|
|
|
|
|
|
|
|
ΕΛΛΑΔΑ Όψεις
του δημογραφικού προβλήματος στην
Ελλάδα
Του δρος Φάνη
Μαλκίδη
Επικουρου
καθηγητη κοινωνιολογιας του
Δημοκριτειου
Πανεπιστημιου Θρακης
Ορισμένες
παρατηρήσεις σχετικά με τον πλανήτη και
την Ευρώπη
Η
ραγδαία αύξηση πληθυσμού, η οποία άρχισε
από το 17ο αιώνα και μετά, είχε ως
αποτέλεσμα στις αρχές του περασμένου
αιώνα ο πληθυσμός της Γης να
τριπλασιαστεί, στα μέσα του 20ου αιώνα να
οκταπλασιαστεί και το 2000 ο πληθυσμός να φτάσει τα
6 δισεκατομμύρια. Ουσιαστικά όμως το
δημογραφικό του πλανήτη έχει δύο όψεις:
Η μία αφορά τον πολύ νεανικό πληθυσμό
της Αφρικής, και η άλλη τον πλήρως
γηρασμένο της Ευρώπης. Ως το 2045 στην
Αφρική θα ζει το 20% του παγκόσμιου
πληθυσμού (το αντίστοιχο ποσοστό το 1960
έφτανε το 9%), ενώ στην Ευρώπη την ίδια
εποχή θα κατοικεί το 7% του παγκόσμιου
πληθυσμού (έναντι του 20% το 1960). Σε
άλλες περιοχές του πλανήτη
υπάρχουν αντικρουόμενα
στοιχεία. Για παράδειγμα ο δείκτης
γεννητικότητας στις ΗΠΑ είναι 2,07 (λόγω
μειονοτήτων), στην Κίνα 1,8 (λόγω
πολιτικής μείωσης των γεννήσεων), στην
Ινδία 3,24, στο Ισραήλ 2,9 και στη Γάζα 7,9. Στην
ήπειρό μας ο μέσος αριθμός παιδιών
ανά γυναίκα στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.)
είναι μόλις 1,53 - το όριο για την
αναπλήρωση των γενεών είναι 2,1 παιδιά -
και μόνον η Ιρλανδία
προσεγγίζει το συγκεκριμένο όριο. Στην
περιοχή μας το 2025 ο πληθυσμός της
Αλβανίας (μαζί με τους Αλβανούς του
Κοσσυφοπεδίου και της FYROM) αναμένεται να
φτάσει τα 12 εκατ., της Τουρκίας τα 98,7 εκατ..
Ωστόσο, επειδή ο δείκτης γεννήσεων των
Κούρδων είναι μεγαλύτερος σε σχέση με
εκείνον των Τούρκων, το 2025 εκτιμάται ότι
το 44,4% του πληθυσμού της Τουρκίας θα
είναι Κούρδοι. Η
Ελλάδα
Η
δημογραφική κατάσταση για την Ελλάδα
συνεχίζει να είναι εφιαλτική εδώ και
πολλά χρόνια. Το 1940 είχαμε 179.510 γεννήσεις
και 93.830 θανάτους, το 1950 151.134 γεννήσεις
και 53.755 θανάτους. Το 1960 η σχέση ήταν 157.239
προς 60.563, το 1970 ήταν 144.928 προς 74.009, το 1980
ήταν 148.134 προς 87.282, το 1990 ήταν 102.229 προς
94.152 και το 1996 100.718
προς 100.740, δηλαδή οι θάνατοι ξεπέρασαν
τις γεννήσεις, όπως
συνέβη και το 1998 και 1999.
