The strong voice of a great community

October 2002

Ελεύθερα

 

Δέσμιοι του παρελθόντος

 

Του Θωμά Στεφ. Σάρα

 

            Πραγματικά θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως η τελευταία ευκαιρία για τη διάσωση της Τουρκίας. Ένα γεγονός, το οποίο τόσο καλά έγινε αντιληπτό από κάθε κοινωνικό σύνολο της χώρας εκτός από τους αλαζονικούς στρατοκράτες, οι οποίοι ασκούν την πραγματική εξουσία. Γι’ αυτούς το πιο σπουδαίο σημείο κάθε συμφωνίας ή και συνθήκης, που επρόκειτο να αποδεχθεί η χώρα, ήταν η διατήρηση του ελέγχου των πολιτικών εξελίξεων από το στρατό. Σ’ αυτό βέβαια τους ενεθάρρυνε και η Ουάσιγκτον, η οποία στην στρατοκρατική «δημοκρατία» της Άγκυρας έβλεπε έναν υπάκουο υπηρέτη και ένα «σύμμαχο», στον οποίο θα μπορούσε να υπολογίζει κάθε φορά που είχε ανάγκη. Και αυτό, φυσικά, ήταν το μεγάλο λάθος των στρατοκρατών της Άγκυρας, οι οποίοι πίστεψαν ότι πραγματικά η διοίκηση του προέδρου Μπους ήταν εκείνη που θα τους οδηγούσε από το χέρι στην έδρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ).

            Θα πρέπει να τονισθεί στο σημείο αυτό ότι υπήρξαν και οι σχετικές φωνές των πολιτικών παρατηρητών μέσα στην Τουρκία, οι οποίες προσπάθησαν να προειδοποιήσουν τους υπεύθυνους για το ενδεχόμενο της αποτυχίας και τις τρομερές συνέπειες πάνω στη χώρα. Ένας από αυτούς, ο Χασάν Κεμάλ της εφημερίδας «Μιλιέτ», αναλύοντας την πολιτική πραγματικότητα προειδοποίησε για την ανάγκη εντατικοποίησης του ρυθμού εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων, που είχε ψηφίσει και αποαδεχθεί το εθνικό κοινοβούλιο της Τουρκίας.

            Οι αποφάσεις εκείνες αφορούσαν την εναρμόνιση της νομοθεσίας της χώρας με εκείνη της ΕΕ. Παρά δε το σημαντικό γεγονός της αποδοχής τους από το νομοθετικό σώμα της χώρας, παρέμειναν απλώς μια τυπική διαδικασία στην ιεραρχία της στρατοκρατούμενης εκτελεστικής εξουσίας της χώρας.

            Το πρόβλημα της Κύπρου, εκείνο της πιθανότητας αρνητικών αποτελεσμάτων των γενικών εκλογών της 3ης Νοεμβρίου 2002, υπήρξαν οι σπουδαιότεροι λόγοι αδυναμίας δρασκέλισης του διαχωριστικού πολιτικού χάρτη μεταξύ τουρκικής και ευρωπαϊκής πραγματικότητας.

            Ένας δεύτερος, εξίσου σημαντικός λόγος, υπήρξε εκείνος της αδυναμίας των στρατοκρατών να αντιληφθούν ότι οι μέθοδοι του παρελθόντος να εκβιάζουν και να επιβάλλουν με τη βία τη θέλησή τους στη σημερινή Ευρώπη αποτελούσαν απλώς παρελθόν. Και όμως, για τη χώρα αυτή με το τόσο αμαρτωλό παρελθόν, οι πολιτικές σκοπιμότητες και επιρροές των συνεταίρων της ΕΕ αποτέλεσαν άλλη μια ευκαιρία, την οποία, εάν προσπαθούσε να εκμεταλλευθεί, θα αποτελούσε «σανίδα σωτηρίας» από τη σκληρή μοίρα, που πρόκειται να γνωρίσει τον 21ο αιώνα.

            Παρ’ όλη, ωστόσο, την απροθυμία της να προχωρήσει στην ουσιαστική εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, η Άγκυρα συνέχισε να πιέζει την Ευρώπη για τον καθορισμό ημερομηνίας έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων.

            Στο γεγονός ότι η Ευρώπη δέχθηκε να διαπραγματευθεί με τις δώδεκα υποψήφιες προς ένταξη χώρες, απομονώνοντας έτσι την τελευταία, την Τουρκία, λόγω των οικονομικών και πολιτικών συνθηκών που επικρατούσαν στη χώρα, οι στρατηγοί της Άγκυρας αντέδρασαν με απειλές και επίδειξη των διαθέσεών τους ενάντια στη γειτονική Ελλάδα και τη μικρή και άοπλη Κύπρο, τον «εγωισμό» της εθνικής κυριαρχίας, τον οποίο έθεσαν κατ’ επανάληψη υπό δοκιμασίαν.

