Ελλάδα και τουρκική κοινή γνώμη

 

Του Φανη Μαλκιδη

 

Σε μια έρευνα, η οποία πραγματοποιήθηκε από τη εταιρεία  Strategy Mori,  σε δείγμα 1.247 ατόμων σε όλη την Τουρκία,  η τουρκική κοινή γνώμη φαίνεται βαθιά πεπεισμένη για τη σταθερότητα των καλών σχέσεων με την Ελλάδα. Σε μια περίοδο εξαιρετικής αστάθειας και πιέσεων για την τουρκική κοινωνία μετρήσεις της κοινής γνώμης δείχνουν ότι σχεδόν το 80% των Τούρκων θεωρούν απίθανο το ενδεχόμενο ενός ελληνοτουρκικού πολέμου τα επόμενα χρόνια. Όσον αφορά την οικονομία, οι μετρήσεις της εταιρείας Strategy Mori δείχνουν ότι μόνο το 45% του πληθυσμού φαίνεται να πιστεύουν ότι ο πληθωρισμός μπορεί να μειωθεί στο 10% στον ορίζοντα της επόμενης πενταετίας.  Λιγότεροι από 40% πιστεύουν ότι η Τουρκία μπορεί να γίνει πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ λιγότεροι από 30% πιστεύουν ότι μπορεί να αναδιαρθρωθεί το πολιτικό σύστημα με τη συγχώνευση των κεντροδεξιών και κεντροαριστερών κομμάτων. Οικονομία και πολιτική στην Τουρκία το τελευταίο διάστημα αποτελούν κυρίαρχα ζητήματα μετά την πρόσφατη κρίση στις τράπεζες, την επέμβαση των Η.Π.Α στην τουρκική οικονομική δομή και τη δολοφονία του πλέον ισχυρού οικονομικού παράγοντα στην Τουρκία, εβραϊκής καταγωγής. Οι μετρήσεις της τουρκικής κοινής γνώμης υπογραμμίζουν άλλωστε ότι η κοινή γνώμη δεν τείνει ­ κάθε άλλο ­ «να εξάγει» τα προβλήματα και τις πιέσεις που δέχεται σε περιόδους κρίσης.

Μέσα στην αβεβαιότητα και στην απαισιοδοξία είναι εντυπωσιακό ότι σχεδόν το 80% είναι βέβαιοι ότι δεν μπορεί να ξεσπάσει ελληνοτουρκικός πόλεμος.  Αναλυτές και πολιτικοί είχαν ήδη επισημάνει ότι η πολιτική φιλίας και συνεργασίας με την Ελλάδα ήταν το μόνο ­ ίσως ­ θετικό στοιχείο στην τουρκική πολιτική σκηνή των τελευταίων χρόνων. Πολιτική που τουρκοποίησε ένα μεγάλο μέρος της ελλαδικής εξωτερικής πολιτικής με τις τελευταίες συναντήσεις και συζητήσεις με τον Αττίλα Ετζεβίτ και τους Γκρίζους Λύκους που συγκυβερνούν.

Μεταξύ των ατόμων με πανεπιστημιακή μόρφωση το 90% θεωρούν απίθανο το ενδεχόμενο σύγκρουσης με την Ελλάδα, έντεκα μονάδες περισσότεροι από το 79% που καταγράφεται ως ο εθνικός μέσος όρος. Μεταξύ των επαγγελματικών κατηγοριών αυτοί που είναι λιγότερο βέβαιοι από τον εθνικό μέσο όρο για τη σταθερότητα των σχέσεων είναι οι υπάλληλοι γραφείου που αποκλείουν κατά 63% την ελληνοτουρκική σύγκρουση,  ενώ και οι συνταξιούχοι αποκλείουν τη σύγκρουση σε ποσοστό 69%. Οι μικροί και μεσαίοι έμποροι και επιχειρηματίες, οι φοιτητές αλλά και οι αγρότες δείχνουν βεβαιότητα μεγαλύτερη από αυτήν του μέσου όρου. Στα επίπεδα του μέσου όρου κινούνται τα διευθυντικά στελέχη, ιδιοκτήτες επιχειρήσεων και οι νοικοκυρές.

