The strong voice of a great community
Νοέμβρης 2007

Πίσω στο ευρετήριο

 

 

La Divina Maria Callas


Κονδύλη Γεωργία , Μουσικολόγος, Ιστορικός του Μουσικού Θεάτρου

 

Φέτος συμπληρώνονται τριάντα χρόνια από το θάνατο της Μαρίας Κάλλας της πιο γνωστής ανά τον κόσμο σοπράνο όλων των εποχών της οποίας το ρεπερτόριο επεκτείνεται από την opera seria της κλασσικής περιόδου ως τις όπερες των Donizetti, Bellini, Rossini, Verdi, Puccini και Wagner.

 

Παιδί του φαρμακοποιού Γεώργιου Καλογερόπουλου, από το Μελιγαλά Μεσσηνίας, και της Ευαγγελίας Δημητριάδη, από την Κων/πολη, η Σοφία - Καικιλία - 'Aννα - Μαρία γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη στις 2 Δεκεμβρίου 1923. Το ζεύγος είχε άλλα δύο παιδιά, την Υακίνθη (Τζάκι) και το Βασίλη ο οποίος πέθανε σε ηλικία 2 χρονών από μηνιγγίτιδα. Μετά το θάνατο του μικρού αγοριού και πριν τη γέννηση της Μαρίας ο Καλογερόπουλος, παρά τις αντιδράσεις της γυναίκας του, αποφάσισε να πάρει την οικογένειά του και να μετακομίσει στις Η.Π.Α. Εκεί αλλάζει το επώνυμό του σε "Κάλλας".

Η Ευαγγελία, που δεν είχε ακόμα ξεπεράσει το θάνατο του Βασίλη, ήταν πεπεισμένη ότι θα έκανε αγόρι. Έτσι η γέννηση μιας δεύτερης κόρης της προκάλεσε απογοήτευση και για τέσσερις μέρες αρνιόταν να δει το μωρό. Ίσως σε αυτό το σημείο να τέθηκαν οι βάσεις της μελλοντικής κόντρας μεταξύ μητέρας και κόρης που θα κρατούσε για το υπόλοιπο της ζωής τους. Έχουν ειπωθεί και γραφτεί πολλά για αυτή την κόντρα, η οποία υπήρξε καθοριστική για τη ζωή της Μαρίας, αφού από τη μια μεριά πλήγωσε τον παιδικό ψυχικό της κόσμο, από την άλλη χάρη σε αυτήν η μικρή Καλογεροπούλου μετατράπηκε στη μεγάλη Μαρία Κάλλας.

Παρόλη τη δύσκολη οικονομική κατάσταση η Ευαγγελία θέλησε να δώσει μουσική παιδεία στις κόρες της, οι οποίες πήραν τα πρώτα μαθήματα μουσικής στο σπίτι. Η Μαρία πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια που οφείλονται όχι μόνο σε καυγάδες μεταξύ των γονιών της, οι οποίοι ήσαν αταίριαστο ζευγάρι, αλλά και στην αυταρχική συμπεριφορά της μητέρας της: η Ευαγγελία την πίεζε αφόρητα να μελετά και της έκλεινε ακροάσεις για συμμετοχή σε ραδιοφωνικές εκπομπές.

Το 1937, μετά το διαζύγιο του ζευγαριού, η Ευαγγελία μαζί με τις κόρες της φεύγουν από τη Νέα Υόρκη και εγκαθίστανται στην Αθήνα. Η πρώτη απόπειρα να γραφτεί η Μαρία στο Ωδείο Αθηνών απέτυχε. Δεν "πέρασε" την ακρόαση, καθώς κρίθηκε ότι η φωνή της δεν είχε δουλευτεί αρκετά. Σύμφωνα μάλιστα με μαρτυρίες ο διευθυντής του Ωδείου Φ. Οικονομίδης είπε στη Μαρία ότι, αφού δεν είχε κάνει σολφέζ και θεωρία, έπρεπε να γραφτεί πρώτα για τα υποχρεωτικά μαθήματα.

