Σχέσεις ελληνικού και αρμενικού έθνους

 

Του Φανη Μαλκιδη

Δρος κοινωνιολογίας

Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

 

Για τις ελληνοαρμενικές σχέσεις μνεία μπορεί να γίνει κυρίως από τον 4ο π.Χ αιώνα. Ο μεγάλος γεωγράφος Στράβων γράφει  σχετικά με τους Αρμένιους: «Λέγεται δ' Ιάσονα  μετά Αρμένου του Θετταλού κατά τον πλούν τον επί της Κόλχοις μέχρι της Κασπίας Θαλάττης και την Τε Ιβηρίαν επελείεν και πολλά της Αρμενίας και της Μηδίας, ως μαρτυρεί τα τε Ιασόνια και τα άλλα υπομνήματα πλείω. Τον δε Αρμενόν είναι εξ Αρμενίου πόλεως των περί την Βοιβηίδα λίμνην μεταξύ Φερών και Λαρίσης. Τους συν αυτώ Τε οικήσαι την Τε Ακιλισηνήν και την Συσπιρίτιν έως Καλαχηνής και Αδιαβηνής και δη και την Αρμενίαν επώνυμον καταλειπείν».1

Ο  Στράβωνας ξαναγράφει για τις σχέσεις και την εξάρτηση της Αρμενίας από τους Σελευκίδες, επί βασιλείας Σελεύκου του Α', το 301 π.Χ. Από τα τέλη του 3ου π.Χ. αιώνα η Αρμενία συμπεριλαμβάνεται στα πλαίσια του ελληνικού νομισματικού κύκλου και το όνομα του βασιλιά Τιγράνη του Α' αναγράφεται στα νομίσματα ως «Βασιλέως Τιγράνου Φιλέλληνος».

Στην ελληνιστική περίοδο ο βασιλιάς Τιγράνης ο Β' μετοίκησε στην Αρμενία μισό περίπου εκατομμύριο αστικού πληθυσμού, στην προσπάθειά του να αναπτύξει τις πόλεις του χώρου. Οι πρώτοι κάτοικοι ήταν Έλληνες.2 Ακόμη προσκάλεσε και Έλληνες ηθοποιούς να παίξουν στο θέατρο των Τιγρανοκέτρτων, όπως αναφέρει και ο Πλούταρχος.3

Η ελληνική γλώσσα ήταν η επίσημη της βασιλικής αυλής,  του κράτους και των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων, ενώ μετά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου διαδόθηκε σε μεγαλύτερο βαθμό. Οι ελληνικές επιγραφές από το Αρμαβίρ της Αρμενίας μαρτυρούν ότι τουλάχιστον στα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. η κρατική γλώσσα και η γλώσσα της γραμματείας ήταν η ελληνική.  Ανοίγουν σχολεία όπου διδάσκεται η γλώσσα, ενώ διεισδύουν και οι θεοί του ελληνικού πανθέου, Απόλλων-Τίρ, Αθηνά-Νανέ, κ.ά. Με τις νίκες των Ρωμαίων εναντίον των Σελευκιδών, η Αρμενία υποδουλώνεται  στη νέα αυτοκρατορία, που μαζί τους Πέρσες Σασανίδες θα διαμελίσουν το χώρο, το 387 μ.Χ.

Ο χριστιανισμός θα εξαπλωθεί με Έλληνες και Σύρους ιεραπόστολους, μέχρι το 373 ο Έλληνας επίσκοπος Καισαρείας θα χειροτονεί τους Αρμένιους πατριάρχες, οι οποίοι θα λειτουργούν  και θα κηρύττουν στην ελληνική γλώσσα. Η ανακάλυψη του αρμενικού αλφαβήτου από τον άγιο Μεσρώπ Mαστότσ, του οποίου το έργο διακοσμήθηκε από τον Έλληνα Ρουφίνο εκ Σαμοσάτων και επηρεάστηκε από τον ελληνικό πολιτισμό, έδωσε άλλη ώθηση στο αρμενικό έθνος ωθώντας το στην εκκλησιαστική και εθνική αυτογνωσία. Μαθητές του Μεσρώπ Mαστότσ στέλνονται στην Κωνσταντινούπολη, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, για να μάθουν την ελληνική γλώσσα και να εμβαθύνουν  στον ελληνικό πολιτισμό. Στην επιστροφή φέρνουν μαζί τους ελληνικά βιβλία. Μεταφράζονται ελληνικά έργα και από το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα αρχίζει τη δράση το γνωστό στην επιστήμη φιλοσοφικό ρεύμα της Σχολής των Ελληνοφίλων, που θα συμβάλλει στην εξάπλωση στον αρμενικό λαό της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και των σύγχρονων εκκλησιαστικών κειμένων. Το ρεύμα αυτό θα κρατήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην αρμενική πολιτιστική ζωή.

