|
|
|
| Νοέμβριος 2009 | |
Ελεύθερα
Ελληνική
Κοινότητα Τορόντο: Μπροστά στο μεγάλο
δίλημμα.
Του Θωμά Στεφ.
Σάρα Αρχικός
στόχος και πρωταρχική αιτία ύπαρξης του
οργανισμού της Ελληνικής Κοινότητας
Τορόντο, όπως και κάθε άλλης μη
εκκλησιαστικής κοινότητας, θα πρέπει να
θεωρείται η βοήθεια των μεταναστών
ομογενών καθώς επίσης και ο συντονισμός
της προσπάθειας για την δυνατόν
συντομότερη γνωριμία και εισαγωγή τους
στο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό
σύστημα της χώρας. Η
διατήρηση των πολιτιστικών μας
παραδόσεων, της γλώσσας, των ηθών και
εθίμων, υπήρξαν από τις βασικές
προϋποθέσεις για την δημιουργία της. Στα
εκατό χρόνια που μεσολάβησαν από την
δημιουργία της και μέχρι σήμερα η
κοινότητα γνώρισε μέρες αίγλης και
πανηγυρισμών και άλλοτε πάλι αισθάνθηκε
τα αποτελέσματα του αδελφοκτόνου
σπαραγμού μεταξύ των ομογενών. Θα
μπορούσε, μάλιστα, να ισχυρισθεί κανείς
ότι με το πέρασμα του χρόνου και την
αγάπη και το ενδιαφέρον της πλειοψηφία
των ομογενών, το ίδρυμα αυτό θα έπρεπε να
είχε ξεπεράσει τις οικονομικές του
αδυναμίες έτσι ώστε να μπορέσει να
αναπτύξει όλες του τις δυνατότητες στην
παροχή υπηρεσιών στους ομογενείς της
τρίτης ηλικίας, οι οποίοι αισθάνονται
την ανάγκη κάποιας θαλπωρής, κάποιας
αγάπης και κάποιας προστασίας, στις
τελευταίες μέρες της δύσης της ζωής τους.
Σε καμία δε περίπτωση δεν
δικαιολογείται το ότι ύστερα από εκατό
χρόνια ιστορικής πορείας το ίδρυμα αυτό
δεν έχει καν την δυνατότητα να προσφέρει
υπηρεσίες που προσφέρουν άλλες
μικρότερες ομογενειακές κοινότητες,
όπως είναι εκείνες του Μόντρεαλ και
άλλων πόλεων. Η
αρχική προσπάθεια του Λεωνίδα
Πολυμενάκου για την δημιουργία σχολείων
διδαχής της πολιτιστικής μας γλώσσας
στις νεότερες γενιές
των ομογενών μεταναστών, ύστερα από
τριάντα χρόνια θα έπρεπε να είχε
εξελιχθεί και να εισαγάγει το σύστημα
των ημερήσιων σχολείων γλώσσας, τα οποία,
όπως ακριβώς συμβαίνει και στο Κεμπέκ,θα
είχαν αναπτυχθεί και θα αγκάλιαζαν όλα
τα παιδιά των μεταναστών. Δυστυχώς κάτι
τέτοιο δεν έγινε. Από την μια οι
προσωπικές μικροφιλοδοξίες των
εκάστοτε ηγετών, οι οποίοι πίστεψαν ότι
μέσω του ιδρύματος θα κατόρθωναν να
προβληθούν, και από την άλλη η αδυναμία
τόσο των κυβερνήσεων του εθνικού
κέντρου να αισθανθούν το σφυγμό και τις
ανάγκες των αποδήμων, ώστε να βρεθούν
κοντά τους, ενισχύοντας την ιστορική
συνέχεια της οργανωμένης ομογένειας,
συνδυασμένη με τις αδυναμίες των μελών
των διπλωματικών αποστολών στο Τορόντο
και γενικά τον Καναδά, είχαν σαν
αποτέλεσμα την αδιαφορία έναντι της
Κοινότητας από τους νέους, οι οποίοι σε
τελευταία ανάλυση ουδέποτε πίστεψαν ότι