Η μητέρα της ζήτησε από τη Μαρία Τριβέλλα, καθηγήτρια στο Εθνικό Ωδείο του Καλομοίρη, να την ακούσει. Η Τριβέλλα ακούγοντας τη φωνή της μικρής δέχτηκε να της κάνει μαθήματα χωρίς πληρωμή. Αργότερα η Ευαγγελία κατάφερε να κλείσει μια ακρόαση για την κόρη της από την
Elvira de Hidalgo του Ωδείου Αθηνών. Η Ισπανίδα διέκρινε αμέσως το ταλέντο της και δέχτηκε να την αναλάβει αλλά η μητέρα της πρότεινε να τελειώσει πρώτα την τάξη της Τριβέλλα γιατί θα μπορούσε σε ένα χρόνο να πάρει δίπλωμα και να αρχίσει να εργάζεται. Η Ισπανίδα συμφώνησε.

Μετά από πολλές παραστάσεις ως μαθήτρια του Ωδείου η Μαρία άρχισε να εμφανίζεται σε μικρούς ρόλους στην Εθνική Λυρική Σκηνή, τους οποίους είχε κλείσει η
Hidalgo, και που τις επέφεραν ένα μικρό εισόδημα με το οποίο συντηρούσε την οικογένειά της. Η Λυρική Σκηνή δεν ανανέωσε το συμβόλαιό της τον Ιούνιο του 1941, ίσως εξαιτίας της συμπεριφοράς της μητέρα της η οποία έδειχνε εμφανή συμπάθεια στους Ιταλούς μια περίοδο που η Ελλάδα ήταν υπό τον ιταλικό φασισμό.

Στις 27 Αυγούστου του 1942 στο θέατρο "Ολύμπια" η Μαρία έκανε την πρώτη επαγγελματική της εμφάνιση σε όπερα ερμηνεύοντας την Τόσκα από την ομώνυμη όπερα του
Puccini. Ήταν ο ρόλος που την καθιέρωσε. Λίγη γνωρίζουν πως αυτός ο θρίαμβος οφείλεται στο θεατρικό συγγραφέα και λογοτέχνη 'Aγγελο Τερζάκη ο οποίος είχε αντιληφθεί το ταλέντο της και επέμενε ότι η Κάλλας έπρεπε να ενσαρκώσει το συγκεκριμένο ρόλο. Ο διάσημος τενόρος Οδυσσέας Λάππας που ήταν στην καλλιτεχνική επιτροπή αντιδρούσε υποστηρίζοντας ότι ο ρόλος ήταν πολύ δύσκολος. Η γνώμη όμως του Τερζάκη επικράτησε. Μετά από το θρίαμβο της Τόσκα ακολούθησαν και άλλες συναυλίες, όπως αυτή της Λυρικής στη Θεσσαλονίκη την ίδια χρονιά και την επόμενη χρονιά (1943) ο Πρωτομάστορας του Νίκου Καζαντζάκη σε μουσική Μανόλη Καλομοίρη.

Στο μεταξύ συνέτρεχαν λόγοι που την έκαναν να σκέφτεται την αναχώρησή της από την Ελλάδα. Οι κυριότεροι ήταν η έλλειψη του πατέρα της, η κόντρα με τη μητέρα της και η δυσάρεστη ατμόσφαιρα στο επαγγελματικό περιβάλλον της Λυρικής Σκηνής, όπου η Μαρία ποτέ δεν ήταν συμπαθής στους συναδέλφους της, είτε λόγω των σχέσεων της μητέρας της με τους Ιταλούς, είτε λόγω του ταλέντου της.