Αλλά και το 2000 η Ελλάδα ήταν μία από
τις 4 χώρες της Ε.Ε. (οι άλλες ήταν η
Γερμανία, η 1998 και 1999 Ιταλία και η
Σουηδία), στις οποίες σημειώθηκε φυσική
μείωση, ενώ στις υπόλοιπες σημειώθηκε
φυσική αύξηση (οι γεννήσεις ξεπέρασαν
τους θανάτους). Η
δραματική μείωση των γεννήσεων την
τελευταία εικοσαετία είχε ως συνέπεια
οι νέοι και οι νέες ηλικίας μέχρι 19 ετών
από 2.910.000 (ποσοστό 33,4% του πληθυσμού) το
1967, να μειωθούν σε 2.420.000 (ποσοστό 23,1% του
πληθυσμού) το 1997. Αν
ληφθεί υπόψη ότι η φυσική αύξηση του
πληθυσμού (γεννήσεις μείον θάνατοι) στο
διάστημα της 20ετίας 1981-2000 ήταν περίπου
294.000, είναι σαφές ότι η υπόλοιπη αύξηση
κατά περίπου 536.000 προήλθε από την
καθαρή εισροή προσφύγων ομογενών και
μεταναστών και λαθρομεταναστών και
κύρια από την Αλβανία. Πιο
συγκεκριμένα, τη
δεκαετία 1981-1990 η φυσική αύξηση ήταν 272.000
και η καθαρή εισροή μεταναστών 132.000 (ποσοστό
33% της συνολικής αύξησης του πληθυσμού).
Τη δεκαετία, όμως, του 1991-2000 η φυσική
αύξηση ήταν μόνο 22.000 και η καθαρή εισροή
μεταναστών 404.000 (ποσοστό 95% της συνολικής
αύξησης του πληθυσμού). Δημογραφικό
και (1οβάθμια και 2οβάθμια)
εκπαίδευση
Η
επεξεργασία των στοιχείων της πρόσφατης
απογραφής, ανέδειξε
όμως και μια άλλη όψη του
δημογραφικού, τη μείωση κατά 20% περίπου
των παιδιών ηλικίας 6-15 ετών. Σύμφωνα με
τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής
Υπηρεσίας τη σχολική χρονιά 2000-2001
διαπιστώθηκε ότι στα σχολεία της 9χρονης
υποχρεωτικής εκπαίδευσης (δημοτικά και
γυμνάσια) φοίτησαν συνολικά 1.001.616
μαθητές, εκ των οποίων οι 641.000 φοίτησαν
στο δημοτικό σχολείο και οι 360 χιλιάδες
στο γυμνάσιο. Πριν από ακριβώς 10 χρόνια,
οι μαθητές, οι οποίοι φοιτούσαν στην 9χρονη
υποχρεωτική εκπαίδευση ήταν 230.000
περισσότεροι. Η μείωση στο διάστημα
αυτό των μαθητών στα δημοτικά σχολεία
είναι της τάξης του 18,3%, ενώ η μείωση στα
γυμνάσια ανέρχεται στο 19,4%. Οι
μεγαλύτερες μειώσεις στο μαθητικό
πληθυσμό των δημοτικών σχολείων της
χώρας αφορούν δεκάδες χωριά της Μακεδονίας
(Ν. Γρεβενών, Καστοριάς, Φλώρινας), της Στερεάς
(Ν. Ευρυτανίας, Αιτωλοακαρνανίας), της Ηπείρου
(Ν. Άρτας, Ιωαννίνων, Πρεβέζης), της Θεσσαλίας
(Ν. Τρικάλων), της Πελοποννήσου (Αρκαδία,
Ηλεία, Μεσσηνία) κ.ά., ενώ το σχολικό έτος
2001-2002 φοίτησαν 3.000
παιδιά λιγότερα ηλικίας 6-15 ετών στους
Νομούς Γρεβενών, Ευρυτανίας, Ζακύνθου,
Θεσπρωτίας, Κεφαλληνίας, Λευκάδας, Σάμου,
Φωκίδας, Φλώρινας, ενώ στην επόμενη
πενταετία 2001-2005 κινδυνεύουν να βρεθούν
στην ίδια θέση οι Νομοί Άρτας, Καστοριάς,
Πρέβεζας και Χίου. Τα
τελευταία χρόνια κλείνουν σταθερά 150
δημοτικά σχολεία τον χρόνο,
ένα στα δύο δημοτικά σχολεία έκλεισαν
για πάντα στους Νομούς Κιλκίς, Κερκύρας,
Λευκάδας, ενώ ένα στα τρία δημοτικά
σχολεία έκλεισαν στους Νομούς Έβρου,
