The strong voice of a great community

Σεπτέμβρης 2005

Πίσω στο ευρετήριο

Ατενίζοντας πέραν από τη διεθνή έκθεση

 

 

 

 

«λόγω μεν Δημοκρατία, έργω δε υπό του πρώτου τόπου αρχή»

 

                                         παράφραση της γνωστής Θουκιδίδειας ρήσης

 

 

 

                                                                  Του Χρήστου Κηπουρού {*}

 

     Το ζήτημα δεν είναι το κράτος να κουβαλιέται στη Βόρεια Ελλάδα πηγαίνοντας τριήμερες εκδρομές στη Θεσσαλονίκη και τη διεθνή της έκθεση, με επικεφαλής τον εκάστοτε πρωθυπουργό που συνοδεύουν κάθε κατηγορίας αξιωματούχοι, εξ Αθηνών. Μια επαναλαμβανόμενη φανφάρα που ως προς την αποτελεσματικότητά της ούτε καν ως οδύνη όρους μπορεί να εκληφθεί -το οποίο ως γνωστό όταν κοιλοπονέσει, τίκτει μυν- να γίνεται το μείζον ζήτημα επί εβδομάδες και να έχουν προηγηθεί απανωτές συζητήσεις με τη συμμετοχή των κυβερνώντων και βορειοελλαδιτών αλλά και άλλων παραγόντων εκ των παραγωγικών τάξεων της χώρας, όπου κάποιοι λένε τα δικά τους και άλλοι δεν ξέρουν τι λένε ή τι ακριβώς θέλουν, αφού δεν τα έχουν βαλμένα σε μια σειρά, καθιστάμενοι για αυτό εύκολοι αντίπαλοι στο χειρισμό. 

 

 

     Και κάποιοι εκ των συνομιλητών, όπως είναι οι Δήμαρχοι, που ενώ έχουν να πουν, ξεχνούν στα σεντούκια των Δήμων, τη σημαία της περιφερειακής Ελλάδας, όταν δεν την αφήνουν χωρίς σημαιοφόρο. Χωρίς καν παραστάτες. Όπως οι συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες, οι οποίες πέραν των συνομιλιών όπου πήραν μέρος, και πέραν των κουτσαβάκικων που τους τα έμαθαν οι κομματικοί προϊστάμενοι, θα συνταξιδεύσουν στη Θεσσαλονίκη, για να διαδηλώσουν και εκεί, εκ του σύνεγγυς. Μεταξύ άλλων, να έχουν οι προσφιλείς τους τηλεοράσεις σε απευθείας μετάδοση -για άλλη μια φορά- τις όποιες παραστάσεις τους, όπως και εκείνες των άλλων μερών. 

 

 

     Αν αναμένεται κάτι ή πιο σωστά αν υπάρχει κάποιο συμπέρασμα από όλα αυτά, έχει να κάνει με την εκ του μακρόθεν επιβεβαίωση της από ετών ήδη διαπιστωμένης πτώχευσης, της λεγόμενης τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας, αν όχι και της ίδιας της Δημοκρατίας της εκπροσώπησης, και από την άλλη, με τη μονοπώληση που ασκεί για τον εαυτό του το κλαδικό ζήτημα, διαμέσου της πληθώρας των διαπιστευμένων φορέων, -πολιτικών, συνδικαλιστικών, απαξάπαντων- σε βάρος του περιφερειακού.

 

 

     Δεν λέω, σαφώς και υπάρχει κλαδικό ζήτημα και μάλιστα οξύ, όπως μέγιστο είναι το παραγωγικό πρόβλημα της χώρας με τα γνωστά επακόλουθα, από τα κάθε μορφής ελλείμματα στα ισοζύγια ως την ανεργία. Όμως αυτά δεν είναι άλλο από συμπτώματα της νεοελληνικής αθηναϊκής αναπτυξιακής και πολιτικής παθογένειας. Το ζητούμενο  είναι η αιτία η οποία τα προκαλεί. Η μήτρα που τα γεννά και τα μεγαλώνει. Επί του προκειμένου, η Ελληνική χωροταξία και το ανεπίλυτο αν όχι ανίατο περιφερειακό. Αυτός ο γόρδιος έπρεπε να κοπεί πρώτα. Οι πρώην είναι ασυγχώρητοι για πολλά.

