![]()
|
||
|
|
||
|
|
||
|
ΕΚΛΟΓΕΣ ΔΙΧΩΣ
ΝΟΗΜΑ
Το φαινόμενο των Αμερικανικών
εκλογών σε κάθε άλλη περίπτωση θα
βρισκόταν στο επίκεντρο της ανάλυσης
των πολιτικών παρατηρητών και φυσικά
και αυτών των ίδιων των ψηφοφόρων, άπαξ
και είναι δεμένο αδιάσπαστα με την
καθημερινή τους ζωή και τις σχέσεις τους
με την διεθνή κοινότητα, παρ’ όλα όμως
αυτά, μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τις
Αμερικανικές εκλογές φαίνεται να
δείχνει η διεθνής κοινότητα παρά ο
Αμερικανός ψηφοφόρος. Ενδεικτικό
αυτής της πραγματικότητας είναι το
γεγονός της σχεδόν καθολικής
κατακραυγής των αμερικανών ψηφοφόρων
όταν την περασμένη εβδομάδα η Βρετανική
εφημερίδα Guardian,
οργάνωσε ένα είδος αποστολής επιστολών
των αναγνωστών της με σκοπό να
εντυπωσιάσει τους αναποφάσιστους
ψηφοφόρους της «Αμερικανικής
δημοκρατίας», να ψηφίσουν τον υποψήφιο
των δημοκρατικών Κέρρη. Για
άλλη μια φορά στα αμερικανικά
ηλεκτρονικά παράθυρα, οι ποιό γνωστοί
συντηρητικοί πολιτικοί σχολιαστές,
άρπαξαν την ευκαιρία να καταγγείλουν «εξωτερικές
παρεμβάσεις» στο σύστημα των
δημοκρατικών λειτουργιών της «αυτοκρατορίας
τους», και με τόσο ζήλο που είναι βέβαιο
ότι θα μπορούσαν να πείσουν τον
ανημέρωτο μέσο πολίτη ότι οι πολιτικοί
θεσμοί της χώρας κινδυνεύουν από το
εξωτερικό, παρά τον σεβασμό που οι ίδιοι
δείχνουν στα εσωτερικά των μικρών και
μεγάλων κρατών της διεθνούς κοινότητας. Για
τους περισσότερους από μας, όμως, είναι
γνωστό ότι η πραγματικότητα είναι κάθε
άλλο παρά αυτή. Κατά συνέπεια η χρήση
διπλών μέτρων και σταθμών στις σχέσεις
της Αμερικής με την διεθνή κοινότητα,
καθώς επίσης και εκείνων της διεθνούς
κοινότητας έναντι της Αμερικής αποτελεί
και πάλι το θέμα των ημερών. Διότι
διαφορετικά πως θα μπορούσε να
δικαιολογηθεί το γεγονός της
στρατιωτικής επέμβασης των ΗΠΑ και της
συμμάχου των Τουρκίας εναντίον κάποιας
άλλης μικρότερης χώρας προκειμένου να
διασφαλιστούν τα ζωτικά τους συμφέροντα,
χωρίς κανένα νομικό έρεισμα η και
δικαιοδοσία του διεθνούς δικαίου, αλλά
όμως η αποστολή επιστολών στους
αμερικανούς εκλογείς, να θεωρείται ως
ωμή παράβαση των κανόνων του διεθνούς
δικαίου και παρέμβαση στα εσωτερικά της
υπερδύναμης. Δεν
ήταν όμως εδώ και δύο χρόνια που η
διοίκηση του George
W. Bush,
αποφάσισε την στρατιωτική επέμβαση
ενάντια στο Ιράκ, διακηρύσσοντας το
δικαίωμα της Ουάσιγκτον να κάνει
στρατιωτικές επεμβάσεις για λόγους και
αιτίες καθαρά «προληπτικής»
στρατηγικής, όταν και εφ’ όσον πίστευε
ότι τα συμφέροντά της αντιμετώπιζαν από
την πολιτική κάποιας άλλης χώρας. Κάτι
παρόμοιο, ωστόσο, ιστορικά το συναντά
κάποιος μόνο στην πολιτική των
αυτοκρατοριών, οι οποίες θεωρούν ύψιστη
τιμή την διασφάλιση των εθνικών τους
συμφερόντων. Αυτή
όμως η διακήρυξη μονομερούς
παρεμβατισμού στις υποθέσεις άλλων
χωρών, αποτελεί την πλέον δραματική
έκφραση της πολιτικής και της
νοοτροπίας της διοίκησης του Προέδρου
Μπούς, και δημιούργησε ένα πραγματικά
βαθύ χάσμα μεταξύ της Αμερικής και
εκατομμυρίων ανθρώπων της διεθνούς
κοινότητας, οι οποίοι αισθάνθηκαν ότι η
διακήρυξη αυτής της πολιτικής τους
προσβάλλει και τους υποτιμά ταυτόχρονα
και μάλιστα στις αρχές του εικοστού
πρώτου αιώνα. Εκείνο,
πάντως, το οποίο προκαλεί ιδιαίτερη
εντύπωση είναι το γεγονός ότι στην
διάρκεια της παρούσας προεκλογικής
περιόδου, κανένας των υποψηφίων δεν
θέλησε να αναφερθεί στην νοοτροπία και
την πολιτική της διοίκησης Μπούς, να
εισβάλλει στρατιωτικά σε μια χώρα η και
να κηρύξει πόλεμο με τον ισχυρισμό της
προστασίας των αμερικανικών
συμφερόντων. Απεναντίας
μάλιστα συμβαίνει τελείως το αντίθετο,
κάτι που είναι και εξωφρενικό και αστείο.