το ίδρυμα αυτό μπορούσε να τους βοηθήσει
σε κάτι. Παράλληλα, η λαθεμένη πολιτική
της ηγεσίας της εκκλησίας στον Καναδά
και ο διακαής πόθος της να καταστεί ο
πνευματικός και πολιτικός εκπρόσωπος
της ομογένειας, απομάκρυναν τελείως τις
νεότερες γενεές, τα μέλη των οποίων
ουδέποτε κατόρθωσαν να αντιληφθούν την
“φορομπηχτική” πολιτική της ηγεσίας
ενός ιερατείου το οποίο συνέχιζε να ζει
με τους οραματισμούς και επιδιώξεις του
μεσαιωνικού Βυζαντίου, όπου στην κάθε
μορφή εξουσίας συμμετείχε και η
εκκλησία. Το μεγάλο ατύχημα λοιπόν με
τον καιρό έδειξε να διαπλατύνεται, καθώς
η ηγεσία του ιερατείου άρχισε να ασκεί
πολιτικές προώθησης των
δικών της “δικαιωμάτων”, πάνω στα
μέλη της ομογενειακής παροικίας. Στην
πάλη αυτή, τα γεγονότα έρχονται να
υποστηρίξουν ότι τελικά η νίκη κλείνει
προς το ιερατείο, το οποίο
με την βοήθεια και πάλι των
διπλωματών της Αθήνας, κατόρθωσε να
πείσει τόσο την ομογένεια όσο και την
διοίκηση του εθνικού κέντρου για την
ανάγκη αναγνώρισης σε αυτό ηγετικών
προνομίων. Αλλά
όμως η εκκλησία, ή μάλλον η “Ελληνορθόδοξη
εκκλησία”, στην πραγματικότητα,
ουδέποτε υπήρξε ο μοναδικός και
αδιαμφισβήτητος ηγέτης όλων των
ομογενών, μεταξύ των οποίων
συμπεριλαμβάνονται και οι εκείνοι που
ακολουθούν το παλαιό ημερολόγιο, οι
Ευαγγελιστές, οι οπαδοί της Καθολικής
εκκλησίας, οι εβραίοι, οι χιλιαστές και
όλοι οι υπόλοιποι. Παρ’ όλα αυτά ο
πρόσφατα παραιτηθείς πρόεδρος της
Κοινότητας του Τορόντο, σύμφωνα με τους
ισχυρισμούς του μητροπολίτη Σωτηρίου
Αθανασούλα, του ζήτησε να τον
συμπεριλάβει στο “μητροπολιτικό
συμβούλιο”, έναν μηχανισμό του Σωτηρίου
για την δημιουργία εντυπώσεων περί
δήθεν δημοκρατικών διαδικασιών. Το
γεγονός αυτό εάν πράγματι αληθεύει, όπως
τουλάχιστον ισχυρίζεται η κεφαλή της
Έλληνο ορθόδοξης εκκλησίας στο Καναδά,
αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο των
πραγματικών προθέσεων της ηγεσίας του
οργανισμού, και ακόμα επιβεβαιώνει το
ότι ο Κοινοτικός οργανισμός έχασε
τελείως τους αρχικούς του στόχους και
φιλοδοξίες. Παράλληλα οι διοικούντες με
το αιτιολογικό της αποφυγής δαπανών και
εξόδων για την δημιουργία γενικών
εκλογών, στην πραγματικότητα κατάργησαν
παντελώς την ποιό ιερή των πολιτιστικών
μας παρακαταθηκών, τις εκλογές, και
εφάρμοσαν το σύστημα της χωρίς εκλογές
ανάδειξης διοικητικών συμβουλίων. Ήταν
μια ολέθρια πολιτική, η οποία είχε
χείριστα αποτελέσματα κυρίως πάνω στην
νεολαία, του Καναδούς Ελληνικής
καταγωγής, δεύτερης και τρίτης γενιάς. Μια
άλλη, εξ ίσου σπουδαία αποτυχία της
κοινοτικής ηγεσίας υπήρξε εκείνη της
εφαρμογής εσωστροφικής μικροπολιτικής.