 

 

     Αμφότερα τα κόμματα, αλλά και άλλοι, ναι μεν κόπτονται ότι διοργανώθηκαν οι ωραιότεροι Ολυμπιακοί αγώνες στην ιστορία, όμως αποφεύγουν να αναφερθούν στα δις Euro που πάρθηκαν από τις περιφέρειες αν όχι από τα παγκάρια τους. Και αν προχωρήσει κανείς πιο πολύ, τότε αν δεν εθνικοφρονήσουν, θα το στρίψουν δια της εκλογίκευσης, με αποκούμπι την ισχύ της αρχαιοελληνικής ρήσης «εκ δυο κακών, το μη χείρον βέλτιστο» και θεωρώντας το καθένα τον εαυτό του ως μικρότερο κακό, από το άλλο. Οπότε, τι θα κάνει ο κόσμος; Θα προτιμήσει ένα από τα δυο, εξ ανάγκης. Τη μια από τις δίδυμες αδελφές πολιτικές. Ξεχνούν ότι ακόμη και αν οι αρχαίες ρήσεις ήταν αρχικά σωστές, δεν είναι αιώνιες. Άλλωστε δεν είναι ούτε λίγοι ούτε άγνωστοι αυτοί οι οποίοι επαναλαμβάνουν κάθε τόσο, τη φράση: «να είμαστε σοβαροί» όπως και το «να είμαστε ειλικρινείς». Προς τι λοιπόν τις λένε, αν πέραν της ασυναίσθητης επανάληψής τους, δεν υποδηλώνουν μια περί του αντιθέτου ομολογία; Και επιπλέον τι είναι αν δεν είναι σοβαροί που πρέπει να είναι, όπως διατείνονται; Και τι είναι, αν δεν είναι ειλικρινείς; 

 

 

     Το πρόβλημα όμως είναι άλλο. Πως η Μακεδονία, όπως όλες οι περιφέρειες, θα σταματήσουν να αναπαράγονται ως πραιτόρια. Και πρώτα από όλα, τα διοικητήρια με το έμψυχο υλικό, τα κυβερνητικά μάτια, τους εκάστοτε περιφερειάρχες. Και πως η αιρετή περιφέρεια δεν θα μείνει στις δημηγορίες ή/και στις προτάσεις των φορέων της πολύμορφα ασθενούς αυτοδιοίκησης, αλλά το πώς θα γίνει εργαλείο Δημοκρατίας και επόμενα ανάπτυξης και παλιγγενεσίας, μεταξύ των άλλων, και για το κλαδικό. 

 

 

     Να σημειωθεί με την ευκαιρία, ότι οι παραμεθόριες περιοχές δεν πρόκειται να αναπτυχθούν με βάση Γουατεμαλέζικα ή Μεξικάνικα μοντέλα γνωστών οίκων πολιτικής και αναπτυξιακής μόδας Το λέω αυτό γιατί οι ζώνες των ελεύθερων συναλλαγών που ακούστηκαν αυτές τις ημέρες, έχουν και εδώ, ημέρες και έργα. Είχαν υπάρξει και επί των πρώην ως φαεινή ιδέα. Και όπως φαίνεται θα επιστρέψουν. Έτσι μυρίζει. Μια τέτοια, με την επωνυμία Δ.Ε.Β.Ζ.Ο.Σ. -διασυνοριακή ελεύθερη βιομηχανική ζώνη οικονομικών συναλλαγών- είχε εξαγγελθεί να γίνει στο Ορμένιο του Έβρου.

 

 

     Απέναντι στο εκβιαστικό όσο θρασύ εκείνο δίλημμα: «ερήμωση ή ζώνες», με εργάτριες και εργάτες από γειτονικές Βαλκανικές χώρες που θα μπαίνουν στη χώρα το πρωί και θα βγαίνουν βράδι, αυτό που αντιτάξαμε -πλην θρονιασμένων- ήταν: «ούτε ερειπιώνας ούτε όμως και κάτεργα». Δεν χάθηκε η ανάπτυξη. Ούτε είναι η πρώτη φορά που θα τη γνωρίσει ο τόπος αφού ακόμη και επί τουρκοκρατίας είχε αναπτυχθεί.

 

 

     Αν δε το αληθές είναι εθνικό, όπως λέει ο επτανήσιος ποιητής, τότε οφείλει κανείς επιπλέον να προσθέσει ότι το τελευταίο μεγάλο Βορειοελλαδικό έργο, πριν από την Εγνατία, είναι η μονή σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης Αλεξανδρούπολης Ορμένιου, που έγινε επί των ανταγωνιστών του Χαριλάου Τρικούπη Οθωμανών, και η οποία παραμένει έκτοτε και έως σήμερα, όπως και κατά τον νέο αιώνα, στην ίδια απολύτως χάραξη. Μικρή σημασία έχει το πόσες φορές το χρόνο βρίσκεται υπό το ύδωρ ή υπό τα χιόνια μετά των διερχομένων μάλιστα τραίνων. Αυτή λοιπόν είναι η Αθηνοκρατία. Και όπως θα έλεγε και ένας γνωστός θιασώτης της τελευταίας, αυτή είναι η Ελλάδα.

