|
|
|
Οντάριο:
Εκλογές 2007.
Του Γιάννη Στεφ.
Σαραϊδάρη Σε
διάστημα μικρότερο από τρεις εβδομάδες,
καλούνται οι ψηφοφόροι του Οντάριο να
δηλώσουν, με τη ψήφο τους, την
εμπιστοσύνη τους για την διακυβέρνηση
της επαρχίας για την επόμενη τετραετία. Η
σημερινή πολιτική πραγματικότητα γύρω
από τις επιλογές των ψηφοφόρων δεν
φαίνεται να παρουσιάζει και πολλές
διαφορές ουσίας, άπαξ και τα δύο κύρια
κόμματα των Φιλελεύθερων και των
Συντηρητικών εμφανίζονται, με ελάχιστες
διαφορές, να μοιράζονται την ίδια
πολιτική φιλοσοφία κεντρώου
προσανατολισμού. Παρ’
όλα αυτά στην αναζήτηση διαφορών μεταξύ
τους, οι ψηφοφόροι θα πρέπει να ρίξουν
μια ματιά και να μελετήσουν τα
προγράμματα και τις θέσεις της ηγεσίας
των δύο κομμάτων σε
συνάρτηση με την καταπολέμηση της
φτώχειας, τις ανάγκες των Καναδών με
μικρό εισόδημα, εκείνες των
συνταξιούχων, των παιδιών προσχολικής
και σχολικής ηλικίας, και των συστημάτων
παιδείας, υγείας και κοινωνικής
πρόνοιας. Η
μέχρι σήμερα προεκλογική εκστρατεία των
κομμάτων της επαρχίας τα οποία
διεκδικούν την εμπιστοσύνη των
ψηφοφόρων περιορίστηκε, έχει
περιοριστεί κυρίως σε επιθέσεις
εναντίον του πρωθυπουργού της επαρχίας
και των μελών της Φιλελεύθερης
παράταξης του, με κατηγορίες ότι έχει
αθετήσει πολλές προεκλογικές του
υποσχέσεις μεταξύ των οποίων και την
επιβολή νέας φορολογίας, ενώ είχε
διαβεβαιώσει τους ψηφοφόρους περί του
αντιθέτου. Μια
άλλη κατηγορία είναι το ότι μολονότι οι
Φιλελεύθεροι υποσχέθηκαν να μειώσουν
τον αριθμό μαθητών στις τάξεις
διδασκαλίας, δεν φαίνεται να έκανα και
πολλά προς αυτή την κατεύθυνση. Ο δε
αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης
και διεκδικητής της εξουσίας John
Tory, τους
κατηγορεί ότι κάνουν διακρίσεις στο
σύστημα με την μη αποδοχή σε αυτό και την
χρηματοδότηση των “ιδιωτικών
θρησκευτικών σχολείων”, των διαφόρων
εθνικών κοινοτήτων της επαρχίας. Τέλος
κατηγορούν την Φιλελεύθερη κυβέρνηση McGuinty,
για το ότι δεν διέθεσε τα αναγκαία ποσά
προκειμένου να υποστηρίξει το σύστημα
υγείας και κυρίως το ιατροφαρμακευτικό,
με αποτέλεσμα οι πολίτες να
αντιμετωπίζουν καθημερινά σοβαρά
προβλήματα γύρω από τα δικαιώματά τους
στην υγεία. Από την δική του πλευρά ο
ηγέτης των σοσιαλιστών του NDP
Howard Hampton,
κατηγορεί την κυβέρνηση για την μη άμεση
αποδοχή καθιέρωσης των κατώτερων
περιθωρίων αμοιβής στα δέκα δολάρια την
ώρα, ώστε να βοηθηθούν κυρίως οι νέο-μετανάστες
να αντεπεξέλθουν στις καθημερινές
ανάγκες των οικογενειών τους. Τέλος η
προστασία του φυσικού περιβάλλοντος,
για το οποίο κάθε μία παράταξη επιμένει
ότι θα λάβει μέτρα προστασίας του. Θα
πρέπει δε να ομολογήσουμε ότι κάθε μία
από τις ενδιαφερόμενες πολιτικές
οντότητες, μέχρις ενός σημείου έχουν
δίκαιο. Προκειμένου να μπορέσει όμως ο
πολίτης να σχηματίσει μια δίκαια γνώμη
γύρω από την πραγματικότητα είναι
απαραίτητο να γίνει μια σχετική
αναδρομή στο παρελθόν. Πρώτον,
για δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια την
επαρχία διοικούσαν οι Συντηρητικοί, των
οποίων σήμερα ηγείται ο John
Tory. Αποτελεί
δε “κοινό μυστικό” όλων των ψηφοφόρων
ότι, την περίοδο αυτή, η επαρχία
αισθάνθηκε μια πρωτοφανή αλλαγή στο
κοινωνικοπολιτικό κλίμα της. Με
αποτέλεσμα, εξ αιτίας αυτών των
περικοπών, ένας μεγάλος αριθμός
κοινωνικών προγραμμάτων, να εξαφανισθεί
δημιουργώντας συνθήκες απελπισίας για
τις ασθενέστερες οικονομικά τάξεις και
κυρίως εκείνους που ζούσαν με το βοήθημα
του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας.
