![]()
|
||
|
|
||
|
|
||
«ΠΟΙΟΣ
ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΗ ΠΑΙΔΕΙΑ
ΣΗΜΕΡΑ»
Μια
προσέγγιση του Μέλους του ΔΣ της ΟΕΚ και
της Επιτροπής
Παιδείας κ.Γιώργου
Βλαχόπουλου
Με
την πιο κάτω προσέγγισή μας στο σχολικό
ζήτημα, με την ιδιαιτερότητα που αυτό
εμφανίζει στην Βαυαρία, θέλουμε να
δώσουμε την απάντηση στο ερώτημα του
τίτλου και να την θεμελιώσουμε με όσο το
δυνατόν αντικειμενική
επιχειρηματολογία, έξω απο κομματική
μικροπολιτική και δημαγωγικές
πρακτικές. Ι.
ΑΔΙΑΜΦΙΣΒΗΤΗΤΟ «ΝΑΙ»
στην ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ
ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΑ
Η
ελληνόγλωσση παιδεία που παρέχεται στα
ελληνικά σχολεία της Βαυαρίας αποτελεί
επίτευγμα των μεταναστών πρώτης γενιάς
και δεν υπάρχει καμμιά αμφισβήτηση ότι
πρέπει να διατηρηθεί και μάλιστα να
επεκταθεί και σε άλλα κρατίδια. Ακόμα
και άν καθε κρατίδιο στην Γερμανια είναι
συνταγματικά αυτόνομο να καθορίσει την
δική εκπαιδευτικη πολιτική, αυτό δεν
σημαίνει ότι η ελληνική Πολιτεία δεν θα
μπορούσε στα πλαίσια των συμφωνιών του Maastricht
και με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας
να ασκήσει πίεση για αναγνώριση και
εφαρμογή του «βαυαρικού Μοντέλου» και
στα άλλα κρατίδια. Αν
λοιπόν θέλουμε να απαντήσουμε ειλικρινά
στο ερώτημα «Ποιός χρειάζεται την
ελληνόφωνη Παιδεία σήμερα» μία και
σύνθετη μπορεί να ειναι η απάντηση:
Η Ελλάδα, τα ελληνόπουλα, η Ευρώπη, ο
Κόσμος όλος. Μη βιαστείτε να ονομάσετε
«εθνικιστική» την απάντηση,γιατί
Και
είναι απορίας άξιο όταν υπάρχουν σήμερα
ομάδες αφελών που να προωθούν λύσεις «ενσωμάτωσης»
και «ένταξης» στα «αμιγή» γερμανικά
σχολεία με ουσιαστική προοπτική την ....απόλυτη
ισοπέδωση και κονιορτοποίηση των
παιδιών μας, θυσία σε ένα ανώφελο «διεθνισμό
της εργατικής τάξης. ΙΙ.
ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΤΙΚΗ Η
ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΣΧΟΛΕΙΩΝ ΜΑΣ ΣΤΗ ΒΑΥΑΡΙΑ
ΣΗΜΕΡΑ
Είναι
κοινό το αίτημα όλων των φορέων της
ελληνικης παροικίας για «αναβάθμιση»
των ελληνικών σχολείων μας στη Βαυαρία.
Είναι γεγονός, ότι όταν ξεκινησε η
λειτουργία τους άλλα ήταν τα οράματα του
ομογενειακού ελληνισμού και άλλες οι
εμπειρίες απο την ελληνόφωνη εκπαίδευση.