Ο μεν Πρόεδρος να ισχυρίζεται ότι το
δικαίωμα αυτό αποτελεί αναπόσπαστο
μέρος των αυτοκρατοριών, και επομένως
και των ΗΠΑ, ο δε αντίπαλος του και
υποψήφιος των Δημοκρατικών να προσπαθεί
να διαβεβαιώσει ότι και ο ίδιος, χωρίς
ενδοιασμούς, υπερασπίζεται αυτό το
δικαίωμα. Θα
πρέπει δε να ομολογήσουμε ότι όταν
κάποια στιγμή, κατά την διάρκεια της
πρώτης κοινής εμφάνισης των δύο
αντιπάλων σε δημόσιο διάλογο, ο
υποψήφιος των δημοκρατικών Κέρρη
αναφέρθηκε στην στρατιωτική εισβολή των
ΗΠΑ στο Ιράκ, χωρίς την έγκριση της
Διεθνούς Κοινότητας, οι επιτελικοί του
προέδρου πίστεψαν ότι βρήκαν την
ευκαιρία να καθηλώσουν τον αντίπαλο του
με την κατηγορία ότι είναι τρομερά
αδύναμος στην διαχείριση των υποθέσεων
της αυτοκρατορίας των ΗΠΑ. Ένα
δεύτερο γεγονός το οποίο δυναμώνει τους
ισχυρισμούς των γερακιών του Μπούς,
είναι εκείνο της διαφωνίας του
πολεμιστή Κέρρη με την Αμερικανική
διοίκηση, στο πόλεμο του Βιετνάμ, το
οποίο οι αντίπαλοι του παρουσιάζουν σαν
ένδειξη της αδυναμίας του τελευταίου να
αγωνιστεί για να προστατέψει τα
συμφέροντα της «αυτοκρατορίας». Πέραν
του γεγονότος ότι μεταξύ των δύο
υποψηφίων ο ένας από αυτούς είναι
τιμημένος πολεμιστής ενώ ο δεύτερος
κοινός φυγόπονος και σκασιάρχης από το
εθνικό προσκλητήριο της εποχής, το
κωμικοτραγικό είναι ότι ο Κέρρη
προσπαθεί να πείσει τους αμερικανούς
ψηφοφόρους ότι και ο ίδιος είναι το ίσιο
γέρακας και φίλος του πολέμου, όσο και ο
αντίπαλος του. Απαντώντας
δε στις κατηγορίες του Προέδρου Μπούς,
ότι δήθεν είναι πολύ ελαστικός στην
υπόθεση του πολέμου ο υποψήφιος των
δημοκρατικών προσπαθεί να πείσει τους
αμερικανούς πολίτες ότι σε καμία
περίπτωση δεν πρόκειται να παραιτηθεί ή
και να επιτρέψει σε καμία άλλη χώρα να
παρέμβει η να λάβει αποφάσεις γύρω από
το δικαίωμα των ΗΠΑ να προχωρήσει σε «προληπτικό»
πόλεμο. Κάτι το οποίο έρχεται να
επιβεβαιώσει ότι στην πραγματικότητα
μεταξύ των δύο επίδοξων διεκδικητών της
εξουσίας της υπερδύναμης, ελάχιστες
είναι οι ιδεολογικές διαφορές ουσίας,
καθώς και οι δύο τους ενδιαφέρονται
αποκλειστικά και μόνον την διασφάλιση
των συμφερόντων του κατεστημένου και
των μεγάλων κεφαλαίων της Χαλιμπούρτον
του αντιπροέδρου του Μπούς, Τσένη. Είναι
ένας περίεργος συσχετισμός μεταξύ
θεωρίας και εφαρμοσμένης πολιτικής
φιλοσοφίας. Το δικαίωμα του δυνατού να
κρίνει μόνος του πότε και εάν θα πρέπει
να παρέμβει στις υποθέσεις κάποιας
άλλης χώρας, όταν πιστέψει ότι
απειλούνται τα συμφέροντά της,
παραβλέποντας τελείως την αποδοχή του
διεθνούς δικαίου ότι κάθε χώρα είναι
σεβαστή από την διεθνή κοινότητα και ότι
σε περίπτωση επίθεσης εναντίον της έχει
κάθε δικαίωμα ένοπλης αντίστασης