Οι μετρήσεις δείχνουν επίσης τη βαθιά τομή στην πολιτική παιδεία των κομμάτων του χώρου της κεντροδεξιάς και των «κεντροαριστερών» κομμάτων που αναφέρονται περισσότερο στην ιδεολογία του κεμαλισμού. Οι λιγότερο πεπεισμένοι για τη σταθερότητα των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι όσοι ψηφίζουν το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP), το κόμμα που ίδρυσε ο Κεμάλ, το μοναδικό που λειτούργησε επί 30 χρόνια. Οι  κληρονόμοι του κόμματος του Κεμάλ εμφανίζονται να πιστεύουν λιγότερο στη σταθερότητα των ελληνοτουρκικών σχέσεων και οι ψηφοφόροι του αποκλείουν τη σύγκρουση σε ποσοστό 69%, δέκα μονάδες πιο κάτω από τον εθνικό μέσο όρο.

Την ίδια απόκλιση από τον εθνικό μέσο όρο εμφανίζουν και όσοι ψηφίζουν το Κόμμα της Δημοκρατικής Αριστεράς (DSP) (70%) του Αττίλα Μπουλέντ Ετζεβίτ, του εισβολέα και κατακτητή της Κύπρου και το Κόμμα της Εθνικιστικής Δράσης (ΜΗΡ) (70%), των φασιστών και ρατσιστών Γκρίζων Λύκων, δύο δηλαδή από τα τρία κόμματα που αποτελούν τον κυβερνητικό συνασπισμό. Στην ιδιοτυπία αυτή ίσως οφείλεται και η μεγάλη προσοχή με την οποία ο υπουργός εξωτερικών Ισμαήλ Τζεμ, που ανήκει στο DSP, χειρίζεται την πολιτική των σχέσεων με την Ελλάδα.

Οι ψηφοφόροι των κομμάτων της αποκαλούμενης «Δεξιάς» -  οι παραδοσιακές λέξεις έννοια «Δεξιά» και «Αριστερά» στην Τουρκία είναι συμβολικές, αφού η συντριπτική πλειοψηφία του τουρκικού κόσμου είναι κεμαλιστική, ρατσιστική, και έχει σωβινιστικό προσανατολισμό προς κάθε διαφορετική εθνότητα - δείχνουν αντίθετα μεγαλύτερη προσήλωση στη σταθερότητα των σχέσεων με την Ελλάδα. Έτσι το Κόμμα της Μητέρας Πατρίδας (ΑΝΑΡ) αλλά και οι οπαδοί του λεγόμενου «ισλαμιστικού» Κόμματος της Αρετής (FP) δείχνουν εντονότερη από τον μέσο όρο πίστη στο ότι δεν πρόκειται να υπάρξει ελληνοτουρκική σύγκρουση. Τη μεγαλύτερη πίστη στη σταθερότητα των ελληνοτουρκικών σχέσεων δείχνουν αυτοί που ψηφίζουν το φιλοκουρδικό κόμμα HADEP (Δημοκρατικό Κόμμα του Λαού) (93%), οι οποίοι βρίσκονται συγκεντρωμένοι στις κουρδικές επαρχίες και στις περιφέρειες των μεγάλων πόλεων και κυρίως στην Κωνσταντινούπολη.

Η γεωγραφική κατανομή των απόψεων για την ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύγκρουση δείχνει να αψηφά παλαιότερες διαχωριστικές γραμμές και δείχνει την εμφάνιση νέων ιδιαιτεροτήτων. Έτσι, η μικρότερη εμπιστοσύνη στις ελληνοτουρκικές σχέσεις εμφανίζεται στις περιοχές, όπου διαδόθηκε περισσότερο η άποψη ότι η Ελλάδα στήριζε τις δραστηριότητες του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (ΡΚΚ). Έτσι το Ικόνιο (48%), η Αττάλεια (68%), η Σαμσούντα (70%), η Προύσα (73%) δείχνουν μικρότερη εμπιστοσύνη στη σταθερότητα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, ενώ η Σμύρνη (100%), η Τραπεζούντα (100%), τα Άδανα (96%), η Κωνσταντινούπολη (87%), η Ερζερούμ (87%), η Άγκυρα (81%) δείχνουν πολύ μεγαλύτερη από τον μέσο όρο αισιοδοξία για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, οι προεκτάσεις και οι προοπτικές τους θα αποτελέσουν τους επόμενους μήνες κυρίαρχο ζήτημα, αφού η διεθνής ένταση και συγκυρία θα αναδείξει και άλλες παραμέτρους.