Σήμερα τα οράματα άλλαξαν, οι
εκπαιδευτικές εμπειρίες απο την
εφαρμογή του συστήματος μας πλούτισαν
με νέες γνώσεις. ΄Οσο και αν
ισχυριζόμαστε ότι τα σχολεία μας
προσφέρουν ελληνική παιδεία, αυτό δεν
αλλάζει το γεγονός, ότι η παιδεία αυτή
είναι μέτρια – πολύ πιο κάτω και απο
αυτή της Ελλάδας- αφού τα αναλυτικά
προγράμματα δεν ειναι προσαρμοσμένα
στην χώρα υποδοχής και η έλλειψη
συμβατότητας τους με το γερμανικό
σύστημα αποκλείει την δυνατότητα στους
μαθητές να στραφούν στην γερμανική
παιδεία και απο εκεί στην ανώτερη και
ανώτατη εκπαίδευση. Τα απολυτήρια των
σχολείων μας
δεν είναι «αναγνωρισμενα» απο την
γερμανικη πλευρά, αλλά «επιτρεπτά», που
σημαίνει αδιαφορία της γερμανικής
πλευράς για τις ελληνικες ανάγκες.
Αβίαστα
λοιπόν συνάγεται το συμπέρασμα, πως τα
σημερινά μας ελληνικά σχολεία των
οποίων την διατήρηση και συνέχεια
χαρακτηρίσαμε προηγούμενα εθνική μας
υποχρέωση, χρειάζονται μια ουσιαστική
αναβάθμιση και de
profundis
αναδόμηση. ΙΙΙ.
ΣΕ ΤΙ ΣΥΝΙΣΤΑΤΑΙ
Η ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΚΑΙ ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΦΟΡΕΙΣ
ΤΗΣ
Δεν
υπάρχει αμφιβολία ότι στόχος όποιας
αναβάθμισης δεν μπορεί παρα να είναι η
παροχή δυνατότητας ίσων ευκαιριών στα
ελληνόπουλα, προκειμένου να βρούν τον
δρόμο τους μέσα στην γνώση και την
προσωπική ολοκλήρωση, στην χώρα
προέλευσης (των γονιών τους) την Ελλάδα ή
στην χώρα υποδοχής (των οικογενειών τους)
, την Γερμανία. Ας
το τονίσουμε απο την αρχή: Οι τρείς
κίονες που στηρίζουν την όποια
αναβάθμιση των σχολείων μας δεν είναι
άλλοι απο την
(α) Επεξεργασία Αναλυτικών
Προγραμμάτων , (β) την συνεχή
Μετεκπαίδευση των Εκπαιδευτικών και την
(γ) Ποιότητα των Μαθητών (α)
Τα αναλυτικά προγράμματα που
εφαρμόζονται είναι πεπαλαιωμένα και
στερούνται κάθε αναφοράς στο περιβάλλον
το οποίο βιώνουν καθημερινά οι έλληνες
μαθητές. Η επεξεργασία νέων αναλυτικών
προγραμμάτων προϋποθέτει την
συνεργασία ελλήνων και γερμανών
εκπαιδευτικών με σκοπό την κατάστρωση
προγράμματος και ωρών διδασκαλίας απο
τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού μέχρι
και το Λύκειο, με ιδιαίτερη έμφαση στην
γερμανόγλωσση διδασκαλία των θετικών
μαθημάτων (μαθηματικά, φυσική) και την
εμβάθυνση στην γερμανική και ελληνική
γλώσσα. Πολύ περισσότερο όμως
απαιτείται ο συνεχής έλεγχος του φορέα,
ότι πραγματικά το αναλυτικό πρόγραμμα
εφαρμόζεται στη πράξη. Τα προγράμματα
αυτά μάλιστα μπορούν να αποτελέσουν και
ενα μοντέλο πανω στο οποίο είναι δυνατόν
να γίνει επεξεργασία αναλυτικών
προγραμμάτων και για τα σχολεία στην
Ελλάδα. Στο ποσοστό που τα αναλυτικά
αυτά προγράμματα ανταποκρίνονται στις
προδιαγραφές των γερμανικών αναλυτικών
προγραμμάτων είναι υποχρεωμένες οι
γερμανικές αρχές να αναγνωρίσουν και τα
πτυχία των σχολείων που τα εφαρμόζουν.
