|
|
|
|
|
|
|
|
|
Όψεις της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίαςΤα στοιχεία Του δρος Θεοφάνη Μαλκίδη Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση, η ανεργία στην Ελλάδα εμφανίζει μονοψήφιο ποσοστό. Το Υπουργείο Οικονομικών ανέφερε ότι η ανεργία βρίσκεται στο 9,6% (στο β' τρίμηνο του 2002), από 10,9% το πρώτο τρίμηνο του έτους (και 10,2% το αντίστοιχο περσινό διάστημα). Αυτό σημαίνει ότι οι άνεργοι μειώθηκαν κατά 55.000, αλλά ένας στους δέκα Έλληνες επίσημα είναι άνεργος και κάθε ελληνική οικογένεια κατά μέσο όρο έχει (και διατρέφει) έναν άνεργο. Σύμφωνα με τα στοιχεία, ο αριθμός των ανέργων το δεύτερο τρίμηνο ανήλθε σε 420.100 άτομα, από τους οποίους οι 151.100 (36%) επιθυμούν πλήρη απασχόληση. Οι επίσημες ανακοινώσεις μιλούν για έναν από τους πιο υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) - ο πρώην υπουργός Οικονομικών Γ. Παπαντωνίου αναφέρει όμως για αριθμούς που ευημερούν και ανθρώπους που δυστυχούν -1 παρότι οι πληθωριστικές πιέσεις μειώνουν την ανταγωνιστικότητα και η μείωση της ανταγωνιστικότητας αυξάνει την ανεργία. Παράλληλα ο έλεγχος της λαθρομετανάστευσης, ο αναπτυξιακός νόμος, τα έργα υποδομής, οι ενισχύσεις στις επιχειρήσεις, το ευνοϊκό φορολογικό σύστημα και η αύξηση των θέσεων εργασίας είναι οι επίσημοι στόχοι για το μέλλον… Σύμφωνα με τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας, η μείωση της ανεργίας κατά 0,6% (από 10,2% το δεύτερο τρίμηνο του 2001) δεν αντιστοιχεί επακριβώς με την αύξηση της συνολικής απασχόλησης, η οποία παρουσίασε αύξηση μόλις 0,8%. Το ποσοστό ανεργίας για τους άνδρες μειώθηκε σε 6,2% από 6,7% το αντίστοιχο τρίμηνο του 2001, ενώ για τις γυναίκες μειώθηκε σε 14,6% από 15,4% το 2001. Από τους καταγραφέντες 420.100 ανέργους, το 54,6% είναι διατεθειμένοι να εργαστούν είτε με πλήρη είτε με μερική απασχόληση, και μόνο το 1,7% επιθυμεί αποκλειστικά μερική απασχόληση. Επίσης, 77.000 άτομα (το 18,3%) είχαν πρόταση για απασχόληση, την οποία απέρριψαν γιατί δεν εξυπηρετούσε ο τόπος εργασίας ή το ωράριο (το 34,5% από αυτά), δεν θεώρησαν ικανοποιητικές τις αποδοχές (το 22,4%), ή δεν θεώρησαν κατάλληλες τις προοπτικές σταδιοδρομίας (το 15,3%). Ο αριθμός των νέων ανέργων ανήλθε σε 168.700 άτομα, σημειώνοντας πτώση κατά 38.800 άτομα (18,7%), ενώ οι μακροχρόνια άνεργοι (πάνω από 12 μήνες) ανήλθαν σε 229.800 άτομα και μειώθηκαν κατά 11.600 (4,8%), σε σχέση με το 2001. Από τα στοιχεία προκύπτει ότι το μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας παρουσιάζει το Νότιο Αιγαίο με 14,8%, η Δυτική Μακεδονία με 13,8% και η Κεντρική Μακεδονία με 11%, ενώ στο χαμηλότερο επίπεδο με 6% βρίσκονται η