            Εκείνο, ωστόσο, που για την Ευρώπη ερμηνευόταν «πράξεις πολιτικών προεκλογικών σκοπιμοτήτων», για την Άγκυρα ήταν υπόθεση στρατηγικών σχεδίων για να παρασυρθεί τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος, προσφέροντας μια μοναδική ευκαιρία «ξεκαθαρίσματος» μιας και καλή των «υφισταμένων διαφορών» στο Αιγαίο και στην Κύπρο. Οι δύο αυτές χώρες, όμως, αντιμετώπισαν με ψυχραιμία τις προκλήσεις, στερώντας έτσι την Άγκυρα από την ευκαιρία που περίμενε. Παράλληλα οι Ευρωπαίοι δεν παρέλειψαν να προειδοποιήσουν την Άγκυρα, ότι θα έπρεπε να κινηθεί αμέσως προς τον τομέα της εφαρμογής της νέας νομθεσίας ή, διαφορετικά, κινδύνευε να χάσει το τρένο της Ευρώπης.

            Μιλώντας στις αρχές του Σεπτέμβρη σε ομάδα Τούρκων επιχειρηματιών ο πρωθυπουργός της Γερμανίας άφησε να ξακαθαριστούν απόλυτα οι σκέψεις του: «Θα είναι μη ρεαλιστικό», τόνισε, «να περιμένει η Τουρκία από την Ευρώπη να της καθορίσει κάποια ημερομηνία έναρξης των διαπραγματεύσεων».

            Παρόμοιο ήταν και το μήνυμα του Ευρωπαίου επιτρόπου υπευθύνου για την επέκταση της Ένωσης. «Οι πρόσφατες αναμορφώσεις στη νομοθεσία της Τουρκίας», δήλωσε, «είναι πολύ σπουδαίες για την υπόθεση της ευρωπαϊκής πορείας, αλλά η τουρκική κυβέρνηση δεν θα πρέπει να αναμένει από την ΕΕ να καθορίσει κάποια συγκεκριμένη ημερομηνία για την έναρξη των διαπραγματεύσεων στη διάσκεψη της Κοπεγχάγης το Δεκέμβριο. Η Ευρώπη επιθυμεί να δει ότι η Τουρκία αρχίζει την εφαρμογή αυτών των μεταρρυθμίσεων το συντομότερο δυνατό». Και συμπλήρωσε: «Προσωπικά δεν πιστεύω ότι η κυβέρνηση της Τουρκίας θα είναι σε θέση να εφαρμόσει αυτές τις αναμορφώσεις της νομοθεσίας της πριν από το Δεκέμβρη».

            Αντιδρώντας στις πολιτικές διαμορφώσεις ο πρωθυπουργός της Τουρκίας, Μπουλέντ Ετζεβίτ, με δηλώσεις του αναφέρθηκε στην ύπαρξη δύο κρατών, δύο λαών και δύο διαφορετικών πολιτισμών στην Κύπρο, και ζήτησε από την ΕΕ να διακόψει τις «άχρηστες» σχέσεις της με την κυβέρνηση της δημοκρατίας.

            Παρ’ όλ’ αυτά και απαντώντας στον Τούρκο πρωθυπουργό, ο επίτροπος Φερχόιγκεν, μιλώντας στην ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τόνισε ότι τόσο οι Τούρκοι όσο και οι Τουρκοκύπριοι (Τ/Κ) έχουν να κερδίσουν πολλά από την επίλυση του Κυπριακού και την ένταξη της Κύπρου ως ενιαίου κράτους στην ΕΕ. «Θα καταβάλω κάθε δυνατή προσπάθεια», πρόσθεσε, «και θα απευθύνω και πάλι κατεπείγουσα έκκληση προς τους Τούρκους και τους Τ/Κ για να αναγνωριστεί το γεγονός ότι, εάν δεν επιτευχθεί λύση στο κυπριακό πρόβλημα, θα αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις οι Τούρκοι, οι οποίοι μπορούν να κερδίσουν πολλά από την πολιτική επίλυση, ενώ αντίθετα έχουν να χάσουν πολλά από τη μη επίτευξη λύσης».

