|
«Βάρβαροι»
και πολιτισμένοι Του
Νικου Α. Τουλιου
Με τις δηλώσεις του Σίλβιο
Μπερλουσκόνι περί υπεροχής του δυτικού
πολιτισμού σε σχέση με τον ισλαμικό, ο «πόλεμος
ενάντια στην τρομοκρατία» εμφανίζεται
απροκάλυπτα ως ένας πόλεμος πολιτισμών.
Είπε ο Ιταλός πρωθυπουργός: «Οφείλουμε
να έχουμε επίγνωση της υπεροχής του
πολιτισμού μας, ο οποίος αποτελείται από
αρχές που οδήγησαν σε μεγάλη ευημερία το
κοινωνικό σύνολο. Σε μας υπάρχει
σεβασμός των ανθρωπίνων, θρησκευτικών
και πολιτικών δικαιωμάτων, που σίγουρα
δεν υπάρχει σε ισλαμικές χώρες. Σε μας
υπάρχει κατανόηση της διαφορετικότητας
και ανεκτικότητας».
Η λογική αυτού του συλλογισμού
οδηγεί μοιραία στο συμπέρασμα ότι ο
άλλος, μη δυτικός, δεν είναι μόνο
διαφορετικός αλλά είναι και κατώτερος.
Αυτός ο επικίνδυνος ρατσισμός δεν
αποκαλύπτει μόνο μια βαθιά άγνοια του
ισλαμικού κόσμου και του αραβικού
πολιτισμού, στον οποίο η μεσαιωνική Δύση
οφείλει πάρα πολλά. Αποκαλύπτει
ταυτόχρονα και μια σκόπιμη διαστρέβλωση
ή αποσιώπηση της σωτηρίας του ίδιου του
δυτικού πολιτισμού, ο οποίος εξαπλώθηκε
στον υπόλοιπο κόσμο όχι τόσο με τη
δύναμη των αξιών του όσο με την
αποικιοκρατική κατάκτηση και με τα όπλα
της στρατιωτικής ισχύος, της οικονομίας
και της τεχνολογίας.
Η αλαζονική υπεροψία της Δύσης
απέναντι στον αραβικό κόσμο είναι μια
σταθερά βαθιά ριζωμένη στη συλλογική
συνείδηση. Είναι μια έκφραση της
αυτοσυνείδησης της ψευδούς συνείδησης
– της Δύσης, η οποία υπερηφανεύεται και
κολακεύει τον εαυτό της με την ιδέα ότι
αντιπροσωπεύει μια νησίδα ελευθερίας,
ευημερίας, ειρήνης και πολιτισμού, μέσα
στον ταραγμένο ωκεανό της «υπανάπτυξης»,
της καταπίεσης και της εξαθλίωσης, που
μαστίζουν τον υπόλοιπο κόσμο.
Τί γνωρίζουμε, όμως, εμείς οι δυτικοί
για τον ισλαμικό κόσμο, για τα σύνορά του,
για την ιστορία του, τη λογοτεχνία του,
για τους φιλοσόφους του και τη σοφία του,
για τους ποιητές και τις τέχνες του;
Τίποτα ή σχεδόν τίποτα. Από αυτή τη βαθιά
άγνοια πηγάζει μια ανησυχητική πλάνη. Η
άποψη που επικρατεί στη συλλογική
συνείδηση είναι ότι ο ισλαμικός κόσμος
είναι ένας κόσμος αθεράπευτα
καθυστερημένος, τοποθετημένος ήδη «εκτός
της ιστορίας», ένας κόσμος φανατικών και
απολίτιστων, ανίκανων να υιοθετήσουν τα
πολιτισμένα ήθη της σύγχρονης Δύσης, που
είναι τα μόνα ικανά να εγγυηθούν την
ειρήνη και την πρόοδο.