Ετσι γίνεται ένα μεγάλο βήμα για την
αναγνώριση των πτυχίων των σχολείων μας. (β)
Μόνο συνεχώς μετεκπαιδευμένοι
εκπαιδευτικοί θα είναι σε θέση να
ανταποκρίνονται στις ανάγκες εφαρμογής
των νέων αναλυτικών προγραμμάτων. Αυτό
απαιτείται όχι μόνο για τούς
εκπαιδευτικούς που αποσπώνται απο την
Ελλάδα αλλά και για όσους έλληνες
εκπαιδευτικούς προέρχονται απο την
Γερμανία. Ιδιαίτερα οι καθηγητές είναι
υποχρεωμένοι, όχι μόνο να «ψευτομάθουν»
λίγα γερμανικά αλλά να διευρύνουν τον
εκπαιδευτικό τους ορίζοντα
υποχρεούμενοι σε συνεχή επιμόρφωση. Απο
όσο μας είναι γνωστό, η Ακαδημία του Dillingen
έχει επεξεργαστεί παρόμοια μοντέλα
επιμόρφωσης εκπαιδευτικών, που θα
άξιζαν τον κόπο να ληφθούν υπόψη. Από
την άλλη πλευρά, όπως είναι δίκαιο το
αίτημα των ομογενών, να προσλαμβάνονται
και υπηρετούν στα σχολεία μας –εκτός
επετηρίδας- εκπαιδευτικοί απο την
ομογένεια, ακόμα και σε ποσοστό 30%,
εξίσουν είναι ορθό οι νέοι αυτοί
εκπαιδευτικοί, οι οποίοι έχουν απόλυτη
γλωσσομάθεια αλλά στερούνται
διδακτικής πείρας, να επιμορφώνονται
επί διετία προκειμένου να είναι σε θέση
να ανταποκριθούν στις ιδιαιτερότητες
της εκπαίδευσης ελληνοπαίδων στα
ελληνικά σχολεία της Βαυαρίας. Και
σε κάθε περίπτωση φρονούμε ότι είναι
απαραίτητη η επαναφορά του συστήματος
αξιολόγησης του διδακτικού έργου απο
εκπαιδευτικούς επιθεωρητές (γερμανούς
και έλληνες, τι ρόλο έχουν άλλωστε οι
συντονιστές εκπαίδευσης), που τα
τελευταία χρόνια έπεσε θύμα του
συνδικαλιστικού «βολέματος». (γ)
Η ποιότητα των μαθητών είναι κάτι
που αποκτιέται με κόπο και επιμέλεια.
Αυτό θάπρεπε να το γνωρίζουν τόσο οι
μαθητές, όσο και οι γονείς τους. Τα καλά
κόποις κτώνται και όπως και να το
κάνουμε, η παιδεία στο εξωτερικό απαιτεί
διπλές θυσίες. Στο σημείο αυτό θίγουμε
το ευαίσθητο ζήτημα της ποιοτικής
διαφοροποίησης των σχολικών τάξεων, που
φαίνεται να διχάζει γονείς και μαθητές,
πρέπει όμως κάποτε να λεχθεί: Χωρίς
διαφοροποίηση ισοπεδώνουμε την
προσωπικότητα των μαθητών κατα τρόπο
που να στερούμε απο τον επιμελή και άξιο
μαθητή το κίνητρο να προσπαθήσει
περισσότερο και αμείβουμε δυσανάλογα
τον μετριο αλλά νωθρό μαθητή. Σύμφωνα
με την αριστοτελεια λογική, ισότητα δεν
είναι η άνιση μεταχείριση των ανίσων. Η
φύση λειτουργεί με βάση την «επιλεκτικότητα»
της πρόσφορης λύσης. Αυτό συμβαίνει στο
φυτικό αλλά και στο ζωϊκό βασίλειο, είτε
πρόκειται για τα καχεκτικά φυτά , που
πέφτουν θύμα των δέντρων με καλύτερη
πρόσβαση στον ήλιο και τις οργανικές
ουσίες, είτε πρόκειται για τον αδύναμο
σκύμνο, το μικρό λιοντάρι που
εγκαταλείπεται απο την μητέρα του και
απο την αγέλη υπέρ των σθεναρωτέρων. Τη
σκληρότητα της φύσης δεν μπορούμε να την
υιοθετήσουμε βέβαια όταν πρόκειται για
διανθρώπινες σχέσεις, αλλά ούτε και να
την αγνοήσουμε εντελώς. ΄Ετσι είμαστε
υποχρεωμένοι να στηρίξουμε τον αδύνατο
συνάνθρωπό μας , στο μέτρο του δυνατού,
να του δώσουμε εφόδια και προ πάντων τον
χρόνο που χρειάζεται για να αντέξει στον
ανταγωνισμό. Το ίδιο οφείλουμε και στο
ελληνόπουλο που φοιτά στα ελληνικά
σχολεία. Του οφείλουμε γνωστικά εφόδια
και χρόνο. Σύμφωνα
με τα πιο πάνω θεωρούμε απαραίτητο τον
χωρισμό των μαθητών, ανάλογα με τις
επιδόσεις τους μετά την 6η τάξη.
