις
των μελών των Ενωμένων Μακεδόνων του
Τορόντο και των Παιδιών του Αιγαίου,
υπήρξαν πραγματικά αποκαρδιωτικές για
τους ίδιους. Με την παρέλευση των ετών,
ωστόσο, με την αρνητική μας στάση και την
απαράδεκτη και προσβλητική μας πολιτική
έναντι πολλών σλαβόφωνων
συμπατριωτών μας, κατορθώσαμε να
αποδυναμώσουμε τις δικές μας τάξεις
προς όφελος εκείνων που αγωνίζονταν να
αποδείξουν ότι οι Μακεδόνες δεν είναι
Έλληνες και ότι αποτελούν μέρος της
μεγάλης οικογένειας των Σλάβων των
Βαλκανίων. Στο σημείο αυτό ας μου
επιτραπεί να αναφερθώ σε ορισμένα
περιστατικά παρελθόντων ετών.
Οι
Ομάδες των Βούλγαρο-Μακεδόνων Το
Τορόντο, ως γνωστόν, δεν αποτελεί την
έδρα μόνο των φιλικά προσκείμενων προς
τα Σκόπια οργανώσεων των Ενωμένων
Μακεδόνων και των Παιδιών του Αιγαίου,
εδώ εδρεύουν επίσης και οι οργανώσεις
των Βούλγαρο-Μακεδόνων της περιοχής του
Πιρίν. Για χρόνια ολόκληρα δε ο
ανταγωνισμός και η αντιπαράθεση μεταξύ
αυτών των δύο ομάδων
ήταν γνωστή σε όλους εκείνους οι
οποίοι είχαν γνώσεις γύρω από τα
κινήματα και τις επιδιώξεις των
σλαβόφωνων συμπατριωτών μας. Σε πολλές
περιπτώσεις μάλιστα αυτός ο
ανταγωνισμός για το σφετερισμό του
σλαβόφωνου στοιχείου, οδήγησε σε
πραγματικές συγκρούσεις και τη
δημιουργία παθών και μίσους μεταξύ των
δύο παρατάξεων. Οι
ομάδες των Ενωμένων Μακεδόνων σε καμία
περίπτωση δεν ανεχόταν την ιδέα του
εκβουλγαρισμού της καταγωγής τους. Οι
κυβερνήσεις της Σόφιας, ωστόσο, όλα αυτά
τα χρόνια εργάσθηκαν με υπομονή και
επιμονή και κατόρθωσαν να οικοδομήσουν
ένα πρωτοφανές έργο πάνω στην δήθεν
καταγωγή των “Μακεδόνων”, με το οποίο
τους παρουσιάζει ότι είναι Βουλγαρικής
καταγωγής. Σε ένα μάλιστα επίτομο έργο
τους, το “Μακεδονία: Μύθος και
πραγματικότητα”, με την βοήθεια
επισήμων αρχείων των διοικήσεων της
Ελλάδας, κατόρθωσαν να παραποιήσουν
ολόκληρη την ιστορία του πληθυσμού της
περιοχής και να το παρουσιάσουν ως
Βουλγάρικο στοιχείο. Το ερωτηματικό,
ωστόσο, που δημιουργείται είναι πως
αλήθεια κατόρθωσαν να βρουν αυτό το
υλικό και να το πάρουν μέσα από τα
επίσημα αρχεία των ελληνικών διοικήσεων,
προκειμένου να στηρίξουν τις δικές τους
αιτιάσεις. Είναι ένας λογικός
προβληματισμός του οποίου η απάντηση θα
μπορούσε να αναζητηθεί σε παρόμοια
γεγονότα. Για τη τάξη και μόνο στο σημείο
αυτό θα ήθελα να αναφερθώ πάνω σε ένα
περιστατικό το οποίο έγινε την ημέρα που
οι ομογενείς διαδήλωναν ενάντια στον
δήμαρχο του βορινού Τορόντο επειδή ο
τελευταίος τους ονόμασε
“Μακεδόνες”. Κατά την διάρκεια της
διαμαρτυρίας η πλατεία του δημαρχείου
της περιοχής είχε κατακλυσθεί από
οργισμένους ομογενείς, ενώ στην
απέναντι του χώρου περιοχή είχαν
συγκεντρωθεί μερικές δεκάδες
αντιφρονούντων, κυρίως εκπρόσωποι των
Παιδιών του Αιγαίου. Μεταξύ αυτών
βρισκόταν και ο συμπατριώτης μας
Τραγιανός Δημητρίου, ένας πραγματικά
θαυμάσιος άνθρωπος, επιστήμων και άτομο
κοινής λογικής, το οποίο διακρίνει
μετριοπάθεια και πνεύμα
αλληλοκατανόησης. Ο Δημητρίου με την
σύζυγό του κατάγονται από την περιοχή
της Φλώρινας, βρέθηκαν στην “εξορία”
του παιδομαζώματος και μεγάλωσαν και
σπούδασαν στις χώρες υποδοχής των
προσφύγων του εμφύλιου. Αδυνατώντας να
περάσει τα σύνορα για να επισκεφθεί τους
δικούς του, σε ένδειξη διαμαρτυρίας
βρέθηκε ενεργό στέλεχος του κινήματος
των Παιδιών του Αιγαίου και των Ενωμένων
Μακεδόνων. Είναι ενδεικτικό αυτής τους
της νοοτροπίας το γεγονός ότι ένας των
ανεψιών του είναι πανεπιστημιακός
δάσκαλος στην Αυστραλία και συγγραφέας
βιβλίων γύρω από την ταυτότητα των
Μακεδόνων. Όταν λοιπόν σε κάποια
εμφάνισή του στο Τορόντο,την περίοδο
εκείνη, τον ρώτησα πια είναι η θεωρία του
για την καταγωγή των Μακεδόνων, η
απάντηση ήταν άμεση. Οι Μακεδόνες της
αρχαιότητας βρισκόταν πολύ κοντά στις
ελληνικές φιλές και δεν έχουν να κάνουν
τίποτα με εμάς. Εμείς είμαστε σλαβόφωνοι
με καταγωγή σλαβική, ενώ ένα μέρος έχει
εκσλαβιστεί κατά την περίοδο της
οθωμανικής κυριαρχίας επί των Βαλκανίων.