Αντιδρώντας σε αυτήν την πραγματικότητα
η σημερινή κυβέρνηση των Φιλελευθέρων
προσπάθησε με τη λήψη σταδιακών μέτρων
να ανατρέψει το κοινωνικό κλίμα και να
βοηθήσει, μέσα στα πλαίσια των
οικονομικών της δυνατοτήτων, τους
περισσότερο καταπιεσμένους οικονομικά
πολίτες. Γνωρίζουμε
όλοι ότι κατά την διάρκεια των
προηγούμενων εκλογών η τότε κυβέρνηση
των Συντηρητικών είχε διαλαλήσει ότι τα
ταμεία του κράτους είχαν πλεόνασμα
αρκετών δισεκατομμυρίων δολαρίων, για
να αποδειχθεί όμως μετά τις εκλογές ότι
αντίθετα αυτά παρουσίαζαν ένα αξιόλογο
παθητικό. Το γεγονός αυτό ουσιαστικά
υποχρέωση την διάδοχο των Συντηρητικών
Φιλελεύθερη κυβέρνηση να μην έχει την
δυνατότητα να εφαρμόσει ότι είχε
υποσχεθεί, και ως εκ τούτου να βρεθεί
κάτω από το στόχαστρο των επιθέσεων της
αντιπολίτευσης ότι δεν τήρησε τις
προεκλογικές της υποσχέσεις. Στο σημείο
αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι για
πρώτη φορά κάτω από την διακυβέρνηση των
Φιλελεύθερων σημειώθηκε αύξηση στη
κατώτατη αμοιβή και τα ημερομίσθια των
εργαζομένων της επαρχίας, ρυθμίστηκαν
οι διαφωνίες μεταξύ της επαγγελματικής
ένωσης των δασκάλων και της κυβέρνησης,
δόθηκαν αρκετά δισεκατομμύρια δολάρια
για την ενίσχυση του συστήματος υγείας,
προσλήφθηκαν γιατροί και νοσοκόμες και
άρχισε το παραμελημένο σύστημα να
παρουσιάζει ορισμένες αλλαγές προς το
καλύτερο. Παρ’
όλα αυτά το βέβαιο είναι ότι ο νέος
αρχηγός των Συντηρητικών αρχίζει να
παρουσιάζεται ένθερμος οπαδός της ιδέας
ιδιωτικοποίησης του συστήματος υγείας
με την αποδοχή και λειτουργία ιδιωτικών
κλινικών, όπως ακριβώς συμβαίνει στις
γειτονικές Ηνωμένες Πολιτείες. Μολονότι
δε ο John Tory προσπαθεί
να μας πείσει ότι το μέτρο θα βοηθήσει
στην ταχεία προσφορά ιατρικής βοήθειας
στους ασθενείς, δεν υπάρχει καμία
αμφιβολία ότι θα αποτελέσει το πρώτο
βήμα για την καταστροφή του γνωστού σε
ολόκληρο το κόσμο, ως μοναδικού
υγειονομικού μας συστήματος. Ένα
άλλο στοιχείο που απασχόλησε τους
ψηφοφόρους είναι εκείνο της πραγματικής
εικόνας του εκπαιδευτικού συστήματος
της επαρχίας στο οποίο, εξ αιτίας των
περικοπών των κυβερνητικών κονδυλίων,
ήταν υποχρεωμένα να παρακολουθούν σε
μια τάξη διδασκαλίας περισσότερα από 40
παιδιά. Και το πρόβλημα αυτό φαίνεται να
το αντιμετώπισε με επιτυχία η κυβέρνηση McGuinty,
καθώς ο αριθμός των μαθητών μέσα στις