Αυτό σημαίνει ότι ο μέσος Δυτικός
δεν έχει απαλλαγεί από τις παραδοσιακές,
κεντρικές και ευρωκεντρικές
προκαταλήψεις του και από τη συνήθεια να
μετράει με βάση το δικό του μέτρο και το
δικό του συμφέρον τη θέση και την πορεία
των πολιτισμών και τα ηθικά δικαιώματα
των λαών. Τί απομένει τότε από την
κουλτούρα ανεκτικότητας της
ερμηνευτικής κατανόησης και του
διαλόγου, που η Δύση θέλει να εμφανίζει
ως «σήμα κατατεθέν», ως κύριο διακριτικό
γνώρισμά της;
Πώς είναι δυνατό, αυτή η παράδοση της
ανεκτικότητας, που μετράει ήδη επί
αιώνες ζωής, να έχει επηρεάσει τόσο λίγο
τη συλλογική συνείδηση της Δύσης;
Για να απαντήσουμε σε αυτό το
ερώτημα, θα χρειαζόταν ίσως να
αναμετρηθούμε τα εγγενή όρια των ιδεών
μας για την ανεκτικότητα, για να μη
μιλήσουμε για τα όρια της εφαρμογής
αυτών των ιδεών στην πράξη. Ήδη στον 17ο
αιώνα ο Τζον Λοκ με την «Επιστολή για την
ανεξιθρησκεία» διακήρυξε το ιδεώδες της
ανοχής που απέναντι σε όσους έχουν
διαφορετική γνώμη στα θέματα της
θρησκείας. Είναι, ωστόσο, αξιοσημείωτο
το ότι η θεωρία της ανεκτικότητας, που
διατύπωσε ο Λοκ, εξαιρεί «εκείνους που
αρνούνται την ύπαρξη της θεότητας, που
με κανέναν τρόπο δεν πρέπει να γίνονται
ανεκτοί. Οι υποσχέσεις, τα συμβόλαια και
οι όρκοι, που αποτελούν τους σκεπτικούς
δεσμούς της ανθρώπινης κοινωνίας, δεν
είναι δυνατό να έχουν ισχύ και ιερότητα
για έναν άθεο». Γιατί, «όταν
παραμερίζεται ο Θεός, ακόμη και με τη
σκέψη, όλα καταρρέουν» (Τζον Λοκ,
επιστολή για την ανεξιθρησκεία).
Στην ιστορική πορεία του ανθρώπινου
πολιτισμού η μάχη για την ανεκτικότητα
αναπτύσσεται προοδευτικά πάνω στους
άξονες: α)
Εκκοσμίκευση του κράτους και χωρισμός
των λειτουργιών της πολιτείας από
εκείνες της θρησκείας και της εκκλησίας,
β) Αναγνώριση της αυτονομίας της
θεωρητικής και επιστημονικής έρευνας
και της ελευθερίας της σκέψης και της
έκφρασης, γ) Καθιέρωση των επιστημών του
ανθρώπου ως πεδίου αναζήτησης και
γνώσης των «άλλων» πολιτισμών, δ)
Δημιουργία υπερεθνικών οργανισμών, μέσα
στους οποίους αναπτύσσεται ο ισότιμος
διάλογος ανάμεσα σε όλους τους
πολιτισμούς και σε όλες τις παραδόσεις,
ε) Βαθμιαία θεμελίωση ενός οικουμενικού
νομικού πλαισίου που ορίζει συμβατικά
το θεμιτό και το αθέμιτο στις σχέσεις
ανάμεσα στα κράτη με βάση το κοινό
συμφέρον για ειρήνη, συνεργασία κ.ο.κ.
Όλα αυτά αντιπροσωπεύουν σημαντικές
κατακτήσεις, που αναδεικνύουν την αξία
του ιδεώδους της ανεκτικότητας. Πολύ
συχνά, ωστόσο, η ρητορική επίκληση αυτού
του ιδεώδους χρησιμοποιείται
υποκριτικά στην επίσημη πολιτική των
ισχυρών της γης για να συγκαλύψει ή να
νομιμοποιήσει επιθετικές και βίαιες
ανέργειες ή εξουσιαστικές και
επεκτατικές συμπεριφορές. Ακόμη και η
ανεκτικότητα ή το διάλογος μπορούν να
χρησιμοποιηθούν ως πρόσχημα για την «ηθική»
και νομική δικαιολόγηση της βίας.
Η ιδέα ότι ο δυτικός πολιτισμός
είναι ανώτερος από τους άλλους, γιατί
μόνον αυτός κατανοεί τη διαφορετικότητα
και καλλιεργεί την ανεκτικότητα, είναι
μια ιδέα βαθύτατα μισαλλόδοξη, που κρύβει
μια ισχυρή ρατσιστική προκατάληψη. Η «επίγνωση
της υπεροχής του δυτικού πολιτισμού»
δεν εκδηλώνεται στην πράξη με ιδεώδεις
σωκρατικούς διαλόγους με τους άλλους,
αλλά με την ηγεμονική αξίωση της
αφομοίωσης των άλλων μέσω του πνεύματος,
της τεχνολογίας και του εμπορίου. Κι αν
κάποιος δεν δέχεται πειθήνια αυτή την
αφομοίωση, η Δύση αναλαμβάνει να
καταπολεμήσει τις αντιδράσεις του και
με άλλα πιο «αποτελεσματικά» μέσα.