Έτσι στις 14 Σεπτεμβρίου 1945 έφυγε για τις Η. Π. Α. όπου συναντά τον πατέρα της και ξεκινά την προσπάθεια για ανεύρεση εργασίας στη Μητροπολιτική Όπερα. Παρόλο που ο
Edward Johnson, διευθυντής της Όπερας, της προτείνει δύο ρόλους στα έργα Φιντέλιο του Beethoven και Μαντάμ Μπατερφλάι του Puccini εκείνη τους απορρίπτει: δε θέλει να τραγουδήσει το Φιντέλιο στα αγγλικά, ενώ αισθάνεται πολύ εύσωμη ώστε να ερμηνεύσει τη Μαντάμ Μπaτερφλάι.

Η γνωριμία της με τον
Giovanni Zenatello, καλλιτεχνικό διευθυντή της Αρένας της Βερόνα, την οδηγεί στην Ιταλία όπου στις 3 Αυγούστου 1947 κάνει την πρώτη της εμφάνιση με τη Τζοκόντα του Ponchielli. Τον ίδιο χρόνο ερμηνεύει στη Βενετία την Ιζόλδη από την όπερα του Wagner Τριστάνος και Ιζόλδη η οποία ανεβαίνει στα ιταλικά.

Στην Ιταλία γνωρίζεται με το βιομήχανο και φιλόμουσο
Giovanni Battista Meneghini, με τον οποίο παντρεύεται στις 21 Απριλίου 1949. Ο Meneghini έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην καριέρα της, από τη μια υποβάλλοντάς την σε δίαιτα με σκοπό να αποκτήσει καλύτερη εμφάνιση και από την άλλη αποτρέποντάς την από κάθε βιοτική ενασχόληση με την οικονομική κάλυψη που της παρείχε. Έτσι μέχρι το διαζύγιό τους, το 1959, η Μαρία θα εμφανίζεται με το όνομα "Meneghini-Callas".

Το όνειρο κάθε ερμηνευτή του λυρικού θεάτρου είναι να τραγουδήσει στη Σκάλα του Μιλάνου. Για την Κάλλας το όνειρο αυτό πραγματοποιήθηκε το 1950, όταν πρωτοεμφανίστηκε στη Σκάλα ερμηνεύοντας την '
Aιντα του Verdi. Ανάμεσα στις όπερες που παρουσίασε τις επόμενες σεζόν στο συγκεκριμένο θέατρο συμπεριλαμβάνονται οι: Μάκβεθ (1952) και Τραβιάτα (1955) του Verdi, Λα Βεστιάλε (1954) του Spontini, Λουτσία ντι Λαμερμούρ (1955) και 'Aννα Μπολένα (1957) του Donizetti, Κουρέας της Σεβίλλης (1956) του Rossini, Ιφιγένεια εν Ταύροις (1957) του Gluck.

Με τη Νόρμα θα πρωτοεμφανιστεί το 1952 στη Βασιλική Όπερα του Λονδίνου όπου και θα τραγουδήσει επί σειρά ετών (1953, 1957, 1958, 1959, 1963-1965). Αλλά και εκτός Ευρώπης στην Αμερική θα κάνει το ντεμπούτο της με την ίδια όπερα στο Σικάγο το 1954 και στη Νέα Υόρκη το 1956.

Το 1953 στη Φλωρεντία η Μήδεια του
Cherubini, μία ξεχασμένη όπερα του ρεπερτορίου, βρίσκει την ιδανική πρωταγωνίστρια στο πρόσωπο της Κάλλας η οποία θα παρουσιάσει αργότερα το έργο στα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου κατά αποκλειστικότητα.

