|
«Είμαστε
όλοι Νεοϋορκέζοι»… Του
Νίκου Α. Τούλιου
Πέρασαν κιόλας δύο εβδομάδες από
τότε που οι δίδυμοι πύργοι του Μανχάταν
έγιναν νεκροταφεία για χιλιάδες
ανύποπτους και αθώους ανθρώπους. Το κακό
έχει αλλάξει μορφή. Το χειρότερο κακό,
τουλάχιστον σε μια από τις εκδοχές του,
έχει έρθει. Το είδαμε. Το ζούμε χωρίς
καλά καλά να μπορούμε ακόμη να το
συνειδητοποιήσουμε. Και πάντως
βρισκόμαστε ήδη στη μετά εποχή.
11 Σεπτεμβρίου 2001. Η εφιαλτική
ημερομηνία, που θα μείνει για πάντα
χαραγμένη στη μνήμη εκατοντάδων
εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο.
Ειδικότερα εδώ, στην Ελλάδα, η εφιαλτική
ημερομηνία θα μας θυμίζει και ένα άλλο
γεγονός, επίσης οδυνηρό. Θα θυμίζει ότι
υπήρξαν συμπολίτες μας που επιδοκίμαζαν
την πρωτοφανή τρομοκρατική επίθεση ως «απάντηση
για όσα έχουν πράξει οι Αμερικανοί», που
χάρηκαν για το «χτύπημα στην καρδιά της
εξουσίας των ΗΠΑ», που ικανοποιήθηκαν με
το «σκληρό πλήγμα στην υπεδύναμη» (όσο
και ο υπόδικος στις φυλακές της Χάγης
για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας;).
Διαβάζω σχόλια και ακούω συζητήσεις
δεξιά κι αριστερά, βεβαίως πριν απ’ όλα
στην τηλεόραση, που καταλήγουν
ουσιαστικά με τη φράση «καλά να πάθουν
οι Αμερικανοί…». Ναι, με τον ένα ή με τον
άλλο τρόπο, αυτό λέγεται ήδη από τις
πρώτες κιόλας ώρες της τραγωδίας. Και
όταν δεν διατυπώνεται ρητά, υπονοείται
σαφώς, σαφέστατα. Αυτά το «καλά να πάθουν»
πλανάται στην ατμόσφαιρα και τη
βαραίνει ακόμη περισσότερο. Πώς όμως
μπορεί να λέει κανείς κάτι τέτοιο –
οποιαδήποτε κι αν είναι η γνώμη του για
την αμερικανική εξωτερική πολιτική –
έχοντας δει την Αποκάλυψη στο Μανχάταν,
έχοντας δει τους ανθρώπους να πέφτουν
από τον εκατοστό όροφο;
Αφήνω κατά μέρος τη μείζονα πολιτική
διάσταση αυτής της τραγωδίας που ούτε το
ανθρώπινο δράμα ευαισθητοποιεί; Καθώς
φαίνεται, για μια ακόμη φορά, τον τόνο
δίνουν ο απλοϊκός αντιαμερικανισμός και
η αντιιμπεριαστική εθνικοφροσύνη. Και,
τελικά, βρισκόμαστε μπροστά σε μια
συνειδητή ή ασυνείδητη επίδειξη μη-σκέψης.
Την Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου σε όλη
την Ευρώπη ήταν ημέρα πένθους για τα
θύματα της τρομοκρατικής επίθεσης. Στις
ευρωπαϊκές χώρες έγιναν ομιλίες σε
σχολεία, έκλεισαν καταστήματα,
οργανώθηκαν εκδηλώσεις, συγκεντρώσεις,
σιωπηλές πορείες. Στην Αθήνα έγινε
επιμνημόσυνη δέηση στη Μητρόπολη με τη
συμμετοχή της πολιτειακής και πολιτικής
ηγεσίας. Αλλά ο κόσμος; Τίποτα. Δεν
κουνήθηκε φύλλο. (Αυτά για την κατάστασή
μας).
11 Σεπτεμβρίου 2001. Οι τρομοκράτες, που
σκόρπισαν τον όλεθρο στο Μανχάταν με την
τερατώδη πράξη τους, εγκαινίασαν μια νέα
εποχή βαρβαρότητας. Ο ορατός-αόρατος
εχθρός, συνδυάζοντας το πιο ακμαίο μίσος
με την πιο σύγχρονη τεχνολογία, είπε ότι
«όλα είναι δυνατά». Και η μεγάλη
πρεμιέρα δόθηκε. Η πολιτισμένη
ανθρωπότητα (στο βαθμό που είναι
πολιτισμένη), οι υπεύθυνες πολιτικές
ηγεσίες (εφόσον είναι υπεύθυνες), οι
ανοικτές κοινωνίες (όπου υπάρχουν και
στο βαθμό που υπάρχουν), οι στοιχειωδώς
ορθολογικά σκεπτόμενοι άνθρωποι (όπου
κι αν βρίσκονται) θα μείνουν απαθείς και
αδρανείς απέναντι στη βαρβαρότητα της
τρομοκρατίας; Σήμερα, περισσότερο από
ποτέ, χρειάζεται να δημιουργηθεί ένα
μεγάλο πολιτικό δημοκρατικό κίνημα.
