
NBG
BANK- CANADA
Από
το θρίαμβο στη τραγωδία
Του Θωμά
Στεφ. Σάρα
Ξεκίνησε
με φιλοδοξίες να γίνει ο
αντιπροσωπευτικός τραπεζικός
οργανισμός της Ελληνικής ομογένειας του
Καναδά. Η αρχή ήταν δύσκολη και τα
προβλήματα μεγαλύτερα από ότι
υπολόγισαν οι σκαπανείς που έβαλαν τα
θεμέλια του μεγαλύτερου οικονομικού
ιδρύματος της Ελλάδας, στο Καναδά
Με
ένα εκατομμύριο δολάρια και τόνους
ενθουσιασμού, ξεκίνησε την προσπάθεια ο
Θεσσαλονικιός Κώστας Ζήσης,
πλαισιωμένος από τον Κοζανίτη Δημήτρη
Γιαντσούλη και μια χούφτα άλλους
συνεργάτες από το Μόντρεαλ και το
Τορόντο.
Ακολούθησαν
χρόνια δύσκολα σκληρής δουλειάς και
προσπάθειας για να πεισθεί η ομογένεια
για τη σοβαρότητα της προσπάθειας και να
αντιμετωπισθούν όλοι εκείνοι που
προσπαθούσαν να βλάψουν το ίδρυμα με
διαδόσεις και ψιθύρους. Η χρονική
περίοδος 1971 έως το 1973 θα μπορούσε να
χαρακτηρισθεί σαν περίοδος διαφώτισης
και προσέγγισης της ομογένειας, καθώς το
ίδρυμα με τη μορφή “Trust”,
προσπαθούσε να απλωθεί στην αγορά του
Μόντρεαλ.
Με
την αρχή της δεκαετίας του 1980 και την
αλλαγή του νόμου περί τραπεζών του
Καναδά, ο τολμηρός Κωνσταντίνος Ζήσης,
δεν αφήνει να χαθεί η ευκαιρία και
πείθει την Αθήνα ότι τώρα είναι η ποιό
κατάλληλη στιγμή για το ίδρυμα να
αναπτυχθεί σε πλήρη τραπεζιτικό
οργανισμό.
Από
το 1982 έως το 1986, ο θυγατρικός οργανισμός
της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, στο
Καναδά, έχει επιτύχει εντυπωσιακή
πρόοδο, καθώς έχει απλωθεί σε ολόκληρη
την έκταση της Καναδικής απεραντοσύνης.
Τα καταστήματα της Τράπεζας κάνουν την
εμφάνισή τους σε κάθε πόλη όπου υπάρχει
και δημιουργεί η Ελληνική ομογένεια.
Το
1984 ανοίγει το πρώτο κατάστημα του
Τορόντο, στη διασταύρωση των οδών Πέϊπ
και Ντάνφορθ, όπου μπαίνουν τα θεμέλια
μιας δυναμικής οικονομικής παρουσίας
της ομογένειας. Στο μεταξύ διάστημα νέα
δυναμικά στελέχη πλαισιώνουν τον
οργανισμό του Οντάριο, ο Γιώργος
Διαμαντόπουλος, ένας δυναμικός ομογενής
με πείρα στο χρηματιστηριακό τομέα
προστίθεται στα στελέχη του οργανισμού
δίδοντας του νέα ώθηση και ενθουσιασμό.
Ο Γιώργος με το καιρό αναδείχθηκε
μοναδικός στο τομέα των δημοσίων
σχέσεων και της προώθησης των εργασιών
του ιδρύματος.
Ύστερα
από μια δεκαετία η “Εθνική Τράπεζα
Ελλάδος-Καναδά” είχε κατορθώσει να
απλώσει ρίζες βαθιές και άρχισε να
αναπτύσσεται με μια μοναδική ευρωστία.
Ήταν
μια περίοδος ανάπτυξης και προόδου η
οποία σήμανε τη δημιουργία των
καταστημάτων του Σκάρπορο, της
Μισσισσάγκα και του Χάμιλτον, ενώ
γινόταν σχέδια για νέα επέκταση στο
Κίτσινερ και Γουίνσδορ. Παράλληλη ήταν
και η αύξηση στο Μόντρεαλ, όπου τα
καταστήματα του ιδρύματος άρχισαν να
εμφανίζονται το ένα μετά το άλλο, σαν τα
“μανιτάρια.” Σύντομα με ένα σοβαρό
αριθμό καταστημάτων σε ολόκληρο το
Καναδά, ο οργανισμός έκανε εμφανή την
παρουσία όχι μόνο τη δική του, μα και
εκείνη των οικονομικών δυνατοτήτων της
ομογένειας η οποία και τον υποστήριξε
και το βοήθησε να απλώσει στέριες ρίζες
στην πολύ-πολιτιστική αγορά του Καναδά.
Με όλα αυτά έγινε πλέον κατανοητό ότι η
τράπεζα ήταν εδώ για να εξυπηρετήσει τα
συμφέροντα τόσο της ομογένειας, όσο και
να βοηθήσει την ανάπτυξη και πρόοδο της
στους τομείς των επιχειρήσεων και του
εμπορίου.