Τα τελευταία χρόνια, ως γνωστόν,
ακλουθήθηκε μια πολιτική απομόνωσης και
περιορισμού των Κοινοτικών εκδηλώσεων,
μόνον μεταξύ των ομογενών, με άλλα λόγια
ύστερα από εκατό ολόκληρα χρόνια, φτάσαν
στο σημείο να οδηγηθούμε στην
δημιουργία “Γκέτο”. Παρά το γεγονός της
σοβαρότητας αυτής της πολιτικής και τις
εμπειρίες μας από το πρόσφατο παρελθόν
στην Ευρώπη. Την πολιτική αυτή
διαπλάτυνε ακόμα περισσότερο η ηγεσία
της εκκλησίας, η οποία στην προσπάθειά
της να γίνει ο κληρονόμος
των πλουσίων ομογενών, έφτασε στο
σημείο να πουλά “συγχωροχάρτια” με την
μορφή αρχόντων του πατριαρχείου της
Κωνσταντινούπολης, δημιουργώντας έτσι
μια νέα υποβάθμιση μεταξύ των ομογενών,
εκείνην των πλουσίων που έδιδαν χρήματα
και οι οποίοι σε αντάλλαγμα έπαιρναν τον
μεγαλόσταυρο (από πλαστική ύλη), κάποιου
αποστόλου, και τους υπολοίπους οι οποίοι
πάσχιζαν να επιζήσουν. Έτσι λοιπόν στις
αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα ο
μητροπολίτης Αθανασούλας κατόρθωσε να
επαναφέρει στην εφαρμογή το μεσαιωνικό
σύστημα κοινωνικών και οικονομικών
διακρίσεων “κάστες”, ένα σύστημα το
οποίο προσπαθεί να ξεπεράσει ακόμα και
αυτή η Ινδία. ΄Εχεται αντίρρηση; Θα σας
προτρέψω να επισκεφθείτε το κτίριο της
μητρόπολης, όπου στην είσοδό του θα
θαυμάσετε όλους εκείνους, ζωντανούς και
πεθαμένους, οι οποίοι προσέφεραν δωρεές
ενός εκατομμυρίου δολαρίων και πάνω
στον άγιο Σωτήριο του Καναδά. Η
Αποτυχία της κοινωνικής προστασίας. Η
γενιά των ομογενών που φεύγει σήμερα
αποτελείται κυρίως από τους μετανάστες
της πλέον ταραγμένης εποχής της
νεότερης ιστορίας του Ελληνικού κράτους.
Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν ένα
κοινό χαρακτηριστικό ήταν αγράμματοι.
Κουρασμένοι από τις βιαιοπραγίες του
εμφυλίου, τρομαγμένοι από τις σε βάρος
τους καταπιέσεις των τότε Ελληνικών
Κυβερνήσεων, μη έχοντες στον “ήλιο
μοίρα”, στράφηκαν στην μετανάστευση σαν
την μοναδική σανίδα σωτηρίας,
προκειμένου να ξεφύγουν από τον κίνδυνο
τ ων “ρουφιάνων” δήθεν
“πληροφοριοδοτών” των τότε
καθεστώτων της γενέτειρας πατρίδας. Η
εγκατάστασή τους στη νέα γη, υπήρξε
δύσκολη και σκληρή, καθώς αγωνιζόταν
καθημερινά να επιζήσουν σε ένα άγνωστο
για αυτούς γλωσσικό και πολιτιστικό
περιβάλλον. Αυτός ήταν και ο λόγος που
από τις πρώτες τους ενέργειες ήταν η
προσπάθεια δημιουργίας ενός
πολιτιστικού και πολιτικού φορέα ο
οποίος θα βοηθούσε την ένταξή τους στο
κοινωνικό σύνολο της νέας γης. Μια από
τις αρχικές τους σκέψεις ήταν η
δημιουργία ενός κοινωνικού φορέα ο
οποίος θα φρόντιζε τους αδύναμους και θα
παρείχε προστασία και βοήθεια στους
αδικημένους. Με το όραμα αυτού του
οργανισμού θεμελιώθηκε η ιδέα της
ανάγκης δημιουργίας Κοινοτικού Κέντρου,
το οποίο όμως στην πορεία των χρόνων
ξέφυγε τελείως των αρχικών του στόχων
καθώς περιορίσθηκε στην εκμετάλλευση
των εσόδων εκκλησιαστικών ιδρυμάτων,
λες και δεν έφτανε εκείνη του ιερατείου.