Αυτός ο διαχωρισμός δεν είναι
ελιτίστικος αλλά ρεαλιστικός, αφού ούτε
οι «καλοί» μαθητές θα υποχρεώνονται να «σέρνουν»
κοντά τους τούς μέτριους, ούτε οι «λιγότερο
καλοί», που χρονικά ίσως δεν είναι ακόμα
ώριμοι για μεγαλύτερες επιδόσεις θα
υποχρεωθούν να ακολουθούν «ασθμαίνοντας»
τους προηγούμενους. Αυτά βέβαια όλα με
την προϋπόθεση ότι ΄χει γίνει
επεξεργασία αναλυτικών προγραμμάτων
που έχει λάβει υπόψη τις ιδιαιτερότητες
του εκάστοτε «μαθητικού υλικού». Είναι
άδικος ο φόβος των γονέων, ότι έτσι τα
παιδιά τους διαχωρίζονται σε μαθητές
πρώτης και δεύτερης κλάσσης. Και απο την
άλλη πλευρά είναι άδικο για τους μαθητες
που θέλουν και μπορούν να προχωρήσουν,
να τούς στερούμε αυτή την ευκαιρία,
επειδή δεν δέχονται να ισοπεδωθούν. Το
ότι αυτοί οι φόβοι είναι άνευ
περιεχομένου φαίνεται και απο το
παράδειγμα της εισαγωγής του λεγόμενου M-Zug
μετά την 9η τάξη. Επιλέγοντας οι
μαθητες των ελληνικών σχολείων τον M-Zug,
δηλαδή την 10η τάξη σαν συνέχιση
της βασικής εκπαίδευσης έχουμε δύο
σημαντικά πλεονεκτήματα, που πρέπει να
τα προσέξουμε: Απο την μιία πλευρά,
πρόκειται για τάξη που ενσωματώνεται
στην βασική εκπαίδευση, και επομένως
χρηματοδοτείται απο το βαυαρικό κράτος,
άρα η ελληνική Πολιτεία δεν
επιβαρύνεται παρα μόνο στο μετρο της
συμμετοχής της (20%), κερδίζοντας έτσι ένα
χρόνο από το Λύκειο. Το αποτέλεσμα της
επιτυχούς ολοκλήρωσης της 10ης
τάξης είναι η αναγνωριση του πτυχίου σαν
Mittlere
Reife.
Ο δρόμος φυσικά για το Λύκειο (Β Τάξη) ,
και επομένως για την συνέχιση των
σπουδών ώστε να είναι δυνατή η πρόσβαση
στα ελληνικά πανεπιστήμια και ανώτατα
εκπαιδευτικά ιδρύματα, παραμένει
ανοικτός (ενδεχόμενα με ενισχυτική
διδασκαλία στα μαθηματικά) , τόσο για
τους μαθητες που επέλεξαν τον ανηφορικό
δρόμο της M-Zug,
όσο και για τους μαθητες που αρκέστηκαν
για τους δικούς τους λόγους να
συνεχίσουν το Λύκειο μετα το Γυμνάσιο. ΙV.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η
διατήρηση αναβαθμισμένων ελληνικών
σχολείων στην Βαυαρία είναι πρωταρχική
υποχρεωση της Πολιτείας και καθήκον
όλων μας. Σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να
γίνει το λάθος, να νομίζουμε ότι είναι
αυτονόητη και απο την γερμανική πλευρά.