 

 

     Εγώ πάλι λέω ότι αυτή δεν είναι η δική μας Ελλάδα. Αυτή είναι η δική τους. Δεν μιλώ για το χώμα του γνωστού τραγουδιού, που άλλωστε δεν υπάρχει πια στην πρωτεύουσα, εξ ου και η έξωση, το ξεσπίτωμα, των προπομπών της άνοιξης, των χελιδονιών που δεν εύρισκαν πρώτη ύλη για τις φωλιές. Μιλώ για την Ελλάδα των τριών τσιμεντένιων κοινοτικών πλαισίων, όπως ακριβώς θα γίνει με το τέταρτο, τα οποία μασούν πέντε τετράγωνα επί ολόκληρο ιστορικό κύκλο. Πότε αριθμητική, πότε γεωμετρία, πολιτική ποτέ.

 

 

     Ίσως για αυτό να λέγεται «τσιμέντο να γίνει», όπως και το «ποτέ στην πολιτική, μη λες ποτέ». Εκτός και αν οι υπερασπιστές του, εννοούν κάτι άλλο, π.χ., «ποτέ στην πολιτική, μη λες όχι». Κάτι που εδώ -σε αντίθεση προς την υπόλοιπη Ευρώπη- έχει διαμορφώσει έναν τύπο αν όχι πρότυπο πολιτικού ανθρώπου. Τον homo naiseola. Όπου δει κανείς, δεξιά, κεντροδεξιά, αριστερά και κεντροαριστερά, από αυτό το είδος συναντά. Ποια Δημοκρατία λοιπόν και ποια ανεκτικότητα. Αυτό δεν είναι εκλογή για τέσσερα χρόνια, είναι ισόχρονη στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων του Βουλευτή. Δεν μιλώ βέβαια για καριερίστες και πολύ περισσότερο για τους εξ αυτών που έχουν μια χουλιγκάνικη οπτική για τον κοινοβουλευτικό βίο. Μιλώ για τον αληθινό Βουλευτή.

 

 

     Και ενώ οι πολίτες, ο λαός είναι ο τελικός κριτής, η επίκλησή του που γίνεται από τους εκάστοτε κυβερνώντες, αφορά μόνο το δικό τους εαυτό. Ότι εκλέχτηκαν για τέσσερα χρόνια. Λες και οι Βουλευτές εκλέχτηκαν για τα μισά. Αν και αυτό που νομίζω ότι οφείλει να ισχύει τελικά, τόσο για τους μεν όσο και για τους δε, είναι ότι τα τέσσερα χρόνια είναι πολλά. Τα περί κυρίαρχου λαού φαντάζουν μόνο ως μια μεγάλη υποκρισία. Και οι πρώτοι που το γνωρίζουν καλά είναι όσοι το επικαλούνται. Για αυτό ίσως λένε ότι πρέπει να είναι ειλικρινείς. Γιατί δεν είναι.

 

 

     Μια επιθυμητή όσο και ρεαλιστική σχέση εμπιστοσύνης, μεταξύ κυβέρνησης και λαού, πέραν των χαμηλών τόνων και της υψηλής ποιότητας Δημοκρατίας, αντί των υψηλών τόνων και της χαμηλής ποιότητας Δημοκρατίας, όπως η χθεσινή αλλά και η σημερινή κοινοβουλευτική Ελλάδα, είναι η αρμονική συνύπαρξη αμφότερων των μορφών Δημοκρατίας. Τόσο του αναγκαίου κακού, της έμμεσης, όσο του αναγκαίου καλού, του αναζωογονητικού καλού της άμεσης, με τουλάχιστον μια άσκησή της, στη μέση περίπου της τετραετίας.

 

 

     Αν στην πατρίδα της άμεσης Δημοκρατίας, τη θυμούνται και την επικαλούνται οι αντιπολιτευόμενοι, αυτό δεν σημαίνει ότι και οι συμπολιτευόμενοι νομιμοποιούνται να την παρακάμπτουν. Όπως το ίδιο κάνουν για να αποφύγουν άλλα μεγάλα και σοβαρά προβλήματα, με την καταφυγή στη μονοκαλλιέργεια της έμμεσης και που και σε αυτή καταλήγουν σε σύντομο χρόνο από την ανάληψη των κυβερνητικών ευθυνών και κατάληψη του κράτους, στις στερεότυπες απαντήσεις και την ξύλινη Δημοκρατία, επικαλούμενοι τη χρονική διάρκεια της ετυμηγορίας. Κάτι φυσικά που στην υπόλοιπη πολιτική Ευρώπη δεν συνηθίζεται, και που κατά τον Αριστοτέλη, δεν είναι λογικό.