Κοζάνης, Θεσπρωτίας, Πρέβεζας, Αρκαδίας,
Μεσσηνίας, Φθιώτιδας, Ευρυτανίας, Σάμου,
Ρεθύμνης κ.λπ. Την
ίδια στιγμή αλλοδαποί και ομογενείς
πρόσφυγες συμπληρώνουν κενά
που δημιουργούνται. Ενώ την περίοδο
1985 έως 1995 η μείωση των μαθητών των
δημοτικών σχολείων ήταν κατά μέσο όρο
περίπου 20.000 ετησίως, τα τελευταία
χρόνια η μείωση είναι πολύ μικρότερη,
γεγονός που οφείλεται στην ολοένα και
αυξανόμενη είσοδο των παιδιών των
προσφύγων και μεταναστών από την πρώην
ΕΣΣΔ και την Αλβανία. Τα παιδιά αυτά
αύξησαν το μαθητικό δυναμικό των
δημοτικών σχολείων τα τελευταία δύο -
τρία χρόνια τουλάχιστον κατά 65.000 και
των Γυμνασίων κατά 20.000. Σύμφωνα
με τα στοιχεία που παρουσίασε η Ένωση
Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Ελλάδας,
κατά τη διάρκεια ημερίδας με θέμα «Αλλοδαποί
μαθητές στη δημόσια εκπαίδευση»,
στα τέλη του περασμένου Σεπτεμβρίου,
ο αριθμός αλλοδαπών και προσφύγων – «παλιννοστούντων,
σύμφωνα με τη διατύπωση - μαθητών σε
ολόκληρη την Ελλάδα ανέρχεται στις
100.000, ενώ
ένας στους τέσσερις μαθητές στα σχολεία
του Δήμου της Αθήνας είναι αλλοδαπός. Με
βάση στοιχεία του υπουργείου Παιδείας
(2000) οι αλλοδαποί και «παλιννοστούντες»
μαθητές στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση σε
όλη την Ελλάδα είναι 65.546 (10,7%), εκ των
οποίων οι 43.000 προέρχονται από την
Αλβανία, οι 16.459 από την πρώην ΕΣΣΔ και 3.500
από διάφορες χώρες της Ε.Ε. Στη
δευτεροβάθμια εκπαίδευση το ποσοστό
τους είναι μικρότερο, καθώς κατά το
σχολικό έτος 2000-2001 οι αλλοδαποί μαθητές
ανέρχονταν στο 4,5% του συνόλου των
μαθητών. Οι περισσότεροι από τους
αλλοδαπούς μαθητές συγκεντρώνονται στην
Αττική (47%), στην Κεντρική Μακεδονία
(24%) και στην Ανατολική Μακεδονία και
Θράκη (9%). Στο Δήμο Αθηναίων
συγκεκριμένα φοιτούν συνολικά 72.937
μαθητές, εκ των οποίων οι 16.049 είναι
αλλοδαποί, δηλαδή ποσοστό 22%., ενώ σε
πολλά σχολεία της πρωτεύουσας το
ποσοστό αυτό φθάνει και το 76,19%, όπως
στο 53ο νηπιαγωγείο. Επίσης, στο 22ο
δημοτικό σχολείο το 75,93% των μαθητών
είναι ξένοι, ενώ στο 2ο γυμνάσιο το 74,43%. Συμπερασματικά
ή χωρίς περαιτέρω σχόλια
Η
Ελλάδα γνωρίζει και θα συνεχίσει να
γνωρίζει το 2050
τον τρίτο υψηλότερο βαθμό ηλικιακής
εξάρτησης μετά την Ισπανία και την
Ιταλία: θα αντιστοιχούν 58,7 υπερήλικες σε
κάθε 100 κατοίκους κάτω των 64 ετών. Την
ίδια στιγμή οι προβλέψεις του
Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και
Ανάπτυξης τονίζουν ότι το 2025 ο πληθυσμός
της Ελλάδας θα ανέλθει στα 14,5 εκατ. με
τους μετανάστες να ξεπερνούν τα 3,5 εκατ.
Οι σημερινές δημογραφικές τάσεις στην
Ελλάδα, συνεπώς, θα οδηγήσουν στη ριζική
γήρανση του πληθυσμού, ο αριθμός των
παιδιών θα μειώνεται, με παράλληλη την
εκπληκτική αύξηση των ηλικιωμένων.
Ένα εφιαλτικό σενάριο εν όψει.
|
|