Ελεύθερα

 

Στη φορά των γεγονότων

 

Του Θωμά Στεφ. Σάρα

 

            «Τον πρώτο χρόνο του νέου αιώνα και τον ένατο μήνα από τον ουρανό πρόκειται να εμφανισθεί ένας μεγάλος αρχηγός του τρόμου. Ο ουρανός θα καεί στις 45 μοίρες… Φωτιά πρόκειται να αγκαλιάσει τη μεγάλη νέα πόλη. Στην πόλη του Γιορκ πρόκειται να πραγματοποιηθεί μια τρομερή πτώση. Δίδυμοι αδελφοί θα γκρεμιστούν και θα αγκαλιαστούν από το χάος. Κι ενώ θα πέφτει το φρούριο, ο μεγάλος ηγέτης θα υποχρεωθεί να αρχίσει τον τρίτο μεγάλο πόλεμο, ενώ ακόμα θα καίγεται η μεγάλη πόλη…»Νοστράδαμος, «Ο νέος αιώνας»

 

            Για εκείνους που μελετούν την ιστορία και όσους ασχολούνται με την ερμηνεία προβλέψεων, που έγιναν τους περασμένους αιώνες με αναφορά στις μέρες μας, ο Νοστράδαμος, ο πράγματι χαρισματικός οραματιστής, ο οποίος με μια μοναδική πιστότητα τόπου και χρόνου περιέγραψε τα μεγάλα γεγονότα του περασμένου αιώνα, αποτελεί μια ξέχωρη φυσιογνωμία.

            Πέραν των άλλων προβλέψεών του, ο μεγάλος Γαλλοεβραίος οραματιστής περιέγραψε σχεδόν κάθε στάδιο ιστορικό του 21ου αιώνα. Οι δε αναφορές του γίνονται με τόσο λεπτομερή εξιστόρηση, ώστε, όταν τελικά εμφανίζονται τα γεγονότα, να μη μένουν περιθώρια για αιφνιδιασμούς και ξαφνιάσματα κανενός.

Παρά δε το γεγονός ότι οι πρόσφατες εμπειρίες μας είχαν προβλεφθεί και είχαν ζωγραφιστεί με τα πιο έντονα χρώματα του πόνου από το Νοστράδαμο, η ιστορία των τελευταίων ημερών, δεν πρέπει να υπάρξει καμιά αμφιβολία ότι θα αφήσει αναπάντητα πολλά ερωτηματικά και άλυτους προβληματισμούς στο σχολαστικό ερευνητή της για έναν πόλεμο, τον οποίο σε καμιά περίπτωση δεν θέλησε ή επιδίωξε η Δύση. Ακόμη δε περισσότερο, έκανε ο,τιδήποτε δυνατό να τον αποφύγει, καθώς και τις εκατόμβες των νεκρών που θα ακολουθήσουν την πορεία του. Λέγεται, μάλιστα, ότι αυτός θα είναι και ο τελευταίος μεγάλος πόλεμος του ανθρώπου στον πλανήτη. Το δε τέλος του θα σημάνει τη δημιουργία ενός νέου παγκόσμιου συνεταιρισμού των κοινωνιών και πολιτισμών, η οποία θα επιβάλει μια νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων για τις επιμέρους κοινότητες και κοινωνίες της γης.

 

Το χτύπημα

 

            Η 11η του Σεπτέμβρη, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, θα παραμείνει στην ιστορική μνήμη των λαών της γης σαν μια αποφράδα ημέρα τρόμου, οργής και πόνου, σαν μια ημέρα ενός τρομερού και άδικου εγκλήματος ενάντια στον άμαχο πληθυσμό της Αμερικής. Το χτύπημα υπήρξε βίαιο και τόσο ξαφνικό, ώστε να προκαταλάβει, να αφήσει κατάπληκτη και να αποπροσανατολίσει ολόκληρη τη Δύση.

