Κύπρος

 

Στη φορά των γεγονότων

 

Του Θωμά Στεφ. Σάρα

 

            Πραγματικά, το καλοκαίρι του 2001 ήταν πολύ «θερμό» για την περιοχή της νοτιοανατολικής Μεσογείου, καθώς ο νέος ξεσηκωμός των λαϊκών τάξεων των Παλαιστινίων τράβηξε το επίκεντρο της προσοχής της διεθνούς κοινής γνώμης. Παράλληλα, όμως, και οι προσπάθειες του διεθνούς πολιτικού κατεστημένου επικεντρώθηκαν στο πώς θα έπρεπε να σταματήσουν οι καθημερινές σκηνές βίας και αίματος, οι οποίες αποτελούσαν την ειδησεογραφία της κάθε ημέρας.

            Όπως ήταν επόμενο, κάτω από αυτές τις συνθήκες, το Κυπριακό ξέφυγε από την κατάσταση των προτεραιοτήτων των αρχιτεκτόνων της διεθνούς διπλωματίας. Παρά δε τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις της νέας διοίκησης της Ουάσιγκτον, έγινε πλέον ολοφάνερο ότι η διοίκηση του George W. Bush δεν έδειχνε πλέον καμιά διάθεση να πιέσει την «κλειστή σύμμαχο» Τουρκία να προβεί σε υποχωρήσεις.

            Παρ’ όλ’ αυτά, η καθημερινή δημοσιογραφική επικαιρότητα στην Κύπρο συνέχισε να αναφέρεται στις πιθανότητες επανέναρξης των συνομιλιών κορυφής με διαφορετική, ωστόσο, πλοκή για τον κάθε αρθρογράφο. Σύμφωνα δε με τον πρέσβη των ΗΠΑ στην Κύπρο, Ντόναλντ Μάντλερ, στις επερχόμενες διμερείς συνομιλίες «όλοι θα προσέλθουν με ανοικτό μυαλό».

            Από την πλευρά των Τουρκοκυπρίων, σχολιάζοντας τα γεγονότα ο Τουρκοκύπριος ηγέτης, Ραούφ Ντενκτάς, δήλωσε στις εφημερίδες  ότι είχε λάβει διαβεβαιώσεις από την Ουάσιγκτον, ότι δεν είχε δοθεί καμιά ειδική δέσμευση προς την ελληνοκυπριακή πλευρά. Αναφερόμενος, ωστόσο, στην όλη κατάσταση, επέκρινε τις επιτροπές των Ηνωμένων Εθνών, οι οποίες αποφασίζουν για την Κύπρο ακούγοντας μόνο την ελληνοκυπριακή πλευρά. Τις θέσεις του αυτές, δήλωσε ο Ντενκτάς, θα συζητούσε με το γενικό γραμματέα (γ.γ.) του ΟΗΕ, Κόφι Ανάν, στη συνάντηση των δύο ανδρών στις 28 Αυγούστου στην Αυστρία. Η συνάντηση έχει προγραμματιστεί στα πλαίσια σεμιναρίου, στο οποίο επρόκειτο να μιλήσει ο ίδιος ο γ.γ. με θέμα «Διάλογος ανάμεσα στους πολιτισμούς».

            Παράλληλα, στο νησί, ο κυβερνητικός επίτροπος, Μιχάλης Παπαπέτρου, δήλωνε ότι «η κυβέρνηση είναι έτοιμη να συμμετάσχει σε μια διαδικασία για αναζήτηση λύσης συμβιβασμού». Σύμφωνα με τον ομιλητή, υπήρχαν διαβεβαιώσεις ότι ο Τουρκοκύπριος ηγέτης θα επανέλθει στο τραπέζι των συνομιλιών. Πιθανός χρόνος αυτών των συνομιλιών υπολογίζεται ο Σεπτέμβρης του 2001.