Στις 5 Αυγούστου 1957 επιστρέφει στην Αθήνα και εμφανίζεται στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού. Στις 2 Ιανουαρίου 1958 στη Ρώμη διακόπτεται μετά την πρώτη πράξη η παράσταση της Νόρμα και ακολούθησαν αποδοκιμασίες του κοινού. Η ίδια η Κάλλας δηλώνει αδιάθετη. Το συγκεκριμένο συμβάν θεωρείται εθνικό σκάνδαλο, καθώς επρόκειτο για επίσημη βραδιά με την παρουσία του Προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας. Η χρονιά αυτή θεωρείται σημαδιακή για τη ντίβα, καθώς τότε εμφανίστηκαν κάποια προβλήματα στην υψηλή φωνητική της περιοχή. Κάποιοι θα υποστηρίξουν ότι προέρχονταν από την απώλεια βάρους.

Το 1960 τραγουδά Νόρμα στην Επίδαυρο, ενώ το 1962 η επανάληψη της Μήδειας στη Σκάλα του Μιλάνου είναι το "αντίο" της στο Μιλανέζικο κοινό. Κατά τα έτη 1964-1965 το Παρισινό κοινό υποδέχεται μια σειρά παραστάσεων της Τόσκα και της Νόρμα. Το "αντίο" στην Πόλη του Φωτός δίνεται στις 25 Μαΐου 1965. Αξιοσημείωτη είναι και η τελευταία παράσταση της Τόσκα στις 5 Ιουλίου 1965 στο
Covent Garden. Το 1969 εκτός από τον κόσμο του λυρικού θεάτρου η Κάλλας καταπιάνεται και με τον κόσμο της έβδομης τέχνης, καθώς γυρίζει την ταινία Μήδεια του Pier Paolo Pasolini.

Εκτός από την κόντρα με τη μητέρα της, με την οποία συναντήθηκε για τελευταία φορά το 1950, πολλά έχουν επίσης γραφτεί και για την εννιάχρονη θυελλώδη σχέση της με τον Αριστοτέλη Ωνάση. Είναι το καλοκαίρι του 1957 που σε μια συγκέντρωση προσωπικοτήτων στη Βενετία διοργανωμένη από την
Elsa Maxwell, Αμερικανίδα δημοσιογράφο, προς τιμή της μετά την παράσταση της 'Aννα Μπολένα, η Μαρία θα γνωρίσει τον Έλληνα μεγιστάνα και θα γεννηθεί μεταξύ τους ένας μεγάλος έρωτας. Στα 1959 ανακοινώνει ότι πρόκειται να χωρίσει από τον άνδρα της. Ήλπιζε ότι ο Ωνάσης θα της ζητήσει να παντρευτούν, κάτι που τελικά δε θα γίνει, αφού ο τελευταίος το 1968 παντρεύεται τη χήρα του Αμερικανού Προέδρου Kennedy, Τζάκι. Το γεγονός αυτό τη βυθίζει σε κατάθλιψη: στις 25 Μαΐου 1970 μεταφέρεται στο νοσοκομείο και γίνεται γνωστό ότι επιχείρησε να αυτοκτονήσει λαμβάνοντας μεγάλη δόση βαρβιτουρικών. Ο θάνατος του Ωνάση το 1975 επιδεινώνει την κατάσταση της υγείας της.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής της τα περνάει στο Παρίσι απομονωμένη στο διαμέρισμά της στη λεωφόρο
Georges Mandel. Πέθανε στις 16 Σεπτεμβρίου 1977 από καρδιακή προσβολή σε ηλικία 53 χρόνων. Η τέφρα της θάφτηκε στο παριζιάνικο κοιμητήριο P?re Lachaise από όπου και κλάπηκε. Αργότερα βρέθηκε και σκορπίστηκε στο Αιγαίο, σύμφωνα με την τελευταία της επιθυμία. Ο δήμαρχος του Παρισιού έδωσε πριν λίγα χρόνια το όνομά της σε μια αλέα της λεωφόρου Mandel. Η ντίβα, la divina όπως συνήθιζαν να την αποκαλούν, άφησε πολλές ανεκτίμητες ηχογραφήσεις από ρεσιτάλ και όπερες, οι οποίες αποτελούν κληρονομιά για τις επόμενες γενιές.