            Η λαβωμένη Αμερική αρχικά φάνηκε να προχωρά στο δρόμο της βιαστικής και βίαιης απάντησης, ένα στοιχείο στο οποίο υπελόγισαν και οι δολοφόνοι της 11ης του Σεπτέμβρη 2001. Πιο ψύχραιμες σκέψεις, όμως, επικράτησαν τελικά, ενώ ο Λευκός Οίκος επιδόθηκε σε έναν έντονο «διπλωματικό πυρετό», αποφασισμένος να λύσει «λογαριασμούς» μια και καλή με τους τρομοκράτες δολοφόνους χιλιάδων αθώων αμάχων Αμερικανών. Το παιχνίδι αυτό κράτησε για τρεις ολόκληρες – ατέλειωτες, θα έλεγε κανείς – εβδομάδες, κατά τη διάρκεια των οποίων οι ηγέτες των θεοκρατών Ταλιμπάν – προστάτες των τρομοκρατών – άρχισαν να προκαλούν τις ΗΠΑ, «εάν νομίζει ότι μπορεί, να τους επιτεθεί. Ας τολμήσει».

            Η διοίκηση, ωστόσο, του «άπειρου» George Bush, πλαισιωμένη με έναν αριθμό άριστα ικανών και δοκιμασμένων στελεχών, δεν έδειξε καμιά διάθεση άμεσης απάντησης. Δεν φάνηκε διατεθειμένη να παίξει το παιχνίδι των αντιπάλων της. αντίθετα, μάλιστα, άρχισε να μεταφέρει τις στρατιωτικές της δυνάμεις όσο μπορούσε πιο κοντά στον αντικειμενικό στόχο της. Παράλληλα, τα κυριότερα στελέχη της βρέθηκαν σε κάθε γωνιά της γης, προσπαθώντας να δημιουργήσουν συμμαχίες και να επιτύχουν τη συγκατάθεση των κυβερνήσεων της διεθνούς κοινότητας στα σχέδιά τους.

            Ήταν η πρώτη οργανωμένη αντίδραση των δυτικών ενάντια στην επαναστατική των μουσουλμάνων, οι οποίοι για χρόνια τώρα με ελεύθερα κτυπήματα τρόμου ταλαιπωρούσαν τη διεθνή κοινότητα και κυρίως τη Δύση. Η Νοτιοατλαντική Συμμαχία, γνωστή ως ΝΑΤΟ, πρώτη εκδηλώνει τη θέλησή της να συμπαρασταθεί στη «φλεγόμενη» Αμερική. Ακολουθούν, με δηλώσεις συμπαράστασης, η Ρωσία, η Κίνα, η Ιαπωνία. Οι χώρες του αραβικού κόσμου φαίνονται διστακτικές, αναποφάσιστες. Ο φόβος των εσωτερικών λαϊκών αναταραχών και οι πιθανότητες κοινωνικών αντικαθεστωτικών κινημάτων δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αποφάσεων. Μοναδική εξαίρεση το απομονωμένο Πακιστάν και η Τουρκία και η πίστη και των δύο για διπλωματικά κέρδη προς όφελός τους στο τέλος του πολέμου.

            Στις 7 Οκτωβρίου οι ΗΠΑ ανοίγουν θαρραλέα τις πρώτες από αέρος επιθέσεις εναντίον στόχων του Αφγανιστάν. Εκρήξεις σημειώνονται σε διάφορες πόλεις της χώρας. Με μήνυμά του ο πρόεδρος Μπους αναφέρει προς τον αμερικανικό λαό ότι «μας υποστηρίζει και είναι μαζί μας η καθολική θέληση του κόσμου».

            Γίνεται γνωστό ότι γύρω στους 8.000 ένοπλοι του Αφγανιστάν τοποθετούνται στα σύνορα με το Ουζμπεκιστάν σαν ένα προληπτικό μέτρο έναντι των 1.000 ανδρών των ειδικών δυνάμεων καταδρομών της 10ης ορεινής ταξιαρχίας, που έχει τοποθετηθεί στα βόρεια σύνορα του Αφγανιστάν. Σύμφωνα με την ειδησεογραφία του ρωσικού πρακτορείου ειδήσεων «Ίντερφαξ», οι θεοκράτες της Καμπούλ μεταφέρουν πυροβόλα μεγάλης ακτίνας και πυραυλοκίνητα βλήματα στην ίδια περιοχή.