            Το μήνυμα, ξεκάθαρο προς την Άγκυρα, δεν φάνηκε να προβλημάτισε και πολύ τη διοίκηση, η οποία, επικαλούμενη τις ιδιαιτερότητες της τουρκικής κυριαρχίας, συνέχισε να παριστάνει τον αδιάφορο στις απαιτήσεις των Ευρωπαίων. Απεναντίας, μάλιστα, με δικές του δηλώσεις ο πρωθυπουργός της Τουρκίας τόνισε ότι «δεν υπάρχουν δυσκολίες για την Τουρκία, οι οποίες θα της εμποδίσουν την εισαγωγή στην ΕΕ». Με τη διαβεβαίωση ότι η Τουρκία θα κάνει ο,τιδήποτε θα πρέπει για το θέμα αυτό, ζήτησε από την Ευρώπη να «ανοίξει τελείως τις πόρτες της» στην Τουρκία. Προειδοποίησε, τέλος, ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να αποδεχθεί τον παρεμβατισμό της Ευρώπης πάνω στο Κυπριακό. «Το κυπριακό θέμα αποτελεί υπόθεση μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων Κυπρίων», συμπλήρωσε. «Η Τουρκία δεν πρόκειται να αποδεχθεί την παρεμβολή καμιά άλλης χώρας στο Κυπριακό πέραν της Ελλάδας και της Βρετανίας».

            Παράλληλα με αυτές τις εξελίξεις, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Ετζεβίτ και αρχηγός του πολιτικού κόμματος της «Μάνας Πατρίδας», Μεσούτ Γιλμάζ, με προσφυγή του στο ανώτατο συνταγματικό δικαστήριο της Τουρκίας, ζήτησε την ακύρωση ως αντισυνταγματικών έξι άρθρων του πακέτου της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Μολονότι η ενέργεια δεν είχε καμιά πρακτική επίπτωση πάνω στην τύχη της νομοθεσίας, έκανε εμφανή την πραγματικότητα της ύπαρξης αντιδράσεων μέσα στους κόλπους της κυβέρνησης για την πορεία της Τουρκίας προς την Ευρώπη.

            Παρ’ όλ’ αυτά, η τουρκική προκλητικότητα συνέχισε να αποτελεί μια καθημερινή εμπειρία για την Ελλάδα και την Κύπρο, καθώς ομάδες των πολεμικών αεροσκαφών της χώρας συνέχισαν σε καθημερινή βάση να παραβιάζουν τον εναέριο χώρο της Ελλάδας στο Αιγαίο και στην Κύπρο.

 

Κουρδιστάν

 

            Κάτω από αυτές τις διαμορφώσεις θα μπορούσε να αναμένει ο παρατηρητής ότι η κυβέρνηση Ετζεβίτ προσπαθούσε να διαπραγματευθεί τις θέσεις της με την Ευρώπη εκμεταλλευόμενη τη γεωγραφική της τοποθεσία μεταξύ ανατολής και δύσης.

            Νέα προβλήματα, ωστόσο, εμφανίστηκαν πάνω από τον ορίζοντα των «εθνικών συμφερόντων» της Τουρκίας. Τη φορά αυτή ήταν η εξαγγελία της υπογραφής συμφωνίας μεταξύ των αντιμαχομένων ανταρτικών ομάδων των Κούρδων για εκεχειρία καθώς και την επανάληψη της λειτουργίας του εθνικού κοινοβουλίου των Κούρδων.

            Η Άγκυρα αντέδρασε με προειδοποιήσεις προς κάθε ενδιαφερόμενο, ότι δεν προτίθεται να επιτρέψει αλλαγή των υφισταμένων γεωπολιτικών συνόρων των γειτονικών της κρατών, συμπεριλαμβανομένου και του Ιράκ. Είναι βέβαιο, ότι στη δημιουργία του κουρδικού εθνικού κοινοβουλίου, η Άγκυρα είδε τη δημιουργία νέων εθνικιστικών ανέμων για την ανεξαρτητοοποίηση των Κούρδων της επικρατείας της, κάτι που οι στρατοκράτες της Τουρκίας δεν επρόκειτο να δεχθούν με κανένα τρόπο.

            Παρ’ όλες όμως τις εξελίξεις και κάτω από τις σκοπιμότητες των πολιτικών σχεδιασμών του προέδρου των ΗΠΑ, George Bush, για εισβολή στο έδαφος του Ιράκ, η τουρκική διοίκηση προτίμησε να σταματήσει τη δυσφορία της στο σημείο αυτό. Για άλλη μια φορά όλες οι πολιτικές προσπάθειες της Τουρκίας φάνηκε να επικεντρώθηκαν στο πώς θα επιτύχει να γίνει δεκτή η χώρα στην ευρωπαϊκή οικογένεια χωρίς να υποχρεωθεί να εφαρμόσει πλήρως τις νομοθετικές αλλαγές του ευρωπαϊκού πακέτου.