Αναλύοντας το Κυπριακό από τη δική του σκοπιά, το ΑΚΕΛ δήλωνε ότι το Κυπριακό «βρίσκεται στη χειρότερη φάση» από το 1974, και τόνιζε ότι τυχόν επάνοδος του Τουρκοκύπριου ηγέτη, Ραούφ Ντενκτάς, στις συνομιλίες, με τις ίδιες αξιώσεις για αναγνώριση των «πραγματικοτήτων», «απλώς θα δώσει συνέχεια στο αδιέξοδο».

            Αναφερόμενος στο Κυπριακό, ο εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Φίλιπ Ρίκερ, τόνισε ότι «οι ΗΠΑ συνεχίζουν να υποστηρίζουν τις προσπάθειες του ΟΗΕ για εξεύρεση μιας συνολικής διευθέτησης».

            Δημοσίευμα της ελληνοκυπριακής εφημερίδας «Αλήθεια» ανέφερε ότι Βρετανός επιχειρηματίας, ο οποίος αναλάμβανε αγοραπωλησίες ελληνοκυπριακών περιουσιών στα κατεχόμενα, συνελήφθη από τις αρχές και πρόκειται να απελαθεί. Είναι πρώτη φορά που μια παρόμοια είδηση βλέπει το φως της δημοσιότητας έναντι των χιλιάδων ελληνοκυπριακών περιουσιών στα κατεχόμενα, που έχουν πουληθεί με αυτόν τον τρόπο σε ισραηλινά ως επί το πλείστον ενδιαφέροντα.

            Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφερθώ σε προηγούμενη αρθρογραφία μου της δεκαετίας του ’90, όπου αναφερόμουν ακριβώς στην ύπαρξη παρόμοιων σχεδίων για τον αφελληνισμό της Κύπρου. Κάτι παρόμοιο παρουσιάσθηκε πρόσφατα, όταν τραπεζικός οργανισμός της Κύπρου δήλωνε τη χορήγηση δανείων σε Κύπριους πολίτες για την «αγορά κατοικίας στην Ελλάδα». Όταν, ωστόσο, ζήτησα εξηγήσεις από τον κ. Χριστοφίδη στο Τορόντο, μου δηλώθηκε ότι ήταν καθαρά μια εμπορική κίνηση για τη δημιουργία αγοράς. Από την απέναντι πλευρά, το ίδιο διάστημα, έγινε γνωστό ότι «οι βιομήχανοι και έμποροι της τουρκοκυπριακής περιοχής υποστηρίζουν μερική οικονομική συνένωση των κατεχομένων περιοχών της Κύπρου με την Τουρκία, επειδή κάτι τέτοιο θα δυναμώσει την οικονομία της τουρκοκυπριακής περιοχής («Ανατόλια» 18/8/01).

            Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, υπάρχουν «εξόχως ενθαρρυντικά» στοιχεία στα χέρια της κυπριακής κυβέρνησης για την ύπαρξη κοιτασμάτων πετρελαίου στη θαλάσσια περιοχή της νήσου. Αρθρογραφία του τύπου της Λευκωσίας αναφέρει ότι «γειτονικές χώρες της Κύπρου έχουν προχωρήσει σε διατρήσεις πέραν της δικής τους ζώνης εκμετάλλευσης με τρόπο που αντλούν κυπριακά αποθέματα» («Χαραυγή» 24/8/01).

            Ειδησεογραφία του τουρκικού πρακτορείου ειδήσεων «Ανατολή» αναφέρει ότι ο Τουρκοκύπριος ηγέτης, Ραούφ Ντενκτάς, ξεκαθάρισε ότι δεν πρόκειται να συμμετάσχει στις εκ του σύνεγγυς συνομιλίες. Επέμεινε ότι η μοναδική λύση στο Κυπριακό είναι η συνομοσπονδία. Παράλληλα έγινε γνωστό ότι ο Ντενκτάς επρόκειτο να συναντηθεί με τον υπεύθυνο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διεύρυνση.