            Ταυτόχρονα, με μια κίνηση που πραγματικά ξάφνιασε, οι Ταλιμπάν δέχθηκαν να παραπέμψουν στη μουσουλμανική δικαιοσύνη τοτ Αφγανιστάν τον Οσάμα μπιν Λάντεν, μόνο όμως ύστερα από απαίτηση της Αμερικής. Ο Λευκός Οίκος αρνήθηκε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση.

            Ακολούθησε η απελευθέρωση της Βρετανίδας δημοσιογράφου Yvonne Ridley στην πρωτεύουσα Καμπούλ, η οποία είχε συλληφθεί με την κατηγορία της κατασκοπείας, επειδή μπήκε στη χώρα ντυμένη με ρούχα των γυναικών της περιοχής, για να καλύψει την ανθρωπιστική κρίση, που αντιμετώπιζε ο λαός του Αφγανιστάν.

            Στο γειτονικό Πακιστάν, και κάτω από τις παροτρύνσεις φανατικών μουσουλμάνων φιλικά προσκείμενων στους θεοκράτες Ταλιμπάν του Αφγανιστάν, άρχισαν οι πρώτες διαδηλώσεις διαμαρτυρίας ενάντια στη φιλοδυτική πολιτική της χώρας. Οι αρχές συνέλαβαν και έθεσαν υπό κράτηση το μωαμεθανό ιερωμένο, ο οποίος διοργάνωσε τις διαδηλώσεις αυτές. Χιλιάδες πολιτικοί φυγάδες και πρόσφυγες, οι οποίοι ζούσαν κοντά σε αεροδρόμιο του Πακιστάν διατάχθηκαν να μετακινηθούν. Οι αρχές του Πακιστάν δήλωσαν ότι υπήρχε φόβος να κινδυνεύσουν εάν το αεροδρόμιο δεχόταν επίθεση.

            Διοικητής του γαλλικού ναυτικού δήλωνε ότι οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας του ήταν έτοιμες να λάβουν μέρος στις επιθέσεις εναντίον του Αφγανιστάν, εάν τις επιτραπεί να συμμετάσχουν.

Συγκρούσεις άρχισαν στην περιοχή του Κασμίρ μεταξύ ισλαμιστών ανταρτών και ινδικών δυνάμεων με σοβαρό αριθμό θυμάτων. Η Ουάσιγκτον απέρριψε προσφορά των Ταλιμπάν να δεχτεί τη σταδιακή απελευθέρωση των δύο Αμερικανών και έξι ξένων εργατών ανθρωπιστικής βοήθειας, οι οποίοι είχαν παραπεμφθεί στη δικαιοσύνη με την κατηγορία του προσηλυτισμού στη χριστιανοσύνη.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες άρχισαν οι βομβαρδισμοί στόχων του Αφγανιστάν από τις συντονισμένες αεροπορικές επιδρομές των αγγλοαμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, οι οποίες με το πέρασμα των ημερών άρχισαν να παίρνουν τη μορφή πλήρους πολεμικής επιχείρησης.

            Την έναρξη των επιχειρήσεων ανήγγειλε ο πρόεδρος Μπους, διαβεβαιώνοντας τους Αμερικανούς ότι «μας στηρίζει η συλλογική θέληση όλου του πλανήτη». Ο Αμερικανός πρόεδρος ξεκαθάρισε απόλυτα τις σκέψεις και προθέσεις του λέγοντας ότι στόχος των επιχειρήσεων είναι οι τρομοκράτες και οι Ταλιμπάν προστάτες τους και σε καμιά περίπτωση οι μουσουλμάνοι ή το ισλάμ γενικά.