Τα νέα δεδομένα, όπως η αραβοκρατία, η μάχη του Ματζικέρτ το 1071 και η εγκατάσταση των Σελτζούκων στο χώρο, ώθησε τους Αρμένιους να βρουν καταφύγιο, στην Κιλικία, όπου το εκεί αρμενικό κράτος, κρατά προνομιακές σχέσεις με το Βυζάντιο. Η πριγκίππισα της Κιλικίας θα νυμφευθεί το Θεόδωρο Α' του Λάσκαρι. «Ηγάγετο δε εξ Αρμενίων γυναίκα ο βασιλεύς», όπως γράφει ο Γεώργιος ο Ακροπολίτης.4

Η οθωμανική κατοχή θα προσπαθήσει να σπείρει το διχασμό ανάμεσα στους δύο λαούς, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Αρμένιος ιστορικός Γρηγόριος εκ Δαρανάλεως (1576-1643)  στη Χρονογραφία του και ο Αθανάσιος Παπαδόπουλος στα Ανάλεκτα της Ιεροσολυμιτικής  Σταχυολογίας (Α' και ΣΤ'  τόμος). Στις εξεγέρσεις όμως που σημειώνονται αποδεικνύεται πως οι ραγιάδες, Αρμένιοι και Έλληνες, αγωνίζονται για την ελευθερία, όπως ο Μισελής Βαρδιγιάν στην επανάσταση των Ελλήνων της Σπιναλόγκας, στην Κρήτη, το 1716 όπως και το 1897 οι Ιερεμιάν «ων αι οικογένειαι καθ' ολοκληρίαν είχον καταστραφεί κατά τας αρμενικάς σφαγάς».5

Ο Ρήγας είχε βροντοφωνάξει στο Θούριό του, ο οποίος μεταφράστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στα αρμενικά και  δημοσιεύτηκε σε περιοδικό της Τιφλίδας, «….Αρμένοι και Ρωμιοί», στο 7ο άρθρο του Συντάγματος της Ελεύθερης Ελλάδας είχε τονίσει: «Χωρίς εξαίρεσιν θρησκείας και διαλέκτου, Έλληνες, Αλβανοί, Βλάχοι, Αρμένηδες….» και στο 122ο  βεβαιώνει και «στους Αρμένηδες, την ισοτιμίαν, την ελευθερίαν, την σιγουρότηταν, την εξουσίαν των υποστατικών εκάστου…».6 Στη Φιλική Εταιρία μυήθηκαν και Αρμένιοι, ενώ στο άκουσμα της ελληνικής παλιγγενεσίας το περιοδικό των Αρμένιων της Καλκούτας, έγραφε πως «το έθνος των Αρμενίων πρέπει να δράσει ως οι Έλληνες».  

Στις δολοφονίες των Αρμενίων, του 1915-1918, οι πρώτοι που συμπαραστέκονται είναι οι Έλληνες. Την αλληλεγγύη της ελληνικής βουλής στο δράμα των Αρμενίων τονίζει σε επιστολή του ο βασιλιάς Αλέξανδρος προς τον Μπογός Ντουμπάρ, όπως και το ελληνικό κράτος είναι το πρώτο που αναγνωρίζει την αρμενική δημοκρατία. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος προτείνει τη σύσταση ποντοαρμενικού κράτους, και ελληνική αποστολή, υπό τον Ι. Σταυρινίδη, επισκέπτεται το Ερεβάν για κοινή δράση εναντίον των Τούρκων.   

Τα εγκλήματα εναντίον  των Ελλήνων και Αρμενίων,  ήταν παράλληλα και σε συνδυασμό μεταξύ τους. Ο Έλληνας πρόξενος στη Μερσίνα Π. Αδαμίδης σε έκθεσή του (6 Ιουλίου 1915) αναφέρει ότι οι Έλληνες «έχουσι και ούτοι καταληφθεί υπό απεριγράπτου δέους, φοβούμενοι μήπως, εν περιπτώσει πολέμου Ελλάδος και Τουρκίας, υποστώσι τα αυτά και χείρονα, πολλοί δε τούτων είχον ετοιμασθή να αναχωρήσωσιν. Εν περιπτώσει διακοπής σχέσεων και ο κατά των ημετέρων διωγμός προμηνύεται άγριος και αδυσώπητος». «Η καταδίωξις του χριστιανικού στοιχείου επεκτείνεται», σημειώνεται σε έκθεση της ελληνικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη (29 Ιουλίου 1915) και προστίθεται «ήρχισαν αι βίαιαι περιτομαί των χριστιανών, ιδίως των Αρμενίων … Αι πόλεις και χωρία βίαιαι εξώσεις των Ελληνοθωμανών εξακολουθούν μετά μεγαλυτέρων εντάσεων».7  