Στην πραγματικότητα οι δύο οργανισμοί,
εκκλησία και κοινότητα, σύντομα άρχισαν
να εφαρμόζουν παρόμοια πολιτική για την
εκμετάλλευση των εσόδων από το κεράκι
του αγίου. Οι λίγοι πολιτιστικοί
οργανισμοί υπήρξαν αποτέλεσμα της
πρωτοβουλίας ομογενών οι οποίοι
πίστεψαν στην σπουδαιότητα της ανάγκης
της πνευματικής και πολιτιστικής
αναβάπτισης των ομογενών στις αξίες και
παραδόσεις της φυλής. Θεωρώ υποχρέωσή
μου στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι το
μοναδικό κοινωνικό ίδρυμα που πέτυχε να
οικοδομήσει η ομογένεια, εκείνο του
Ελληνικού Σπιτιού, ή γηροκομείου όπως θα
λέγαμε, οικοδομήθηκε με πρωτοβουλία
μιας ομάδας ομογενών, έξω από την
επιρροή της Ιερατείου και της
Κοινότητας, και μάλιστα ο νέος
οργανισμός, όχι και λίγε;ς φορές βρέθηκε
υποχρεωμένος να αντιπαλαίει τις παγίδες
που του έβαζαν οι δύο προκειμένου να
επιβάλλουν την δική τους πολιτική και τα
συμφέροντά τους πάνω του. Εδώ
και δέκα χρόνια, τέλος, τόσο ο
μητροπολίτης, όσο και οι ηγέτες της
Κοινότητας δήλωσαν την έναρξη έργων
πολιτιστικών. Η Μητρόπολη δήλωσε την
πρόθεσή της για την ανέγερση
πολιτιστικού Μητροπολιτικού κέντρου, με
αίθουσες σχολικές, με βιβλιοθήκη, με
αίθουσες αθλοπαιδιών για την νεολαία
και άλλα πολλά για τις πλήρωση των
κοινωνικών αναγκών της
δεύτερης και τρίτης γενεάς των
ομογενών. Με τον καιρό το μεγαλόπνοο
αυτό έργο κατάληξε στην ανοικοδόμηση
μιας αίθουσας τελετών, την οποία
νοικιάζει η μητρόπολη στους ομογενείς
για γάμους και βαπτίσεις, και
εκμεταλλεύεται τις εισπράξεις. Όσο για
τις βιβλιοθήκες και τις αίθουσες
μαθημάτων γλώσσας, ουδέποτε ακούσαμε
τίποτα σχετικό. Ίδια περίπου η κατάσταση
και από την πλευρά της Κοινότητας. Η
ηγεσία του ιδρύματος αυτού είχα την
ευκαιρία να προχωρήσει στην αγορά ενός
σχολικού κτιρίου και να το
χρησιμοποιήσει για τις ανα΄γκες των
νεότερων γενεών για την διδαχή της
γλώσσας μας, του ποιό βασικού παράγοντα
για την επιβίωσή μας σαν πολιτιστικής
και γλωσσικής μειονότητας. Δυστυχώς
προτίμησε να καταπιαστεί με ένα έργο
αμφίβολης ανάγκης, για την δημιουργία
θεάτρου και νέων γραφείων
για την στέγαση των γραφείων του
οργανισμού, με αποτέλεσμα με περιπλέξει
το ίδρυμα σε μια περιπέτεια από την
οποία ενδέχεται να μην κατορθώσει να
ξεφύγει χωρίς τραύματα. Οι πραγματικές
ανθρωπιστικές ανάγκες
των ομογενών, και στις δύο περιπτώσεις
παραβλάφθηκαν, προκειμένου να επιβληθεί
μια όχι απαραίτητη για τις σημερινές
πραγματικότητες πολιτική, η οποία
τελικά άφησε το ίδρυμα πληγωμένο
θανάσιμα, με σοβαρές πιθανότητες να “υιοθετηθεί”
τελικά από τον καραδοκούν Σωτήριο, τον
οποίο ο Νίκος Μάτσης, Πρέσβης της Αθήνας
στον Καναδά, έταξε να αναβαθμίσει σε
αρχιεπίσκοπο, μιας και κατόρθωσε να
επιλύσει όλα τα υπόλοιπα σοβαρά
προβλήματα των κουρασμένων ομογενών του
Καναδά. Δίκαια
λοιπόν δημιουργείται το ερώτημα για
το ποιος πραγματικά ευθύνεται
για αυτή την κατάσταση. Ακόμα και η
εκατοστή επέτειος του κοινοτικού
οργανισμού θα είχε περάσει χωρίς καν
καμιά σπουδαία εκδήλωση, εάν και πάλι
δεν υπήρχαν ορισμένοι ιδιώτες ομογενείς,
μέλη της παροικίας, οι οποίοι φρόντισαν
να οργανώσουν μια σειρά εκδηλώσεων, με
δική τους πρωτοβουλία, βάζοντας στην
κατάσταση των διοργανωτών και την
διοίκηση του ιδρύματος. Τι
κρίμα αλήθεια. |
|