ενάντια στον εισβολέα. Το
δικαίωμα αυτό προβλέπεται ολοκάθαρα
στον καταστατικό χάρτη των Ηνωμένων
Εθνών, ο οποίος καθορίζει ότι : κάθε χώρα
έχει το δικαίωμα της αυτοάμυνας όταν
δέχεται στρατιωτική εισβολή και
επέμβαση στο έδαφός της. Κάθε άλλη μορφή
χρήσης στρατιωτικής δύναμης είναι
παράνομη, πλην των περιπτώσεων που το
Συμβούλιο Ασφάλειας των Ηνωμένων Εθνών
αποφασίσει ότι μία παρόμοια προσπάθεια
γίνεται μέσα στα πλαίσια κοινής
συμφωνίας και θέλησης των μελών της
διεθνούς κοινότητας για την διασφάλιση
της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. Κάπως
έτσι είχε ξεκινήσει και η Αμερικανική
διοίκηση προκειμένου να αποσπάσει την
σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Ασφάλειας
για την επέμβαση της στο Ιράκ. Όταν,
ωστόσο, διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε καμία
περίπτωση να αποσπάσει την σύμφωνη
γνώμη του Συμβουλίου για τα σχέδια της
να εισβάλει στο Ιράκ, προτίμησε να
αποσύρει την αίτησή της και προχώρησε
στον πόλεμο μονομερώς, χωρίς την γνώμη ή
την έγκριση των μελών του Συμβουλίου
Ασφάλειας. Μια
λεπτομέρεια η οποία μας λέει ότι η
επέμβαση ήταν παράνομη, όπως ακριβώς και
ο πόλεμος εναντίον του Ιρακινού λαού. Το
γεγονός αυτό ήλθε να επιβεβαιώσει και ο
ίδιος ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων
Εθνών σε πρόσφατη συνέντευξη του στο
αγγλικό σύστημα τηλεόρασης BBC. Το
περίεργο είναι ότι η συνταρακτική αυτή
δήλωση του Γενικού Γραμματέα, καμία ή
και ελάχιστη βρήκε ανταπόκριση από τα
Αμερικανικά μέσα μαζικής ενημέρωσης και
ακόμη και από τους δημοσιογράφους κατά
την διάρκεια των προεκλογικών διαλόγων
μεταξύ των δύο υποψηφίων. Απεναντίας
μάλιστα το σημείο που κράτησε την
συζήτηση στο επίκεντρο ήταν το κατά
πόσον ο κάθε υποψήφιος διέθετε σχέδιο
για το πως θα κερδηθεί ο πόλεμος στο Ιράκ,
ή και κατά πόσον οι Αμερικανοί θα ήσαν
περισσότερο ασφαλείς εάν είχαν
επικεντρώσει την προσοχή τους στην
σύλληψη του Osama
Bin Laden. Ενδιαφέρουσες
ερωτήσεις θα μου πείτε για τον μέσο
Αμερικανό πολίτη, εκεί πάντως που θα
έπρεπε να στραφεί η προσοχή του
Αμερικανικού κοινού είναι οι θέσεις και
η γνώμη του Γενικού Γραμματέα, ο οποίος
χωρίς την χρήση διπλωματικής γλώσσας
ξεκαθάρισε ότι ο πόλεμος στο Ιράκ είναι
παράνομος και ότι η Ουάσιγκτον δεν έχει
κανένα δικαίωμα στρατιωτικής επέμβασης
σε καμία απολύτως χώρα, όσο μικρή και εάν
είναι αυτή. Με άλλα λόγια δεν πρόκειται
μόνο για την ασφάλεια των Αμερικανών
πολιτών, αλλά και εκείνην των πολιτών
άλλων κρατών. Σύμφωνα
με την γνώμη γνωστών ακαδημαϊκών του
Διεθνούς Δικαίου η Τριμελής επιτροπή
δικαστών του Δικαστηρίου της
Νυρεμβέργης, μετά το τέλος του Δευτέρου