αίθουσες διδασκαλίας περιορίστηκε
σημαντικά. Δυστυχώς
για άλλη μια φορά ο ηγέτης των
Συντηρητικών John
Tory, έρχεται να δημιουργήσει νέα προβλήματα
πάνω στο σύστημα της δημόσιας
εκπαίδευσης, υποσχόμενος να περικόψει
μισό δις από το σύστημα προκειμένου να
χρηματοδοτήσει τα ιδιωτικά
θρησκευτικά σχολεία, τα οποία στην
πραγματικότητα εξυπηρετούν έναν
ελάχιστο αριθμό μαθητών, παράλληλα όμως
είναι βέβαιο ότι δημιουργούν συνθήκες
κοινωνικής απομόνωσης ή και
περιθωριοποίησης των νεαρών Καναδών οι
οποίοι εγγράφονται σε αυτά τα
προγράμματα, τα οποία σε μεγάλο βαθμό
αποδεικνύονται, από την εμπειρία άλλων
χωρών, ως αντικοινωνικά και επικίνδυνα
για ορισμένα από αυτά. Στον
τομέα του φυσικού περιβάλλοντος, είναι
βέβαιο ότι τη μεγαλύτερη ζημία επήλθε
στο φυσικό περιβάλλον από την κυβέρνηση
των Συντηρητικών στην δεκαετία που
βρέθηκαν στην εξουσία. Όπως ήταν επόμενο
η νέα κυβέρνηση των Φιλελευθέρων, παρά
τα μέτρα που έλαβε δεν ήταν δυνατόν να
ανατρέψει αυτή τη πραγματικότητα μέσα
σε τέσσερα μόνον χρόνια διακυβέρνησης,
επέτυχε πάντως να κάνει προόδους για τις
οποίες θα πρέπει να της δοθεί πίστωση. Σήμερα
ο αρχηγός της αξιωματικής
αντιπολίτευσης προσπαθεί, για άλλη μια
φορά να πείσει τους ψηφοφόρους να
εμπιστευτούν την εξουσία στον ίδιο και
τους συνεργάτες του, κάτι που είναι
φυσικό στην πολιτική. Εκείνο, ωστόσο, που
προβληματίζει είναι το γεγονός ότι ο
νέος ηγέτης της παράταξης διεκδικεί την
εξουσία στηριζόμενος στα ίδια στελέχη
και συνεργάτες των προκατόχων του, οι
οποίοι ουσιαστικά κατέστρεψαν με τα
πολιτικά τους προγράμματα το κοινωνικό
στημόνι της επαρχίας, ενώ παράλληλα
ευαγγελίζεται την εφαρμογή κοινωνικών
προγραμμάτων τα οποία θα βοηθήσουν τις
καταπιεσμένες οικονομικά τάξεις, χωρίς
όμως και να παρουσιάσει ένα
ολοκληρωμένο πολιτικό πρόγραμμα για το
μέλλον του τόπου. Από την δική του πλευρά
ο ηγέτης του NDP, μολονότι εργάζεται αδιάκοπα για την
επιβολή και εφαρμογή ορισμένων
προγραμμάτων προς όφελος των
καταπιεσμένων οικονομικά ψηφοφόρων της
επαρχίας, δυστυχώς ελάχιστα παρουσίασε
από το κάποιο πρόγραμμά του, έτσι ώστε να
μπορέσουν οι προβληματισμένοι
ψηφοφόροι να αποφασίσουν. Κάτω
από αυτές τις συνθήκες δεν θα πρέπει να
υπάρχει αμφιβολία ότι η μοναδική
εναλλακτική λύση παραμένει ο Dalton
McGuinty
και οι Φιλελεύθεροι του.
|
|