Την εποχή που η βαυαρική Κυβέρνηση
μειώνει τις δαπάνες της για την Παιδεία
κλείνοντας πανεπιστημιακές σχολές, δεν
είναι δύσκολο να αρνηθεί την αναγνώριση
και επομένως την συνέχεια της
επιχορήγησης των ελληνικών ιδιωτικών
σχολείων , αν αυτά δεν πληρούν τους όρους
μιας ισότιμης παιδείας. Και έχουν λάθος
όσοι πιστεύουν, ότι η Βαυαρική Κυβέρνηση
έχει κάποια νομική δέσμευση να μας
συντηρεί. Στην πολιτικη τετοιες
δεσμεύσεις δεν υπάρχουν ούτε
εξασφαλίζονται με νομικές αψιμαχίες.
Πιστεύουμε
πως η ελληνική Πολιτεία δεν έχει άλλη
επιλογή, απο το να ακολουθησει τον
προτεινόμενο δρόμο ουσιαστικής
αναβάθμισης των ελληνικών σχολείων στην
Βαυαρία και όσον αφορά τα σχολεία του Augsburg
και Schweinfurth
(μητρικής γλώσσας) να προχωρήσει σε
ίδρυση και εκεί ελληνικών σχολείων, όπως
στο Μόναχο, εφόσον υπάρχει ο απαραίτητος
αριθμός των μαθητών. Πιστεύουμε
ότι η ελληνικη Πολιτεία δεν έχει ούτε
την πολυτέλεια ούτε το δικαίωμα να
εγκαταλείψει τα ελληνικά σχολεία της
Βαυαρίας , είτε στις ημιάθλιες συνθήκες
του σήμερα, είτε γενικά. Πιστεύουμε
πως το μελλον του απόδημου ελληνισμού
είναι άμεσα συνυφασμένο με το μέλλον της
ελληνόφωνης παιδείας που οφείλει η
Πολιτεία να προσφέρει. Η ελληνική
Πολιτεία οφείλει στους μετανάστες και
τα ελληνόπουλα της ομογένειας. Απο τον 8ο
αιώνα π.Χ. οι Μητροπόλεις στέλνοντας τα
παιδιά τους να αποικίσουν τον τότε
γνωστό και άγνωστο κόσμο, τους έδιναν
κάθε υποστήριξη, για να μη λησμονήσουν
την πατρίδα και τον ελληνικό τρόπο ζωής.
Το να αφήσει τώρα η ελληνική Πολιτεία τα
παιδιά εγκαταλελειμένα αποτελεί εθνικό
έγκλημα και εσχάτη προδοσία. Και
πιστεύουμε, τέλος, ότι η ελληνική
Πολιτεία έχει την υποχρέωση στον
διάλογο για την Παιδεία να ζητήσει την
άποψη των εκπροσώπων των γονέων
μεταναστών, όπως αυτοί εκφράζονται απο
τα συλλογικά τους όργανα και ιδιαίτερα
την Ομοσπονδία Ελληνικών Κοινοτήτων
Γερμανίας. Γιατί
άν δεν υπάρξει συνεργασία όλων των
φορεών στο ευαίσθητο αυτό σημείο, όπου
για μοναδική
φορά όλοι οι τοπικοί κομματικοί
μηχανισμοί έχουν εκφράσει την συναίνεσή
τους, θα είναι πρώτη η ελληνική Πολιτεία
που θα φέρει το στίγμα ότι «λιποτάκτησε»
και «λιποψύχησε», και θα φέρνει όλη την
ευθύνη μιας εθνικής αποτυχίας.Ιδού η
Ρόδος....
|
|
|