Κρήτη, η Πελοπόννησος και τα νησιά του Ιονίου. Κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2002, η συνολική απασχόληση παρουσίασε αύξηση 0,8%, με τη μισθωτή απασχόληση να παρουσιάζει αύξηση 1,9%, ενώ για πρώτη φορά μετά από σειρά ετών σημαντικών μειώσεων, παρουσίασε αύξηση η ομάδα των συμβοηθούντων ατόμων. Το ποσοστό μερικής απασχόλησης αυξήθηκε σε 4,5%, από 4,1% το 2001. Από τους μερικώς απασχολούμενους, το 31% προέβη στην επιλογή αυτή επειδή δεν ήθελε πλήρη απασχόληση, ενώ το 44,1% επειδή δεν μπόρεσε να βρει πλήρη απασχόληση. Σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ)2 μια βασική αντίφαση, που διαπιστώνεται στην ελληνική οικονομία είναι ότι, παρά τη διατήρηση υψηλών ρυθμών μεγέθυνσης (οι ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ υψηλότεροι από το μέσο όρο της Ε.Ε.), αυτούς δεν τους ακολουθούν οι αντίστοιχοι ρυθμοί αύξησης του κατά κεφαλήν εισοδήματος, που είναι χαμηλότεροι, ενώ ο πληθωρισμός διατηρείται σε επίπεδα υψηλότερα του μέσου κοινοτικού όρου. Η αγορά εργασίας εμφανίζει χαρακτηριστικά, όπως: χαμηλός δείκτης απασχόλησης, υψηλά επίπεδα ανεργίας, χαμηλός συγκριτικά δείκτης απασχόλησης γυναικών, έντονο πρόβλημα διαρθρωτικής ανεργίας (μακροχρονίως άνεργοι). Η Ελλάδα εμφανίζει τον υψηλότερο δείκτη ανισοκατανομής εισοδήματος, 6,5 έναντι 5,4 που είναι ο μέσος όρος των «15» και 2,7 της Δανίας που έχει την καλύτερη επίδοση. Το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται κάτω από τη «γραμμή φτώχειας», εφόσον στο εισόδημά του συμπεριληφθούν και οι κοινωνικές παροχές, φτάνει το 22%, έναντι 18% του μ.ό. της Ε.Ε. και 9% της Δανίας, που έχει την καλύτερη επίδοση. Επιπλέον η Ελλάδα έχει το δεύτερο υψηλότερο δείκτη εμμονής της φτώχειας, ο οποίος δείχνει το ποσοστό του πληθυσμού, που παραμένει κάτω από το όριο της φτώχειας για τρία χρόνια τουλάχιστον. Το ποσοστό αυτό ανέρχεται σε 14% έναντι 11% του μέσου κοινοτικού όρου και 16% της Πορτογαλίας. Το ποσοστό των μακροχρονίως ανέργων στην Ελλάδα από 3,5% το 1991 έφτασε το 5,4% το 2001 και είναι το δεύτερο υψηλότερο στην Ε.Ε. μετά την Ιταλία, ενώ ο μέσος όρος των «15» είναι 3,2% με τάσεις μείωσης. Το ποσοστό αυτό αντιπροσωπεύει το ποσοστό της διαρθρωτικής ανεργίας και είναι περίπου το 50% της συνολικής. Το 36% των υπερηλίκων, αλλά και των ανέργων ζει σε συνθήκες φτώχειας όπως και το 23% των αυτοαπασχολούμενων, ενώ το 87% των οικογενειών έχουν τουλάχιστο ένα μέλος που δεν μπορεί να τα «βγάλει» πέρα μόνο του. Η Ελλάδα, μαζί με την Ιταλία και την Ισπανία, εμφανίζει το χαμηλότερο ποσοστό απασχόλησης, όταν μετριέται ως ποσοστό του πληθυσμού ηλικίας 15-64 ετών (55,4% έναντι 64% στο σύνολο της Ε.