            Οι ημέρες που ακολούθησαν και ακόμη εκείνες που έρχονται, είναι βέβαιο, ότι θα αποδείξουν τις πραγματικές διαθέσεις των δύο πλευρών. Ο πρόεδρος Μπους με τους συνεργάτες του δεν φαίνονται διατεθειμένοι να κάνουν οποιαδήποτε διαπραγμάτευση με τους υπεύθυνους της αμερικανικής τραγωδίας στη Νέα Υόρκη και την Ουάσιγκτον. Η αντίπαλη πλευρά, από τη δική της σκοπιά, προσπαθεί να ξεσηκώσει τις μάζες των εκατομμυρίων μουσουλμάνων της γης σε «ιερό πόλεμο» για το ισλάμ. Το μοναδικό, ωστόσο, που είναι βέβαιο την ώρα αυτή, είναι το ότι πάνω στα παλαιά ερείπια των Αφγανών αρχίζουν να επισωρεύονται και νέα.

Η αρχή του τέλους. Η 11η Σεπτεμβρίου 2001 στη Νέα Υόρκη.  

 Σκληρό μάθημα

 

            Για τον πολιτικό παρατηρητή τα γεγονότα αυτών των ημερών αποτελούν ο,τιδήποτε άλλο παρά έκπληξη. Όπως έχω τονίσει επανειλημμένως και κατά το παρελθόν, η σύγκρουση αυτή ήταν βέβαιη και αναμενόταν να ξεσπάσει οποιαδήποτε στιγμή. Η φόρτιση, ωστόσο, της ατμόσφαιρας και η τελική πρόκληση της Δύσης κατορθώθηκε με το πραγματικό δράμα της καταστροφής και του θανάτου χιλιάδων πολιτών της Νέας Υόρκης και του Πενταγώνου στην Ουάσιγκτον.

            Θα πρέπει δε να ομολογήσουμε ότι η σύλληψη και πραγμάτωση ενός παρόμοιου σχεδίου θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί προϊόν άγριας φαντασίας ή κάποιος εφιάλτης δημιούργημα ενός αρρωστημένου εγκεφάλου, ο οποίος προσπαθούσε να πετάξει ολόκληρη την ανθρωπότητα στη δύνη και τις φλόγες ενός νέου καταστρεπτικού πολέμου κάτω από τα πάθη των θρησκευτικών προκαταλήψεων.

            Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι τα όργανα του μπιν Λάντεν όλα αυτά τα χρόνια, καλυμμένα με το μανδύα της προστασίας των ελευθεριών και δικαιωμάτων του πολίτη, που παρέχουν οι νόμοι της Αμερικής, φρόνισαν να εκπαιδεύσουν και προετοιμάσουν έναν αόρατο στρατό φανατικών μουσουλμάνων, οι οποίοι, ποτισμένοι με το «όπιο» του μίσους κατά της Δύσης, ορκίσθηκαν να μην υπολογίσουν ακόμα και τη ζωή τους, προκειμένου να «υπηρετήσουν» την οργάνωση και τους στόχους της.

            Κάτω από αυτές τις πραγματικότητες, θα πρέπει ίσως να ανατρέξει κανείς στο Σουδάν και τις σφαγές των χριστιανικών πληθυσμών αυτής της χώρας μπροστά στο αδιάφορο βλέμμα της Δύσης. Παρόμοια η ιστορία και με τη Σομαλία, την Αιθιοπία, το Ανατολικό Τιμόρ, τις Φιλιππίνες και τα Βαλκάνια. Στην πραγματικότητα, θύματα αυτής της απαράδεκτης πολιτικής στα Βαλκάνια υπήρξαν οι χριστιανικοί πληθυσμοί της Γιουγκοσλαβίας, οι οποίοι θυσιάσθηκαν από τη Δύση, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της ηγεσίας του διεθνούς ισλαμισμού.