Ο Έλληνας υποπρόξενος στο Ικόνιο (έκθεση 6 Αυγούστου 1915)  επισημαίνει πως «οι ενταύθα Έλληνες περιδεείς θεώνται τα γιγνόμενα, προαισθανόμενοι ότι αυτή ίσως τύχη αναμένει και αυτούς. Διότι προ ολίγων ημερών εψιθυρίζετο μόνον, αλλ' ήδη οι ενταύθα τουρκικοί κύκλοι αναφανδόν πλέον διακηρύττουν, ότι τους Αρμενίους θέλουσι ακολουθήσει οι Έλληνες».  Παρ' όλες όμως τις απειλές κατά τη ζωή τους, οι Έλληνες προστάτευσαν και περιέθαλψαν Αρμένιους, κυνηγημένους από τον οθωμανικό στρατό, όπως τονίζεται και στην έκθεση του Έλληνα υποπροξένου στη Σαμψούντα Μ. Αποστολόπουλου της 2ας Ιουλίου 1915. «Επιτόπιος αρχή δια κήρυκος ειδοποίησε ότι πάντες οι κρύπτοντες Αρμενίους οφείλουσι να παραδώσωσι τούτους, άλλως θα απελαθώσι και αυτοί. Μέχρι σήμερον, ουδείς συνεμορφώθη προς την πρόσκλησιν ταύτην».8  

Μετά το 1922,  μεγάλος αριθμός Αρμενίων εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, όταν περισσότεροι από 100.000 Αρμένιοι πρόσφυγες βρήκαν καταφύγιο μαζί με τους εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες στον ελλαδικό χώρο.

Οι σχέσεις Αρμενίων και Ελλήνων θα κορυφωθούν όταν ο   Περσέχ Ντιχλιαριάν θα θυσιαστεί στην Κύπρο, το 1974, αντιστεκόμενος στον εισβολέα, απόγονο, του καθεστώτος της γενοκτονίας.

Σήμερα ο αριθμός των Αρμενίων στον ελλαδικό χώρο  εκτιμάται περίπου σε 18-20.000 άτομα, που κατοικούν κυρίως στην Αττική, ενώ κοινότητες υπάρχουν στη Θεσσαλονίκη, Καβάλα, Ξάνθη, Κομοτηνή, Αλεξανδρούπολη, Διδυμότειχο, Ορεστιάδα και Ηράκλειο Κρήτης. Αξιοσημείωτος είναι επίσης και ο αριθμός των μεταναστών και προσφύγων από την Αρμενία  και το Καραμπάχ που έχουν βρει καταφύγιο στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Ο αριθμός τους εκτιμάται σε αρκετές χιλιάδες και η πλειοψηφία τους έχει εγκατασταθεί στις πόλεις της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης.

 

Σημειώσεις

 

1. Strabo, XI, 4, 8 Cf, 14, 12.

2. Μπαρτικιάν, Χ.Ελληνισμός και Αρμενία. Αθήνα 1990,  σελ. 97.

3. Πλούταρχος Λούκουλος 29.

4. Gerorgii Acropolitae, Bonnae 1836, σελ. 29.

5. Βουτιερίδου, Η.  Ημερολόγιον του τάγματος των επιλέκτων Κρητών (Ο αγών της Κρήτης κατά το 1897 εν ταις ανατολικαίς επαρχίαις) Αθήνα 1898, σελ 75-76.

6. Μαλκίδης, Φ. «Η Χάρτα του Ρήγα και η ανθρωπογεωγραφία της Θράκης». Εισήγηση στο 6ο Συνέδριο Χαρτογραφίας. Αθήνα 22-24/11/2000.

7. Πρακτικά Συνεδρίασης ΡΙΒ΄ της Βουλής των Ελλήνων 25/4/1996, σελ. 5649-5669.

8. Χασιώτης, Ι. «Οι διωγμοί των Ελλήνων και η γενοκτονία». Ιστορικά  τ. 28 (2000)Σελ. 42- 45