Η ανθρωπολογική έρευνα μας μαθαίνει
να είμαστε πιο προσεκτικοί στις
συγκρούσεις μεταξύ πολιτισμών. Μας
μαθαίνει πρώτ’ απ’ όλα να μην
αντιλαμβανόμαστε τους πολιτισμούς σαν
κλειστά συστήματα, που δεν σχετίζονται
μεταξύ τους. Όταν μιλούμε για
πολιτισμούς, δεν πρέπει να
παραγνωρίζουμε τις μεγάλες εσωτερικές
του αντιφάσεις. Είναι λάθος να
απλουστεύουμε υπερβολικά και να τους
παρουσιάζουμε σαν να είναι ομοιογενείς
και συνεκτικοί στο εσωτερικό τους. Δεν
πρέπει, επίσης, να παραβλέπουμε τις
συμβολικές ανταλλαγές και τις
αλληλεπιδράσεις που παρατηρούνται,
πάντοτε στην ιστορία των σχέσεων
ανάμεσα σε πολιτισμούς. Η ιδέα ενός «καθαρού»
πολιτισμού, που δεν έχει «μολυνθεί» από
επιρροές, δάνεια και επιμιξίες, και που
είναι το αποκλειστικό προϊόν των δικών
του και μόνο παραδόσεων, δεν έχει σχέση
με την ιστορία. Υπάρχει ίσως μόνο στη
φαντασία όσων υιοθετούν μια εθνικιστική
ή ρατσιστική αντίληψη της ιστορίας του
πολιτισμού.
«Κάθε πολιτισμική πρόοδος», γράφει ο
Κλοντ Λεβί Στρος, «είναι έργο μιας
συμμαχίας μεταξύ των πολιτισμών». Στο
βιβλίο του «Φυλή και ιστορία» (Γνώση: ο
Γάλλος ανθρωπολόγος αναφέρεται, ανάμεσα
στ’ άλλα, και στο φαινόμενο της
οικουμενικής εξάπλωσης του δυτικού
πολιτισμού.
Μα θυμίζει έτσι ότι η προσχώρηση στο
δυτικό τρόπο ζωής δεν είναι καθόλου
αυθόρμητη, όπως θέλουν να πιστεύουν οι
Δυτικοί. Προέρχεται λιγότερο από
ελεύθερη απόφαση και περισσότερο από
έλλειψη επιλογής. Ο δυτικός πολιτισμός
εγκατέστησε τους στρατιώτες του, τα
εμπορικά γραφεία του, τις φυτείες του
και τους ιεραποστόλους του σε ολόκληρο
τον κόσμο. Επενέβη άμεσα η έμμεσα στη ζωή
των εγχρώμων πληθυσμών. Ανέτρεψε
εντελώς τον παραδοσιακό τρόπο ζωής τους,
είτε επιβάλλοντας το δυτικό είτε
δημιουργώντας συνθήκες, οι οποίες θα
συνεπιφέρουν την καταστροφή των
υφισταμένων πλαισίων, χωρίς να τα
αντικαταστήσουν με άλλα…»
Η ανθρωπότητα, τονίζει ο Λεβί Στρος,
πρέπει να φυλαχθεί, το δίχως άλλο από μια
τυφλή μονομέρεια, η οποία θα επεδίωκε να
επιφυλάξει το προνόμιο της ανθρώπινης
ιδιότητας σε μια φυλή, έναν πολιτισμό ή
μια κοινωνία. Αλλά, επίσης, πρέπει να μην
ξεχάσει ποτέ ότι κανένα τμήμα της
ανθρωπότητας δεν διαθέτει κανόνες
εφαρμόσιμους στο σύνολο και ότι μια
ανθρωπότητα σύμφυρτη μέσα σε ένα μόνο
τρόπο ζωής είναι αδιανόητη, διότι θα
ήταν ανθρωπότητα αποστεωμένη».
|