Ε.) και παράλληλα εμφανίζει και ιδιαίτερα χαμηλό ποσοστό στην απασχόληση των γυναικών με 41% το 2001 έναντι 55% στην Ε.Ε. Αλλά και η Eurostat3 δίνει ένα ανησυχητικό στοιχείο. Η ανεργία των νέων έως 25 ετών έφθασε στο ποσοστό ρεκόρ του 27,4% απέχοντας κατά 11,1% από το αντίστοιχο ποσοστό της ευρωζώνης (16,35%) και κατά 12,2% από το μέσο ποσοστό της Ε.Ε. Η Στερεά Ελλάδα εμφανίζει ποσοστό ανεργίας των νέων 40,2%, η Δυτική Μακεδονία (39,1%), η Ήπειρος (36,3%), ενώ οι υπόλοιπες περιφέρειες βρίσκονται γύρω στο 30% (!). Το ποσοστό των άνεργων νέων γυναικών φτάνει στο 35,7% γεγονός που σημαίνει ότι μία στις τρεις γυναίκες κάτω των 25 ετών που επιθυμεί να εργαστεί δεν καταφέρνει να εισέλθει στην αγορά εργασίας. Η μετανάστευση Το 15%-20% του εργατικού δυναμικού στην Ελλάδα αποτελείται από οικονομικούς μετανάστες, νόμιμους και -κυρίως- παράνομους, υπολογίζει μελέτη που απέστειλε η ελληνική κυβέρνηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή,4 μετανάστες οι οποίοι μάλιστα δεν μπορούν να «συντηρηθούν» πλέον. Όπως εξηγείται, οι μετανάστες, ενώ τα προηγούμενα χρόνια «βοήθησαν» στην ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ παρέχοντας φθηνό εργατικό δυναμικό - με τη μετανάστευση, υπολογίζεται ότι διογκώθηκε στο 33%-35% του ΑΕΠ από το 30%, στο οποίο έφτανε στο τέλος της δεκαετίας του 1980 - τώρα οι μετανάστες αυξάνουν την ανεργία και περιορίζουν τα δημόσια έσοδα. Οι μετανάστες αυξάνουν επίσης και τη «μαύρη οικονομία», η οποία υπολογίζεται ότι αγγίζει πλέον το 35% του ΑΕΠ από 30% στο τέλος της δεκαετίας του 1980. Στη «μαύρη» οικονομία, υπολογίζεται ότι συμμετέχουν, σε κάποιο βαθμό, 2 στους 3 εργαζόμενους. Η μετανάστευση, στήριξε την αύξηση της εργασίας των γυναικών (μέσω της παροχής φθηνής φροντίδας σε παιδιά και ηλικιωμένους), διευκόλυνε την αγροτική παραγωγή, συνέβαλε στη βιωσιμότητα πολλών μικρών επιχειρήσεων (βιοτεχνικών και τουριστικών κυρίως) αλλά και κατασκευαστικών, οι οποίες διαφορετικά, λόγω μικρής ανταγωνιστικότητας, ίσως αντιμετώπιζαν ακόμη και πρόβλημα επιβίωσης. Μόνο που πλέον οι προτεραιότητες έχουν αλλάξει. Υπολογίζεται ότι νομίμως κατοικούν 1 εκατομμύριο οικονομικοί μετανάστες, με τις οικογένειές τους, και σε αυτούς πρέπει να προστεθεί ένας σημαντικός αριθμός παράνομων μεταναστών. Συνολικά υπολογίζεται ότι εργάζονται μετανάστες ίσοι με το 15%-20% του εργατικού δυναμικού, δηλαδή 580-780 χιλιάδες άτομα. Το πιο σημαντικό δεδομένο, που προκύπτει από την έρευνα, είναι ότι, με τόσο υψηλό ποσοστό ανεργίας που έχει η Ελλάδα, δύσκολα θα λυθεί με τόσο υψηλό αριθμό ξένων εργαζομένων, με δεδομένες τις δυσκολίες που παρουσιάζονται στην ελληνική αγορά εργασίας.
|
|