 

Ο «καουμπόι» της Αλαμπάμα

 

            Σύμφωνα με την εφημερίδα “Turkish Daily News”, ο κυβερνήτης της Αλαμπάμα, του τελευταίου αυτού προπύργιου των φυλετικών διακρίσεων στις ΗΠΑ, Don Siegelman, αναγνώρισε την 30ή Αυγούστου σαν επίσημη ημέρα της τραγωδίας που έζησαν οι Τούρκοι στην προσπάθειά τους για ανεξαρτησία και αυτοδιοίκηση! Σύμφωνα με τον κυβερνήτη της Αλαμπάμα, «πολλοί Τούρκοι και Οθωμανοί πολίτες από διαφορετικές εθνικές ομάδες δολοφονήθηκαν σαν αποτέλεσμα της κατοχής από τους… Έλληνες της Ανατολίας!!!

            Το ίδιο διάστημα έγινε γνωστό ότι το Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΜΠΕ) και το τουρκικό «Ανατόλια» θα απονέμουν κάθε χρόνο βραβείο σε προσωπικότητες που συμβάλλουν στην ελληνοτουρκική «προσέγγιση και αλληλοκατανόηση των δύο λαών».

            Κάτω από αυτές τις διαμορφώσεις η Άγκυρα άρχισε να επιδεικνύει μια στάση σκληρότερη και να εκτοξεύει απειλές. Κύριος στόχος της υπήρξε η δημιουργία θέσεων στα πλαίσια των αναμενόμενων θέσεων σε βάση παραμέτρων, που οδηγούν στην αναγνώριση του ψευδοκράτους και λύση συνομοσπονδίας.

            Ακολούθησε η συνάντηση Ντενκτάς και Ανάν, έγινε δε γνωστό ότι ο δεύτερος ζήτησε αμέσως μετά από τον ειδικό του σύμβουλο, Αλβάρο Ντε Σότο, να ταξιδέψει στην Κύπρο για να συζητήσει με τον πρόεδρο Κληρίδη. Σχολιάζοντας τα γεγονότα, Ο Ραούφ Ντενκτάς χαιρέτισε την απόφαση αυτή και έκφρασε την ελπίδα ότι ο Ντε Σότο θα πείσει τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Γλαύκο Κληρίδη, να «επιδείξει μεγαλύτερη διαλλακτικότητα». Από τη δική του πλευρά ο Ντε Σότο δήλωσε ότι αναμένει «συνεργασία και καλές συνομιλίες, που να οδηγήσουν σε μια συνολική διευθέτηση του Κυπριακού».  Εκφράζοντας τις σκέψεις του, ο Τουρκοκύπριος ηγέτης τόνισε ότι αναμένει συμβιβαστική διάθεση από την ελληνοκυπριακή διοίκηση ή καμιά πρόοδο.

            Στην Αθήνα ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δέχθηκε τις επιθέσεις των δημοσιογράφων σχετικά με την αλλοπρόσαλλη πολιτική της κυβέρνησης γύρω από το Κυπριακό. Πρώτον, τη συνδιοργάνωση των αγώνων EURO 2008 από Ελλάδα και Τουρκία, την ανοχή και, τέλος, σιωπηρή αποδοχή της κυβέρνησης σε πρόταση της Γερμανίας προς την Ευρώπη για τη χρήση από τους Τουρκοκύπριους δικού τους διαβατηρίου. Τέλος, την περίφημη διακήρυξη της Αλαμπάμα, με την οποία κακοποιείται η ιστορική αλήθεια και η πραγματικότητα.

            Μολονότι ο κυβερνητικός εκπρόσωπος παραδέχθηκε ότι «πράγματι επιχειρείται πλαστογράφηση της ιστορίας», αρνήθηκε το γεγονός των διαβατηρίων των Τουρκοκυπρίων. Παρ’ όλ’ αυτά, αρθρογραφία της ημερήσιας εφημερίδας της Λευκωσίας «Πολίτης» αναφέρει ότι τα «τουρκοκυπριακά διαβατήρια» γίνονταν δεκτά μέχρι τον Ιούλιο του 2001 σε όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) πλην της Γερμανίας».