Όταν στο τέλος εκείνης της διαδήλωσης
λοιπόν προχώρησα για να φύγω από την
πλατεία με πλησίασε ο Τραγανός και μου
έδωσε έναν φάκελο με ορισμένα έγγραφα,
μου ζήτησε να τα μελετήσω και μου δήλωσε
ότι θα μου τηλεφωνούσε να του πω τις
εντυπώσεις μου από αυτά. Τον ευχαρίστησα
και πήρα το φάκελο. Όταν τελικά έφτασα
στο γραφείο μου άνοιξα το φάκελο για να
μελετήσω τα έγγραφα, πιστεύοντας ότι
ήταν υλικό προπαγανδιστικό των θέσεων
του κινήματος. Τελικά όμως έμεινα με το
στόμα ανοικτό. Τα έγγραφα ήταν
φωτοτυπίες επισήμων εγγράφων του
Υπουργείου Εσωτερικών της Ελλάδας,
χαρακτηρισμένα ως “ απόρρητα” τα οποία
αναφερόταν πάνω στο σλαβόφωνο πληθυσμό
των νομών της κεντρικής και δυτικής
Μακεδονίας. Υπήρχαν λεπτομέρειες
ονομαστικές με τα φρονήματα και τα
πιστεύω πολιτών της περιοχής και
σημειώσεις για τις πολιτικές τους
τοποθετήσεις. Έμεινα με το στόμα ανοικτό,
ουδέποτε θα μπορούσα να φανταστώ ότι ένα
παρόμοιο έγγραφο θα μπορούσε να βρεθεί
στα χέρια οργανώσεων οι οποίες είχαν σα
στόχο την καταστροφή της Ελληνικής
πολιτείας. Μερικές μέρες αργότερα
δέχθηκα το τηλεφώνημα του Δημητρίου. Μου
ρώτησε για τη γνώμη μου. Του απάντησα ότι
πραγματικά είχα εντυπωσιασθεί. “Μαζί με
τις θερμές μου ευχαριστίες για την
εμπιστοσύνη σας”, του δήλωσα, “θα σε
παρακαλέσω να μου πεις πως αυτά τα τόσο
σοβαρά έγγραφα βρέθηκαν στα χέρια σας.”
Ο συνομιλητής μου αφού άκουσε την
ερώτησή μου γέλασε και μου είπε: “Θωμά
για χίλια δολάρια οι Έλληνες είναι
πρόθυμοι να πουλήσουν και την Μάνα τους
ακόμα, και εσύ ρωτάς πως βρέθηκε στα
χέρια μας ένας απόρρητος φάκελος. Θα μου
επιτρέψεις να σου πω ότι το λιγότερο
είσαι αφελής, απλώς τον αγοράσαμε από
την Αθήνα. Μας τον πούλησε κάποιος καλός
Έλληνας “πατριώτης”.” Στο σημείο αυτό
κρίνετε προφανώς και το μυστικό της
επιτυχίας των σλαβόφωνων οργανώσεων των
συμπατριωτών μας να
πείσουν τις Ευρωπαϊκές δομές για τα
δίκαια των αιτημάτων
τους, για το σωστό των αιτιάσεών τους
για την αναγνώριση της ταυτότητας τους.
Με την πίστη και ελπίδα ότι οι
δημοκρατικές αρχές του πολιτεύματος των
Ελλήνων θα υποχρέωναν τον ή τους
υπευθύνους υπουργούς να παραιτηθούν,
έστειλα το φάκελο στον γραφείο του
πρωθυπουργού της Ελλάδας με την
παράκληση να με ενημερώσουν πως
βρέθηκαν τα κείμενα αυτά στα χέρια
ατόμων ορκισμένων να κάνουν κακό στην
χώρα. Τέλος
για τη τάξη των πραγμάτων αναφέρω ότι
μέχρις στιγμής δεν άκουσα τίποτα ούτε
και έλαβα καμία απάντηση, μολονότι έχουν
περάσει πάνω από δέκα χρόνια. Ποιος
είναι λοιπόν υπεύθυνος για την
δημιουργία του μύθου του Μακεδονικού
αλυτρωτισμού; Ο κάθε αναγνώστης ας
βγάλει τα δικά του συμπεράσματα, καθώς
επίσης ας κατανοήσει τους λόγους της
άρνησης της κυβέρνησης των Σκοπίων να
δείξει προθέσεις υποχώρησης και
συμβιβασμού από τις μονολιθικές θέσεις
της. Τέλος
έγινε γνωστό ότι η Χιλή ανακοίνωσε ότι η
χώρα θα χρησιμοποιεί το Συνταγματικό
όνομα των Σκοπίων από τούδε και στο εξής,
το ίδιο και ο Παναμάς, αιφνιδιάζοντας
για ακόμα μια φορά την Αθήνα. Η επιστολή
στάλθηκε στην ηγεσία του Οργανισμού
Ηνωμένων Εθνών υπό την αιγίδα του οποίου
καταβάλλονται προσπάθειες εξεύρεσης
λύσης στο θέμα της ονομασίας της
δημοκρατίας. |
|