            Η αμερικανική διοίκηση, από τη δική της πλευρά, συνέχισε να πιέζει του Ευρωπαίους συμμάχους της να δεχθούν την Τουρκία στην ευρωπαϊκή οικογένεια παρά το γεγονός της ύπαρξης εγκλεισμένων στις φυλακές της χώρας περισσοτέρων από χίλιους πολιτικούς κρατουμένους. Τέλος, η πιθανότητα κάποιας επιτυχίας των ισλαμιστικών δυνάμεων ή και των εθνικιστικών, γνωστών για τα αντιδυτικά αισθήματά τους, άρχισε να δημιουργεί νέους προβληματισμούς στην Ευρώπη. Κάτω από το φως αυτών των εξελίξεων δόθηκε στη δημοσιότητα η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η σχετική με τη διεύρυνση της Ένωσης. Η έκθεση αποδέχεται την Κύπρο όπως έχει στα μέλη της. Σχετικά με την Τουρκία οι συντάκτες καταλήγουν στη διαπίστωση ότι, παρά την πρόοδο που έχει πετύχει τον τελευταίο χρόνο, η χώρα αυτή δεν πληροί τα πολιτικά κριτήρια.

            Επισημαίνεται, επίσης, ότι θα πρέπει να γίνουν ακόμα πολλά, και γίνεται αναφορά στο ότι δεν έχει ξεκινήσει ακόμη η εφαρμογή στην πράξη των μεταρρυθμίσεων που ψηφίστηκαν από την τουρκική εθνοσυνέλευση.

            Στον τομέα της οικονομίας αναφέρεται ότι η αγορά της χώρας αντιμετωπίζει πολλά και σοβαρά προβλήματα σαν συνέπεια της πρόσφατης οικονομικής κρίσης που διέρχεται.

            Τέλος, η Επιτροπή δεν εισηγείται τον καθορισμό ημερομηνίας έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων με τη χώρα αλλά συνέχιση της προενταξιακής διαδικασίας με έντονο ρυθμό, και εισηγείται αύξηση της κοινοτικής οικονομικής βοήθειας.

            Παρά το γεγονός της διπλωματικής γλώσσας, στην οποία έχει συνταχθεί το έγγραφο, η ουσία πλέον είναι μία και μόνη, η έκθεση της Επιτροπής κλείνει πλέον οριστικά την ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας στην ΕΕ. Ήταν η πιο δραματική διαμόρφωση στο χώρο των ευρωπαϊκών εξελίξεων και της Μέσης Ανατολής. Τα γεγονότα των επόμενων ημερών, είναι βέβαιο, ότι θα επισφραγίσουν για πάντα αυτές τις εξελίξεις, καθώς στις 3 Νοεμβρίου όλες οι ενδείξεις προβλέπουν την επικράτηση των ισλαμιστικών πολιτικών κομμάτων, τα οποία κατά γενική ομολογία είναι αντιδυτικά. Κάτι παρόμοιο, όμως, είναι βέβαιο ότι υποχρεώνει την παρέμβαση των στρατηγών και την πιθανότητα στρατιωτικού νόμου. Μια παρόμοια προσπάθεια, ωστόσο, θα αποτελέσει και το ουσιαστικό τέρμα της πορείας αυτής της χώρας προς την Ευρώπη.

            Παράλληλα, στο εσωτερικό της χώρας, πρόκειται να ξεσπάσουν διάφορα κινήματα καθώς επίσης και ένοπλες εξεγέρσεις, οι οποίες θα υποκινηθούν από αντιαμερικανικά και αντιδυτικά στοιχεία.

            Η δημιουργία του κράτους των Κούρδων στο βόρειο Ιράκ και δίπλα ακριβώς στα σύνορα της χώρας με ένα μεγάλο αριθμό πολιτών κουρδικής συνείδησης, γλώσσας και πολιτισμού, καθιστά σχεδόν βέβαιο το γεγονός της μη ύπαρξης συνέχειας των υπολειμμάτων της άλλοτε παντοδύναμης αυτοκρατορίας των Οθωμανών. Και να σκεφτεί κανείς, ότι η επιτυχία τους ήταν τόσο κοντά. Το μοναδικό στοιχείο, που την σταμάτησε, ήταν το πείσμα του Ντενκτάς και ο εγωισμός και η αδιαλλαξία των στρατηγών.

            Όπως ήταν αναμενόμενο, η αντίδραση της Άγκυρας ήταν σφοδρή, πλην όμως για πρώτη φορά στην ιστορία της αρκέστηκε σε λόγια. Η γνωστή βιαιότητα των Μουράτ και Σουλεϊμάν φαινόταν σαν μια μακρινή ανταύγεια μιας δύναμης, η οποία έσβηνε και η οποία μοιραία ακολουθεί τους νόμους της φυσικής φθοράς. Και αυτό ακριβώς συνέβη με την Τουρκία του εικοστού πρώτου αιώνα, το ότι δεν κατόρθωσε να αντιληφθεί και να εκμεταλλευθεί τη δυναμική των πολιτικών εξελίξεων της εποχής. Ένα γεγονός το οποίο πρόκειται να αποβεί θανάσιμο λάθος των κυβερνώντων της.