            Στην Κύπρο ο ειδικός σύμβουλος του γ.γ. του ΟΗΕ για το Κυπριακό, Αλβάρο Ντε Σότο, συναντήθηκε με τον Τουρκοκύπριο Ραούφ Ντενκτάς. Αμέσως μετά τη συνάντηση ο τελευταίος, με δηλώσεις του, αναφέρθηκε στην αρχή της πολιτικής «ισότητας» και επέμεινε ως όρο της λύσης την «ισότητα των δύο παλαιών συνεταίρων».

 

Ευρωπαϊκή Ένωση – Κύπρος

 

            Σαν «από μηχανής θεός» εμφανίσθηκε στο προσκήνιο των γεγονότων ο ευρωβουλευτής του Λουξεμβούργου Ζακς Πόος, ο οποίος με μια έκθεση καταπέλτη διέλυσε κάθε ψευδαίσθηση της Τουρκίας, ότι μπορεί να εμπαίζει για πάντα τη διεθνή κοινότητα και το Ευρωπαϊκό κατεστημένο. Σύμφωνα με την έκθεση Πόος, «εάν η Τουρκία τολμήσει να πραγματοποιήσει την απειλή της για προσάρτηση του κατεχόμενου βόρειου τμήματος της Κύπρου, η ενέργειά της αυτή θα σημάνει το τέλος των φιλοδοξιών για συμμετοχή της στην ΕΕ».

            Στην έκθεση Πόος αντέδρασε άμεσα και βίαια το υπουργείο Εξωτερικών της Άγκυρας, δίνοντας μια πραγματική μάχη για τη μη αποδοχή της από το Ευρωκοινοβούλιο. Δυστυχώς για την Άγκυρα, η έκθεση έγινε δεκτή ως είχε. Ήταν μια σημαντική και εντυπωσιακή νίκη της Κυπριακής Δημοκρατίας.

            Παρ’ όλ’ αυτά, οι αντιδράσεις της Άγκυρας, για άλλη μια φορά, ήταν βίαιες και ανέντιμες καθώς, σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, οι Τούρκοι άρχισαν να επιταχύνουν τον εποικισμό στα κατεχόμενα, σε μια προσπάθειά τους να δημιουργήσουν νέα «τετελεσμένα».

            Η αλήθεια είναι ότι, κατά τη διάρκεια των επαφών του με το Ντενκτάς, ο κ. Ντε Σότο προσπάθησε να τον πείσει να φανεί πιο διαλλακτικός και να επανέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων προς όφελος της κοινότητας που ηγείται. Ο Ντενκτάς δεν φάνηκε διατεθειμένος να ακούσει και συνέχισε στην προβολή αξιώσεων για ισότητα και αναγνώριση δύο κρατών.

            Ακολούθησε η επίσκεψη του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών στο νησί και η διαβεβαίωσή του, ότι η επίλυση του Κυπριακού αποτελεί το «πρώτο θέμα» της εξωτερικής πολιτικής της ελληνικής κυβέρνησης και ότι η εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων περνά μέσα από την επίλυση του ζητήματος.

            Κάτω από το φως αυτών των εξελίξεων ο Τουρκοκύπριος ηγέτης, Ραούφ Ντενκτάς, αρνήθηκε την πρόσκληση Ντε Σότο σε συνομιλίες στη Νέα Υόρκη, οι οποίες θα έπρεπε να αρχίσουν στις 12 Σεπτεμβρίου. Δικαιολογία της άρνησής του ήταν το ότι «δεν βρέθηκε ακόμη» κοινό έδαφος. Την ίδια μέρα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποδέχθηκε με συντριπτική πλειοψηφία την έκθεση Πόος. Ήταν μια μέρα έντονων πληγμάτων για την τουρκική διπλωματία.

