The strong voice of a great community

Οκτώβριος 2003

Πίσω στο ευρετήριο

Στο καλό και ξέχασέ μας…

 

            Μας πρωτόρθε στο Τορόντο πριν από τέσσερα χρόνια και μας έπεισε για τα αγνά αισθήματα και την αγάπη του για τους απόδημους. Μας διαβεβαίωσε, ότι θα εργαστεί ασταμάτητα, προκειμένου να προωθήσει τα συμφέροντα της ομογένειας, οργανωμένης και μη.

            Ύστερα από τέσσερα χρόνια παραμονής του, ωστόσο, στο Τορόντο, διερωτώμαστε ποια είναι τα πραγματικά επιτεύγματα της θητείας του Αλέξη Αλεξανδρή, πρώην γενικού προξένου της Αθήνας στο Τορόντο.

            Η μεγάλη και πάλαι ποτέ δυναμική ομογενειακή κοινότητά μας έχει περιπέσει σε «νάρκη» και η ύπαρξή της γίνεται αισθητή μόνον από τις πληρωμένες διαφημίσεις στα φιλικά της ανάτυπα και τη ραδιοτηλεόραση.

            Το ίδιο διάστημα της θητείας του στη δημιουργική μεγαλούπολη οι περισσότεροι των εθνοτοπικών μας συλλόγων και παροικιακών οργανώσεων παρουσιάζουν έντονα τα σημεία κόπωσης, παρακμής και απογοήτευσης των μελών εξαιτίας της εγκατάλειψης και αδιαφορίας των εκπροσώπων του Εθνικού Κέντρου.

            Παρόμοια, και ίσως χειρότερη, παρουσιάζεται η πραγματικότητα με τους μεγάλους ομογενειακούς οργανισμούς, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι εκπροσωπούν νόμιμα το ομογενειακό γίγνεσθαι. Τέτοια παρουσιάζεται η πραγματικότητα με την Ομοσπονδία του Οντάριο και το Ελληνοκαναδικό Κογκρέσο. Οι δύο πανίσχυροι αυτοί οργανισμοί σήμερα έχουν υποβαθμισθεί σε οργανώσεις σφραγίδων, χωρίς να μπορούν να καυχηθούν για κάποια σημαντική ή σπουδαία προσφορά υπηρεσιών στην ομογένεια. Όλ’ αυτά, βέβαια, προκειμένου να διασφαλισθούν και εξυπηρετηθούν τα προσωπικά και επαγγελματικά συμφέροντα του Αλέξη Αλεξανδρή.

            Αποτλεί πλέον κοινή εμπειρία των μελών της παροικίας το ότι με την ολέθρια πολιτική των σκοπιμοτήτων, που ακολούθησε, έφθασε στο σημείο να διασπάσει και διαχωρίσει τη φυσική ηγεσία της ομογενειακής κοινότητας, προκειμένου να προβάλει άτομα, τα οποία ακολουθούν τις εντολές του πιστά, άσχετα εάν και κατά πόσον η πολιτική του βοηθούσε ή όχι την ομογένεια.

            Αυτός, εξάλλου, είναι και ο λόγος, που για πρώτη φορά στα 85 χρόνια από την ίδρυσή της η Ελληνική Κοινότητα Τορόντο, ο άλλοτε δυνατός ομογενειακός οργανισμός, που έκφραζε την παροικία, έφθασε στο σημείο να διορίζει τι; διοικήσεις του, άπαξ και δεν υπάρχει ενδιαφέρον, που να διασφαλίζει τη διεξαγωγή εκλογών. Και αυτό σε μια πολιτιστική κοινότητα, η οποία καυχιέται ότι είναι κληρονόμος των παραδόσεων των δημιουργών της δημοκρατικής πρακτικής. Παρ’ όλ’ αυτά, έχει περιθωριοποιήσει κάθε έννοια, έκφραση και σεβασμό στις δημοκρατικές αξίες και πρακτικές.

            Μια δεύτερη «φαεινή» ιδέα του απερχόμενου προξένου ήταν εκείνη της δημιουργίας αρχείου ομογενών, κάτι σαν ονομαστική κατάσταση των ομογενών του Καναδά. Μια ιδέα, η οποία κόστισε πάνω από διακόσιες χιλιάδες δολάρια στο Έλληνα φορολογούμενο, χωρίς ωστόσο να δημιουργηθεί κανένα αρχείο.

            Κάτι παρόμοιο είχε συμβεί εδώ και δεκαετίες, όταν ο Αλεξανδρής υπηρετούσε στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στο Μοντρεάλ, όταν δέχθηκε ένα σοβαρό ποσό χρημάτων και τόνους υλικού, συμπεριλαμβανομένων και φωτογραφιών, προκειμένου να συγγράψει βιβλίο για την ιστορία της εκεί ελληνικής κοινότητας. Παρά το γεγονός ότι υπήρξε ο αποδέκτης των χρημάτων και του υλικού, μέχρι σήμερα δεν κυκλοφόρησε τέτοιο βιβλίο.

            Παρ’ όλ’ αυτά, ο Αλεξανδρής δεν φαίνεται να είχε κανένα πρόβλημα για να επισκεφθεί το Μοντρεάλ.

            Προ δύο ετών, προκειμένου να εξυπηρετήσει προσωπικά του συμφέροντα, έφθασε στο σημείο να αφήσει χωρί; εκπαιδευτικό σύμβουλο το γραφείο της σχετικής υπηρεσίας στο Τορόντο, καθώς υποχρέωσε τον υπεύθυνο υπάλληλο του υπουργείου Παιδείας να ζητήσει τη μεταφορά του στην Αυστραλία.