 

 

   Στο βιβλίο «4η Δημοκρατία», πρότεινα το Δημοψήφισμα για το περιφερειακό να προηγηθεί της θεσμοθέτησης. Τόσο ως προς το αιρετό και το συνολικό αριθμό των περιφερειών, όπου μια σύνθεση ιστορίας και γεωγραφίας όσο και μέτρου, καταλήγει στις 12, όσο ως προς την υπαγωγή των εκπροσώπων του κράτους στις περιφέρειες, στην αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας. Αυτός να τους ορίζει. Όπως στο ίδιο πολιτειακό αυτό θεσμό να υπαχθούν οι δυο προτεινόμενες στην ίδια εργασία, ανεξάρτητες πνευματικές αρχές. Για την οικονομία και τη Δημοκρατία αλλά και τα σοβαρά νομοσχέδια. Οι γνωστές και ως τράπεζες ιδεών.

 

 

     Με την άμεση Δημοκρατική διαδικασία του συγκεκριμένου Δημοψηφίσματος, μπορούμε επίσης να κάνουμε και ένα μεγάλο νοερό βήμα πολιτικής παλιννόστησης στην κλασσική Αθήνα. Τόσο στα της εκκλησίας του Δήμου, όσο στην προγενέστερη, την προδρομική περίοδο, τη μεταρρύθμιση του Κλεισθένη. Παράλληλα να γίνει το πρώτο βήμα εξευρωπαϊσμού της μόνης χώρας, η οποία στο περιφερειακό, όπως και αλλού, είναι μη Ευρωπαϊκή.

 

 

     Θα περίμενε κανείς την πολιτική αυτή να την εξαγγείλει ένας πρωθυπουργός που επαγγέλθηκε τη νέα διακυβέρνηση. Έστω να προτείνει και να δεσμευτεί για αυτό, ο επικεφαλής της αντιπολίτευσης. Η μόνη αυτοκριτική, που θα έλεγε κάτι. Ούτε όμως ο ένας ούτε ο άλλος εμφορούνται από ανάλογες ιδέες. Είχαν άλλωστε πολλές ευκαιρίες να κάνουν κάτι αλλά δεν το έκαναν. Γιατί άλλο πράγμα είναι οι περί το περιφερειακό αλχημείες του παρελθόντος όσο και του παρόντος, και άλλο οι ανάγκες της χώρας. Αν μάλιστα ζούσε ο Αλεξανδρινός ποιητής, δεν θα τους κατέτασσε καν μεταξύ των βαρβάρων, που ως γνωστό θεωρεί στο ομώνυμο ποίημά του, ως «μια κάποια λύση». Απλά, διότι δεν την αποτελούν.

 

 

     Αν υπάρχει τέτοια, μόνο σε Ευρωπαϊκούς θεσμούς μπορεί πλέον να αναζητηθεί. Λυπάμαι, αλλά έτσι μόνο ίσως μπορέσει να γίνει κάτι. Η ιστορία έδειξε ότι η όποια Βουλή των Ελλήνων αδυνατεί. Από την άλλη, η περίπτωση του συμπατριώτη μου Σπάρτακου που θα όρθωνε ανάστημα απέναντι στο πολιτικό τηλεοπτικό σύστημα που παράγει και αναπαράγει τους ημεδαπούς πραίτορες, μετά των ομωνύμων υπάτων και ανθυπάτων -τουτέστιν το νεοελληνικό αντιδημοκρατικότατο αθηναϊσμό- δεν υπάρχει. Αντίθετα, συμβαίνει κάτι το ανήκουστο με τον τελευταίο. Όσο παρακμάζει, άλλο τόσο γίνεται πιο ισχυρός. Αήττητος. Τόσο εντός όσο κυρίως, εκτός έδρας.  Εννοείται εντός Ελλαδικής επικρατείας. Γιατί εκτός υπακούει σε άλλους νόμους και κανόνες. Δεν χρειάζονται λοιπόν ψευδαισθήσεις ούτε όμως επιφυλάξεις για την προτεινόμενη συνέχεια.

 

 

     Οι θεσμοί της Ε.Ε. μπορούν, ως οφείλουν άλλωστε, να ζητήσουν από τη χώρα μας να εφαρμόσει κάτι, έστω και αν η ίδια δεν το επιθυμεί. Το Ευρωπαϊκό περιφερειακό μοντέλο. Αυτό πλέον να πάρει τη θέση της Ελλάδας των κάθε τύπου και κατηγορίας πραιτόρων. Όχι μόνο των διορισμένων περιφερειαρχών. Το ερώτημα είναι ποιος θα το θέσει. Πάντως οι εκ των εδώ αντιπολιτευόμενων, δεν πρόκειται. Όπως οι πρώην έτσι και οι νυν εξ αυτών, ενδιαφέρονται για άλλα και άλλα. Μπορεί όμως να το επιτύχουν κάποιοι φιλέλληνες. Ούτε η πρώτη φορά θα είναι ούτε η τελευταία.

 

_________

 

{*} Πρώην Βουλευτής Έβρου {1993-2000},

 

      Θράκη Σεπτέμβριος 2005,