            Αντιδρώντας, ωστόσο, στα γεγονότα, ο πρέσβης της Τουρκίας στην ΕΕ δήλωσε ότι το Ευρωκοινοβούλιο ακολουθεί λανθασμένη πολιτική στην περίπτωση της Κύπρου. Σύμφωνα, μάλιστα, με δημοσίευμα της «Τζουμχουριέτ» (6/9/01), ο εκπρόσωπος του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών, Χουσεϊν Ντιριόζ, δήλωσε ότι οι θέσεις της Τουρκίας στο Κυπριακό είναι ξεκαθαρισμένες και δεν υπάρχει περίπτωση αλλαγών. Κάλεσε δε την Ελλάδα και την ελληνοκυπριακή πλευρά να αποδεχθούν ένα «ρεαλιστικό και έντιμο» τρόπο. Με ανακοίνωσή του, εξάλλου, το τουρκικό υπ. Εξ. αναφέρει ότι «οι πραγματικότητες δεν μπορύν να αλλάξουν με τον ισχυρισμό ότι η «Κυπριακή Δημοκρατία» εκπροσωπεί ολόκληρο το νησί…».

            Σε τέλεια αντίθεση με τις «φιλοσοφικές» θέσεις της Άγκυρας φάνηκε να είναι οι εκτιμήσεις του Έλληνα υπ. Εξ., Γιώργου Παπανδρέου, ο οποίος κατά τη διάρκεια της σύντομης επίσκεψής του στο νησί τόνισε ότι «η ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου ανοίγει το δρόμο για την επίλυση του Κυπριακού». Σύμφωνα με τον Έλληνα υπ. Εξ., «αργά ή γρήγορα αυτό το θέμα (Κύπρος) είτε θα μας ενώσει είτε θα μας χωρίσει».

            Ο Έλληνας υπ. Εξ. υπεραμύνθηκε της πολιτικής του της επαναπροσέγγισης, την οποία χαρακτήρισε ως «αποτελεσματική πολιτική», και πρόσθεσε ότι αυτή «ανέτρεψε τα δεδομένα 30 σχεδόν χρόνων προς το θετικότερο με την ενταξιακή πορεία της Κύπρου και με την υποψηφιότητα της Τουρκίας για ένταξη στην ΕΕ». «Είμαστε αποφασισμένοι να ακολουθήσουμε τη συνεπή αυτή πορεία. Όλα τα άλλα θα είναι βέβαια αρνητικές μνήμες του παρελθόντος, αλλά θα είναι πια παρελθόν», συμπλήρωσε ο ομιλητής.

            Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις, ο ειδικός σύμβουλος του γ.γ. του ΟΗΕ για το Κυπριακό, Αλβάρο Ντε Σότο, επέδωσε τις προσκλήσεις του γ.γ. του ΟΗΕ στους ηγέτες των δύο κοινοτήτων για χωριστές συναντήσεις στις 12 Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη και δήλωσε ότι θα απαιτηθεί «ελαστικότητα, πραγματική δουλειά, συμβιβαστικό πνεύμα και πολιτική θέληση¨για την επίτευξη μιας κοινά αποδεκτής λύσης, που θα είναι «δίκαιη και βιώσιμη». Εκτιμώντας τις παρούσες συνθήκες, ο ομιλητής πρόσθεσε ότι υπήρχαν ελπίδες για το μέλλον των συνομιλιών.

            Παρ’ όλ’ αυτά τα μηνύματα ελπίδας και καλής θέλησης του εκπροσώπου της διεθνούς κοινότητας και του Έλληνα υπ. Εξ., μιλώντας σε διάσκεψη τύπου, ο Τουρκοκύπριος ηγέτης δήλωσε ότι δεν του έχει γίνει καμιά προσφορά, η οποία να τον φέρει πίσω στις συνομιλίες για το Κυπριακό.