Παγκοσμίου Πολέμου, παραδέχθηκε ότι
ένας επιθετικός πόλεμος αποτελεί το
μεγαλύτερο διεθνές έγκλημα, λόγω του ότι
αποτελεί την αιτία από την οποία
ξεκινούν όλα τα άλλα εγκλήματα σε
συσχετισμό με αυτόν. Σύμφωνα
μάλιστα με την γνώμη του καθηγητή του
Πανεπιστημίου του Γιόρκ Μιχαήλ Μαντέλ, η
στρατιωτική επέμβαση στο Ιράκ από τις
ΗΠΑ, αντιστοιχεί με ανώτατο διεθνές
έγκλημα. Δεν
έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι η
διοίκηση του Προέδρου Μπούς έκανε τα
αδύνατα δυνατά να μας πείσει ότι έλαβε
κάθε δυνατό μέτρο για την αποφυγή
απωλειών και θυμάτων μεταξύ των αμάχων.
Αυτό όμως δεν λέει τίποτα απολύτως διότι
τα θύματα αυτά υπήρξαν αποτέλεσμα της
στρατιωτικών επιχειρήσεων των δυνάμεων
εισβολής των ΗΠΑ σε μια χώρα η οποία δεν
τις προκάλεσε και ούτε αποτελούσε
κίνδυνο για την Διεθνή Κοινότητα. Άρα
κάθε θύμα που έχασε την ζωή του ή και
τραυματίσθηκε, την ευθύνη φέρουν
απόλυτα τόσο η Αμερικανική διοίκηση και
ο George
W. Bush,
όσο και το στρατιωτικό επιτελείο της
χώρας. Σήμερα
με τις καθημερινές επιθέσεις
ενάντια στις Αμερικανικές δυνάμεις
κατοχής, η Ουάσιγκτον ισχυρίζεται ότι οι
δυνάμεις της στο Ιράκ βομβαρδίζουν
αμάχους προκειμένου να διασφαλίσουν την
αυτοάμυνά τους. Είναι μια δικαιολογία
αστεία και κωμική. Σύμφωνα με τον
καθηγητή Μαντέλ, ο εισβολέας δεν έχει
κανένα δικαίωμα αυτοάμυνας. «Εάν
κάποιος μπει παράνομα σε ένα σπίτι και
με την απειλή ενός πυροβόλου όπλου
κρατήσει τους ενοίκους όμηρους και
κάποιος από αυτούς προσπαθήσει να τον
σκοτώσει, αυτό θεωρείται αυτοάμυνα, εάν
όμως ο εισβολέας τους σκοτώσει πρώτος,
σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να
ισχυρισθεί ότι το έκανε για αυτοάμυνα,
είναι ένοχος φόνου». Βέβαια
όλα αυτά αποτελούν λεπτομέρειες τις
οποίες είναι αδύνατο να γνωρίζει ο μέσος
αμερικανός πολίτης και ψηφοφόρος, άπαξ
και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης της χώρας
προτιμούν να τα παραβλέπουν τελείως
αρκούμενα απλά στο ποιος από τους
υποψηφίους θα κατορθώσει να φέρει σε
πέρας τον πόλεμο, έστω και εάν χρειασθεί
να κατεδαφισθεί ολόκληρο το Ιράκ. Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές σήμερα, είμαι βέβαιος ότι ο νικητής των μεθαυριανών εκλογών θα είναι και πάλι ο George W. Bush. Όχι βέβαια επειδή είναι καλύτερος από τον αντίπαλό του, αλλά μάλλον επειδή αυτόν εμπιστεύεται περισσότερο το κατεστημένο της χώρας. Πιστεύω δε ακόμα ότι αμέσως μετά τον Γενάρη του 2005, θα γίνουμε και πάλι μάρτυρες ενός νέου μετώπου εναντίον του Ιράν. Μέχρι τότε όμως ας κάνουμε υπομονή, καθώς τον λόγο έχουν οι Αμερικανοί ψηφοφόροι της «μεγαλύτερης δημοκρατίας» της σύγχρονης κοινότητας του ανθρώπου. Πατρίδες
|
|
|