Πόσο ακόμη θα συνεχίσουμε να βλέπουμε
αμέριμνοι το θέαμα στην τηλεόραση;
Οι τρομοκράτες με τις δολοφονικές
τους πράξεις πάνω απ’ όλα, πάνω κι από
τις ζωές που αφαιρούν – κι αυτό δεν
είναι ασέβεια προς τα θύματα – πλήττουν
την ελευθερία (όση έχουμε κατακτήσει)
και τη δημοκρατία (όση έχουμε
κατοχυρώσει). Μετά την πρωτοφανή
τρομοκρατική επίθεση στις Ηνωμένες
Πολιτείες όλα είναι πιο ευάλωτα, όλα
έχουν αλλάξει και όλα μοιάζουν πιο
μακρινά. Ο χρόνος έχει διασταλεί. Σαν να
μην έχουν περάσει μόνο λίγες ημέρες από
τις 11 Σεπτεμβρίου.
Στις 11 Σεπτεμβρίου 2001, ώρα 9 το πρωί,
στη Νέα Υόρκη, το μεγαλύτερο
τρομοκρατικό χτύπημα που έγινε ποτέ.
Αυτή είναι η ημερομηνία και το γεγονός
που σφραγίζουν την αρχή του 21ου αιώνα.
Στις 9 Νοεμβρίου 1989, το βράδυ, στο
Βερολίνο, η πτώση του Τείχους,
συμβολίζει την κατάρρευση του
κομουνισμού και το τέλος του 20ού αιώνα.
Χρονολογίες που δεν παρακάμπτονται, που
ορίζουν το πριν και το μετά.
Ο Μίλαν Κούντερα στην «Άγνοια» (εκδόσεις
«Εστία»), στο τελευταίο μυθιστόρημά του
μιλά για τις «χρονολογίες που
σφραγίζουν»: «Οι μεγάλες χρονολογίες
σημαδεύουν τον ευρωπαϊκό 20ό αιώνα σαν
βαριές τσεκουριές. Ο πρώτος πόλεμος του
1914, ο δεύτερος κι έπειτα ο τρίτος, ο πιο
μακρόχρονος, ο λεγόμενος ψυχρός πόλεμος,
που τελειώνει το 1989 με την κατάρρευση
του κομουνισμού. Εκτός από αυτές τις
μεγάλες χρονολογίες, δευτερεύουσας
σημασίας καθορίζουν επιμέρους το
πεπρωμένο των εθνών: το έτος 1936 του
εμφύλιου στην Ισπανία, το έτος 1956 της
ρωσικής εισβολής στην Ουγγαρία, το έτος
1948, όταν οι Γιουγκοσλάβοι επαναστάτησαν
εναντίον του Στάλιν, και το έτος 1991, όταν
άρχισαν όλοι μαζί να αλληλοσκοτώνονται
(…). Μόνο στον αιώνα μας άλωσαν με τέτοια
βουλιμία τη ζωή του καθενός οι «ιστορικές
χρονολογίες» (3ο κεφ., σελ. 13-15).
11 Σεπτεμβρίου 2001. Ημερομηνία «σαν
βαθιά τσεκουριά», όπως λέει ο μεγάλος
μυθιστοριογράφος, που μας σημαδεύει
όλους. Από τις 11 Σεπτεμβρίου είμαστε
όλοι Νεοϋορκέζοι. Σ.Σ.:
«Δεν πρόκειται για επίθεση του Τρίτου
Κόσμου εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών.
Όχι, ο εθνικισμός και η θρησκεία είναι
πρόσχημα. Εξάλλου, κάτω από τα ερείπια
των πύργων του Μανχάταν έχουν ταφεί
εκατοντάδες μουσουλμάνοι. Οι
τρομοκράτες μισούν την ανθρωπότητα,
μισούν τη ζωή και λατρεύουν το θάνατο».
Από τις δηλώσεις του Αμερικανού
θεατρικού συγγραφέα Άρθουρ Μίλερ (Le Monde, 14/9/01).
|