            Είναι δε βέβαιο ότι τα γεγονότα και οι πολιτικές εξελίξεις των ημερών μας να δημιουργούν χιλιάδες ερωτήματα στη σκέψη των ερευνητών και των ιστορικών αναλυτών της τρίτης χιλιετίας. Και όμως, χωρίς καμιά αμφιβολία, υπήρχε η δυνατότητα να αποφευχθεί αυτό το «λουτρό αίματος» από κάθε πλευρά. Και ήταν εύκολο, αρκεί να υπήρχε η πολιτική θέληση και απόφαση για την έγκυρη πρόληψή του, ένα στοιχείο το οποίο, είναι βέβαιο, κανένας των υπευθύνων δεν θέλησε να δει και να αντιμετωπίσει με ψυχραιμία μέσα στην προσπάθεια των αρχιτεκτόνων της παγκοσμιοποίησης να οικοδομήσουν ένα «όραμα» πάνω σε επικίνδυνα θεμέλια λανθασμένων υπολογισμών.

            Σε αυτούς ακριβώς τους υπολογισμούς στήριξαν ολόκληρο το μηχανισμό τους, μηχανισμό αίματος και μίσους οι φανατικοί του ισλάμ. Κάτω δε από το φόβο ενός γενικού ξεσηκωμού των εκατομμυρίων οπαδών της θρησκευτικής αυτής φιλοσοφίας η ηγεσία της Δύσης πίστεψε ότι με την παροχή προνομίων και υποχωρήσεων θα μπορούσε να θέσει υπό έλεγχο την κίνηση.

            Και αυτή ακριβώς υπήρξε η μεγάλη πλάνη, μια πλάνη την οποία πλήρωσαν με τη ζωή τους χιλιάδες αθώα θύματα στη Νέα Υόρκη, τη Βαλκανική και σε κάθε άλλη γωνιά της γης, που το πάθος και το μίσος των εξτρεμιστών καλλιέργησε τη βία και τον όλεθρο. Διότι, αντί να φροντίσει έγκαιρα η ηγεσία της Δύσης να πάρει τα απαραίτητα μέτρα, στέλνοντας ένα αποφασιστικό μήνυμα μη περαιτέρω ανοχής στους σφαγείς των λαών, στο όνομα δήθεν των θρησκευτικών προκαταλήψεων, υπέπεσε στο τεράστιο σφάλμα της επίδειξης ανοχής και προσπάθησε να φανεί ότι έχει διάθεση συμβιβασμών και υποχωρήσεων. Ήταν πραγματικά ένα μοιραίο λάθος κι ένας κακός υπολογισμός, που ωστόσο εκμεταλλεύθηκαν οι οπαδοί των παθών και του μίσους. Το κακό είναι ότι, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, η λανθασμένη αυτή λογική συνεχίζει, ακόμη και σήμερα, να διακρίνει την πολιτική σκέψη της ηγεσίας της Δύσης.

            Οι πολεμικές επιχειρήσεις, που άρχισαν στις 7 Οκτωβρίου, απέβλεπαν στο να υποχρεώσουν τους ηγέτες των θεοκρατικών Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν να παραδώσουν στη Δύση τους υπεύθυνους και ένοχους των τρομοκρατικών επιθέσεων της Νέας Υόρκης και της Ουάσιγκτον και να καταστρέψουν τις βάσεις των τρομοκρατών. Αυτοί ήταν οι αρχικοί υπολογισμοί, και με αυτή τη σκέψη αποφασίσθηκε η πραγματοποίηση ενός ισχυρού και σύντομου κτυπήματος, το οποίο θα γονάτιζε τον αντίπαλο.