            Από τη δική του πλευρά, ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας δήλωσε ότι θα είναι στις 12 Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη, αφού έχει αποδεχθεί την πρόσκληση του γ.γ. του ΟΗΕ για επανέναρξη των συνομιλιών. Από την πλευρά του, ο Ραούφ Ντενκτάς δήλωσε ότι δεν βλέπει να άλλαξε σε τίποτα η στάση των Ελληνοκυπρίων και, επομένως, δεν υπήρχε λόγος να επανέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

            Η άρνηση Ντενκτάς δημιούργησε έναν άνεμο απογοήτευσης από τους εκπροσώπους της ΕΕ έως και εκείνους των Ηνωμένων Εθνών. Σχολιάζοντας τις εξελίξεις, ο πρόεδρος της κυπριακής βουλής χαρακτήρισε τη στάση Ντενκτάς σαν μια «κίνηση τακτικής» για να πιέσει το γ.γ. του ΟΗΕ , για να κερδίσει ακόμη περισσότερα. Ήταν μια νέα δραματική πραγματικότητα, η οποία διέλυσε ελπίδες για την επιτέλους αναμενόμενη επίλυση του Κυπριακού.

 

Υπ. Εξ. Τουρκίας

 

            Τη σοβαρότητα του αδιεξόδου προσπάθησε να διασκεδάσει στη σύσκεψη των υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ ο Ισμαϊλ Τζεμ, ο οποίος χαρακτήρισε την πρόσκληση του γ.γ. ως «λάθος ή παρανόηση», χωρίς προηγουμένως να υπάρχει κοινό έδαφος. Ισχυρίσθηκε ακόμη ότι ο ίδιος δεν απείλησε κανένα, αλλά πρόβλεψε φασαρίες, ιδιαίτερα στο εσωτερικό της Τουρκίας, σε περίπτωση ένταξης της Κύπρου χωρίς προηγούμενη επίλυση του προβλήματος.

            Σύμφωνα με το πρακτορείο “Turkish News”, ο Ντενκτάς ζήτησε από το γ.γ. του ΟΗΕ να μεσολαβήσει για μια απ’ ευθείας συνάντηση με το Γλαύκο Κληρίδη, πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, άπαξ και ο τελευταίος «αρνείται να δεχθεί την αρχή της πολιτικής ισότητας μεταξύ των δύο πλευρών». Ήταν πράγματι μια εύστοχη προσπάθεια της τουρκοκυπριακής πλευράς για να πετύχουν την επιθυμητή τους αναγνώριση ως κρατικής οντότητας. Το πιο σπουδαίο είναι ότι η απαράδεκτη αυτή στάση του Ντενκτάς βρήκε απόλυτη κάλυψη από τον Τούρκο πρωθυπουργό, Μπουλέντ Ετζεβίτ, και τον υπ. Εξ., Ισμαϊλ Τζεμ. Η τουρκική ηγεσία με «ταχυδακτυλουργική μαγεία» προσπάθησε να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα.

            Και ενώ η Τουρκία βρέθηκε τελείως απομονωμένη από την ευρωπαϊκή και διεθνή κοινότητα, εξαιτίας της στάσης του Ντενκτάς, ξαφνικά η κοινή γνώμη βρέθηκε μπροστά στον τρόμο των εξτρεμιστών του ισλαμισμού, καθώς οι τελευταίοι χτύπησαν την καρδιά της Νέας Υόρκης με αεροπειρατές αυτοκτονίας. Ήταν ένας εφιάλτης, ο οποίος έσπειρε τον πόνο και τον όλεθρο σε ολόκληρη τη γη.

            Ξαφνικά, χωρίς αμφιβολία, νέες πολιτικές πραγματικότητες έρχονταν να ξεσκεπάσουν το πραγματικό πρόσωπο της άρνησης της Τουρκίας, καθώς η διεθνής κοινότητα, υπό την ηγεσία της πληγωμένης Αμερικής, βρέθηκε σε προετοιμασίες πολέμου. Τα γεγονότα κατέλαβαν εξ απροόπτου και αυτόν τον πρόεδρο Κληρίδη, ο οποίος εκείνο το πρωινό της 11ης Σεπτεμβρίου ταξίδευε για τη Νέα Υόρκη. Το δε αεροσκάφος, που τον μετέφερε, τελικά βρέθηκε στο Μοντρεάλ. Το βέβαιο είναι ότι, εξαιτίας των γεγονότων, ορισμένοι Αμερικανοί προσπάθησαν να παρουσιάσουν την Κυπριακή Δημοκρατία σαν χώρα, η οποία υποβοηθεί τη διεθνή τρομοκρατία.  Η κυβέρνηση της Κύπρου χαρακτήρισε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς. Παράλληλα, ο πρόεδρος Κληρίδης δεσμεύτηκε για συνεργασία με τις ΗΠΑ στη μάχη εναντίον της τρομοκρατίας.