            Έφθασε, τέλος, στο σημείο να χρησιμοποιήσει πληρωμένους πληροφοριοδότες για τη συλλογή πληροφοριών σε βάρος Ελληνοκαναδών, τους οποίους δεν είχε τη δυνατότητα να θέσει υπό τον έλεγχό του.

            Με ψευδείς εκθέσεις όλ’ αυτά τα χρόνια παρουσίαζε τα της ομογένειας ως ιδανικές καταστάσεις, αποφεύγοντας τη φοβερή αλήθεια, ότι οι μαθητές των σχολείων ελληνικής γλώσσας της Κοινότητας καθημερινά λιγοστεύουν, σε σημείο επικίνδυνο για το μέλλον της παροικίας.

            Όταν δε το Εθνικό Κέντρο, εδώ κι ένα χρόνο θέλησε να τον ανακαλέσει, ο μοναδικός Αλεξανδρής στράφηκε στο συνδικαλισμό, με τη βοήθεια του οποίου κατάφερε να επιπλεύσει άλλη μια φορά, παρατείνοντας την παραμονή του για μερικούς μήνες στο Τορόντο, προκειμένου να συμπληρωθεί η τετραετία, βασικός χρόνος υπηρεσίας σε κάποια θέση, που προβλέπουν οι κανονισμοί του διπλωματικού κώδικα.

            Όλο το φαύλο σκηνικό της προσφοράς «εθνικών υπηρεσιών», που προσπάθησε να δημιουργήσει, κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος και παρά την αποστολή «αυθόρμητων» επιστολών συμπαράστασης από την κατά κύριο λόγο «διορισμένη» ηγεσία των ιδρυμάτων της παροικίας, ο Αλεξανδρής τελικά έλαβε «φύλλο πορείας».

            Κάτω από αυτές τις συνθήκες και παρά τα αηδιαστικά υμνολογήματα των «υποτακτικών και κολάκων της αυλής του», παίρνει το δρόμο της νέας θέσης του στη γενέτειρά του, Κωνσταντινούπολη, για να «υπηρετήσει» τα συμφέροντα της εκεί ομογένειας, η οποία απαρτίζεται από έναν ελάχιστο αριθμό γερόντων, τελευταία υπολείμματα μιας δυναμικής κοινότητας.

            Λέγεται ότι η μετάθεση Αλεξανδρή στην Τουρκία δεν έγινε τυχαία. Η επιλογή του έγινε πολύ προσεκτικά από τον υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας και αρχιτέκτονα της σύγχρονης «ελληνοτουρκικής φιλίας» (ποτέ τουρκοελληνικής), προκειμένου να πείσει την Άγκυρα για το πόσο πολύ μοιάζουν οι διπλωμάτες των δύο γειτονικών χωρών στη σκέψη και τη νοοτροπία. Εάν δε κανείς προσπαθήσει να συγκρίνει το μουστάκι του Τούρκου πρωθυπουργού Ερντογκάν με εκείνο του Αλεξανδρή, τότε θα πρέπει να παραδεχθεί ότι η νέα τοποθεσία υπηρεσίας του πραγματικά είναι στρατηγικής σημασίας και πολύ σπουδαία για την προώθηση της σύσφιγξης των θέσεων των δύο χωρών, άπαξ και αναμένεται ότι ο Αλεξανδρής θα υπεραμυνθεί των αιτιάσεων της Άγκυρας και του Πατριαρχείου για την επιστροφή των νησιών του ανατολικού Αιγαίου και των νέων χωρών (Ηπείρου, Μακεδονίας και Θράκης) στον πατριάρχη Τουρκίας (σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Άγκυρας), κι έτσι θα επιλυθούν όλα τα μεταξύ των δύο χωρών προβλήματα.

            Παράλληλα, είναι βέβαιο ότι ο Αλεξανδρής θα μπορέσει να διδάξει στους φίλους του στρατοκράτες της Άγκυρας τα δικά του «διπλωματικά τερτίπια και φιλοσοφία» στην παρακολούθηση των πολιτών από πληρωμένους σπιούνους του, ή εκείνοι θα τον βοηθήσουν να ολοκληρώσει τις διπλωματικές του λοβιτούρες στα πλαίσια των παραδόσεων των Φαναριωτών.

            Όπως, όμως, κι αν έχει η πραγματικότητα, το βέβαιο είναι ένα: ότι ο μεγάλος κερδισμένος από αυτή τη μετάθεση θα είναι η ομογένεια του Οντάριο και της Μανιτόμπα, οι οποίες επιτέλους ξεφεύγουν από την επιρροή και την καταδυνάστευση των φαύλων. «Άφεριμ μπουνταλά», που θα έλεγε και ο εκ των δημιουργών του μύθου της «ελληνοτουρκικής φιλίας» μακαρίτης Ισμέτ Ινονού, πρώην είδωλο του Αλεξανδρή.

            Στο καλό, Αλέξη, ή Γιουλέ Γκιουλέ. Και, εάν είναι δυνατό, προσπάθησε για την επιστροφή εκείνων των φωτογραφιών και των χιλιάδων δολαρίων του βιβλίου στην κοινότητα του Μοντρεάλ. Ίσως θα είναι η μοναδική πράξη τιμής από την υπηρεσία σου στον Καναδά.

 

Θωμάς Στεφ. Σάρας