            Δυστυχώς, κάθε άλλο παρά έτσι εξελίχθηκαν τα γεγονότα από το αποτέλεσμα του αρχικού κτυπήματος. Αντί αυτοί οι βομβαρδισμοί θα θορυβήσουν και προβληματίσουν τους Ταλιμπάν, φαίνεται ότι έγιναν αιτία να ηρωοποιηθούν στη συνείδηση των μουσουλμανικών όχλων οι δολοφόνοι του μπιν Λάντεν, και να δημιουργηθεί ένα παμμωαμεθανικό κύμα συμπάθειας και συμπαράστασης. Είναι δε βέβαιο ότι ένα ατέλειωτο ρεύμα εθελοντών, την ώρα αυτή, οδηγεί χιλιάδες αποφασισμένους να «μαρτυρήσουν» στο πλευρό των Αφγανών. Πληροφορίες μου από τα Βαλκάνια υποστηρίζουν ότι καθημερινά οπαδοί των μωαμεθανικών κινημάτων των Βαλκανίων φεύγουν καθημερινά και μέσω Γερμανίας πετούν στο Πακιστάν και το Ιράν ή την Τουρκία, μέσω των οποίων μπαίνουν στο Αφγανιστάν.

            Εάν πραγματικά οι πληροφορίες αυτές αληθεύουν, τότε η όλη υπόθεση του φακέλου Αφγανιστάν παίρνει μια νέα, τελείως διαφορετική διάσταση. Από τη στιγμή που οι κατατρομαγμένοι Αφγανοί διαπιστώσουν ότι πραγματικά δημιουργούνται λαϊκές βάσεις συμπάθειας στις ομόθρησκες χώρες, είναι βέβαιο ότι πρόκειται να αλλάξει τελείως έστω και η κάποια σκέψη συμβιβασμών και υποχωρήσεων.

            Είναι δε βέβαιο ότι μέσα στους στόχους των οργανώσεων του μπιν Λάντεν συμπεριλαμβάνεται και εκείνος της ανατροπής των κοινωνικών καθεστώτων και της επιβολής και επικράτησης θεοκρατικών τύπου Ιράν και Αφγανιστάν. Ακόμα δε χειρότερα, όσο μακραίνει ο χρόνος της διάρκειας των επιχειρήσεων, τόσο αυτές θα δημιουργούν προβλήματα για τη Δύση με μεγάλες πιθανότητες κοινωνικών αναταραχών και πολιτικής αστάθειας σχεδόν σε όλα τα μωαμεθανικά εμιράτα της γης.

            Μια ματιά και μόνο στην Τουρκία των ημερών αυτών είναι αρκετή να πείσει τον παρατηρητή για τις μεγάλες πιθανότητες κάτι παρόμοιου. Μιλώντας στο εθνικό κοινοβούλιο της χώρας, ο πρωθυπουργός Ετζεβίτ πρόσφατα τόνισε τις πιθανότητες επερχόμενων πολιτικών αλλαγών καθώς επίσης και των γεωγραφικών συνόρων των κρατών και ζήτησε από την εθνοσυνέλευση να αποδεχθούν την αποστολή Τούρκων στρατιωτών στο πλευρό των Αμερικανών για τις επιχειρήσεις του Αφγανιστάν όταν τους «ζητηθεί».

            Η πραγματικότητα είναι ότι η Τουρκία τρέμει με την ιδέα πιθανότητας επιβολής αλλαγών στο Ιράκ και τη δημιουργία ανεξάρτητου κουρδικού κράτος, το οποίο με τον καιρό θα κοστίσει στην ίδια το ένα τρίτο των σημερινών της εδαφών, με το χάσιμο των κουρδικών εκτάσεων.

            Παράλληλοι με τους φόβους της Τουρκίας είναι και εκείνοι της Σαουδαραβίας, της Αιγύπτου, της Ιορδανίας, όπου ο φόβος κοινωνικών, λαϊκών κινημάτων αποτελεί έναν πραγματικό εφιάλτη για τους διοικούντες.

            Μια παρόμοια υπόθεση, όμως, θα επιδρούσε αρνητικά και για τη Δύση και τους συμμάχους της, δεδομένου ότι θα απλώσει τα πεδία των πολεμικών επιχειρήσεων σε ολόκληρο το μουσουλμανικό κόσμο. Εάν, όμως, συμβεί κάτι τέτοιο, τότε στην πραγματικότητα οι ηγέτες της Δύσης θα βρεθούν μπροστά σε έναν παγκόσμιο πόλεμο, από τον οποίο θα είναι δύσκολο θα ξεφύγουν. Είναι βέβαιο ότι, προσπαθώντας να προληφθεί κάτι παρόμοιο, η ηγεσία της Ουάσιγκτον πιέζει προς κάθε κατεύθυνση και προωθεί το «διάλογο» μεταξύ των θρησκειών, μέσω πολιτικών ατόμων, τα οποία ελέγχει ή και μπορεί να στηρίζεται σε αυτά.