            Οι νέες πραγματικότητες, ωστόσο, σύμφωνα με την τουρκική εφημερίδα «Τζουμχουριέτ», έγιναν αιτία στοχασμών στην Αθήνα, η οποία φοβάται ότι το πολιτικό ισοζύγιο ανατρέπεται προς όφελος της Τουρκίας.

            Παράλληλα, ο πρώην διευθυντής της CIA, James Woolsey, σε συνέντευξή του στην ιταλική εφημερίδα «Ρεπούμπλικα», δήλωσε την ανάγκη άσκησης πιέσεων στις χώρες που είναι φορολογικοί παράδεισοι, και κατονόμασε την Κύπρο σαν τη «χειρότερη από αυτές», και πρόσθεσε ότι ο τρομοκράτης Οσάμα Μπιν Λάντεν έχει καταθέσει τα χρήματά του σε τράπεζες της Κύπρου. Την είδηση αναδημοσίευσαν εφημερίδες όλης της Ευρώπης. Η κυβέρνηση της Κύπρου ξαφνικά βρέθηκε κάτω από το φακό της διεθνούς κοινής γνώμης σαν συνεργάτης των τρομοκρατών. Την είδηση εκμεταλλεύθηκε κατά κόρον το τουρκικό πρακτορείο ειδήσεων «Ανατόλια».

            Πανικόβλητες οι αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας έσπευσαν να καταδικάσουν την τρομοκρατική επίθεση εναντίον των ΗΠΑ και να δεσμευθούν για πλήρη συνεργασία με την Ουάσιγκτον και όλους τους άλλους στη μάχη εναντίον της τρομοκρατίας.

            Ακολούθησε η έκθεση Ανάν σχετικά με το Κυπριακό, στην οποία γίνεται αναφορά στα γεγονότα μέχρι το τέλος Αυγούστου και αποσιωπά την άρνηση του Ντενκτάς για συμμετοχή στο διάλογο. Τα γεγονότα από την ώρα αυτή, τα σχετικά με την Κύπρο, είναι βέβαιο ότι θα περιορισθούν περισσότερο στην ειδησεογραφία του τύπου του νησιού.

            Καθώς δε οι προπομποί των αμερικανικών και αγγλικών δυνάμεων αρχίζουν να φθάνουν στο Αφγανιστάν για τη «μάχη του 21ου αιώνα», είναι βέβαιο ότι το Κυπριακό μπαίνει σε μια νέα φάση σταθμό. Προτεραιότητα την ώρα αυτή έχουν οι επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν. Είναι δε βέβαιο ότι οι συνθήκες και αποφάσεις της διεθνούς κοινότητας γύρω από το μέλλον και την ανακατάταξη των πολιτικών συνόρων των χωρών της Ασίας, Μέσης Ανατολής, Αφικής και Βαλκανίων θα έχει σπουδαίες επιπτώσεις και πάνω στην Κύπρο.

            Το μοναδικό, πάντως, για το οποίο είμαι απόλυτα πεπεισμένος την ώρα αυτή, είναι το ότι, αντίθετα με το τί πιστεύει η Άγκυρα, το τέλος των πολεμικών επιχειρήσεων θα αφήσει μια Τουρκία κατά πολύ μικρότερη από αυτήν που γνωρίζουμε μέχρι σήμερα. Θα ήταν δε καλό, εάν η Αθήνα ήταν προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει αυτές τις ευκαιρίες προς όφελός της. Είναι βέβαιο ότι τα στενά και οι γύρω περιοχές θα χαθούν για πάντα από τον έλεγχο της Άγκυρας.