            Άσχετα, ωστόσο, από την επιτυχία ή όχι αυτών των προσπαθειών, το βέβαιο είναι ότι ο μοναδικός τρόπος για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο επικράτησης παρόμοιων επαναστατικών αλλαγών με τίμημα ποταμούς αίματος και της καταστροφής των οικονομικών της γης είναι αναγκαίο και απαραίτητο να επιταχυνθούν οι επιχειρήσεις και να περιοριστούν στην, κατά δύναμη, πιο γρήγορη ολοκλήρωση των αρχικών στόχων της ενάντια στην «επανάσταση», που προσπαθεί να ξεσηκώσει η διεθνής σπείρα των τρομοκρατών. Σε αντίθετη περίπτωση, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι οι τρομοκράτες θα ξανακτυπήσουν σκληρά, επώδυνα και χωρίς περιορισμούς και λύπηση.

            Ήδη δέκα μέρες μετά την έναρξη των βομβαρδισμών του Αφγανιστάν γίνεται καθημερινά και πιο βέβαιο ότι οι αξιωματούχοι του ισλάμ αρχίζουν να ξεσηκώνουν τις μεγάλες μάζες των ομοθρήσκων τους. Στην προσπάθειά τους αυτή δεν φαίνεται να στοχάζονται καθόλου το ότι οδηγούν τη διεθνή κοινότητα σε μια αιματηρή αντιπαράθεση θρησκειών και πολιτισμών. Παρά δε τις καταφανείς και μεγάλες προσπάθειες της Δύσης να αποφευχθεί κάτι παρόμοιο, προσωπικά πιστεύω ότι πραγματικά ζούμε τις πιο δραματικές ώρες της σύγχρονης εποχής, καθώς καθημερινά και περισσότερο υποχρεωνόμαστε να αντιδρούμε στα σχέδια των τρομοκρατών, αντί να τους επιβάλλουμε εμείς τους κανόνες του παιχνιδιού. Ήδη η αδίστακτη αυτή σπείρα των δολοφόνων του ισλάμ, σκορπισμένοι σε ολόκληρη τη γη και κάτω από τους προστατευτικούς νόμους των δημοκρατών της Δύσης, καθημερινά σπέρνουν το θάνατο σε αθώα θύματα εξαιτίας της αναποφασιστικότητας της ηγεσίας της.

            Καθώς γράφονται αυτές οι σκέψεις, τα γεγονότα τρέχουν πολύ πιο βιαστικά από τις ημερομηνίες αυτής της έκδοσης, και είναι αδύνατο στο συντάκτη να μπορεί να τα παρουσιάζει πριν αυτά εκδηλωθούν. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, το μόνο που απομένει είναι να παραδεχθούμε ότι τα επόμενα χρόνια θα είναι χρόνια δύσκολα και οδυνηρά. Ο δε πόλεμος θα αφήσει βαθιά τα σημάδια του πάνω στη διεθνή κοινότητα και θα αποτελέσει την καταλυτική δύναμη, η οποία θα επιβάλει την παγκοσμιοποίηση. Χωρίς αμφιβολία, θα είναι ο τελευταίος παγκόσμιος πόλεμος και ο πιο καταστρεπτικός. Η νίκη, ωστόσο, θα στεφανώσει τις προοδευτικές δυνάμεις της Δύσης, ενώ θα αλλάξει ριζικά ο πολιτικός χάρτης των συνόρων των κρατών όλης της γης, ένα στοιχείο πραγματικά οδυνηρό για την πορεία της ανθρώπινης κοινότητας προς την τελική της ενοποίηση.