Από
τη δική της πλευρά η ομογένεια η οποία
αντιμετώπισε τον οργανισμό αρχικά με
αβεβαιότητα και καχυποψία,- επηρεασμένη
προφανώς από εκείνους που ήθελαν το
ίδρυμα να “χάνεται μέσα σε μια νύχτα, με
τα χρήματα του ομογενούς μετανάστη”-,
άρχισε να ξεπερνά τις φοβίες της και να
εμπιστεύεται τις οικονομίες της στο
ίδρυμα.
Ένα
παράδειγμα αυτής της νοοτροπίας είναι
και εκείνο της διοίκησης, την εποχή
εκείνη, ομογενειακού οργανισμού, η οποία
προτίμησε να μεταφέρει τα χρήματα του
οργανισμού σε άλλη Καναδική Τράπεζα, από
φόβο μήπως και χαθούν με την Εθνική.
Πιθανόν παρόμοιοι ήταν και οι λόγοι που
η τράπεζα δε κατόρθωσε να πείσει τη
μεγάλη πλειοψηφία των ομογενών να του
εμπιστευτούν τις καταθέσεις τους. Μιας
και η συντριπτική πλειοψηφία των μελών
των κοινοτήτων μας,(το 97 τις εκατόν του
συνόλου) παρέμενε αδιάφορο στις
προτάσεις συνεργασίας.
Παρ’
όλα αυτά είναι γνωστό ότι η Εθνική
Τράπεζα Ελλάδος- Καναδά, συνέχισε να
συμπαρίσταται και να βοηθά οικονομικά
με δωρεές όλους τους ομογενειακούς
οργανισμούς συμπεριλαμβανομένου και
του ομογενειακού Τύπου.
Στα
τέλη της δεκαετίας του 90’ ο Κώστας Ζήσης
και οι συνεργάτες του αποφάσισαν να
αλλάξουν το όνομα χρήσης του οργανισμού
από Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος – Καναδά,
σε NBG
Bank. Η αλλαγή αυτή ήταν προϊών μιας νέας
στρατηγικής για την προσέλκυση και του
μη ελληνόφωνου, πολυφωνικού στοιχείου,
της Καναδικής αγοράς. Παράλληλα η
διοίκηση άρχισε να επεκτείνει τα
προϊόντα διάθεσης της σε κάθε τομέα της
σύγχρονης τραπεζιτικής αγοράς του
Καναδά και της Βόρειας Αμερικής.
Το
1997, ο νέος διοικητής της Εθνικής
Τράπεζας της Ελλάδος,- πατρικού
οργανισμού της NBG
Bank- Canada-, Ν.
Καρατζάς, δημιουργεί τόσο δύσκολες
συνθήκες για τη διοίκηση του θυγατρικού
οργανισμού στο Καναδά, που αναγκάζουν
τον Κωνσταντίνο Ζήση, τον άνδρα που
υπήρξε η ψυχή και ο δημιουργός του μύθου
της ΝBG Bank, να ζητήσει συνταξιοδότηση και να
αποσυρθεί από την ενεργό διοίκηση του
Καναδικού ιδρύματος. Τιμής ένεκεν και σε
αναγνώριση των υπηρεσιών του στο ίδρυμα
ονομάζεται επίτιμος γενικός διευθυντής.
Στην θέση του Γενικού Διευθυντή
διορίζεται ο ομογενής και
συμπατριώτης του κ. Καρατζά, (Χιώτες και
οι δύο), Νικόλαος Αυγουστάκης, ο οποίος
υπηρετούσε σε Καναδική τράπεζα. Ο
διορισμός αυτός υπήρξε και η μεγάλη
έκπληξη της αλλαγής στην διοίκηση και
την “κουλτούρα” της NBG
Bank-Canada, ήταν δε
μέρος της γενικότερης πολιτικής του
Καρατζά να προωθήσει και πλαισιώσει τον
οργανισμό με άτομα της εμπιστοσύνης του
και κυρίως συμπατριώτες του. Παράλληλα,
και τα υπόλοιπα στελέχη της αρχικής
διοίκησης, οι σκαπανείς και οικοδόμοι
του οργανισμού, άρχισαν να αισθάνονται
παρόμοιες πιέσεις από τη διοίκηση
Αυγουστάκη, ορισμένα των οποίων
συνταξιοδοτήθηκαν και αποχώρησαν ενώ
άλλα νεότερα προτίμησαν να αναζητήσουν
εργασία σε άλλα τραπεζιτικά ιδρύματα. Η
φιλοσοφία της νέας διοίκησης πραγματικά
δημιουργούσε σοβαρούς προβληματισμούς
στα παλαιά στελέχη, εξ αιτίας αυτού του
γεγονότος δεν φαίνεται να έλειψαν οι
ανοικτές διαφωνίες και συγκρούσεις
μεταξύ της νέας διοίκησης και του Κώστα
Ζήση, ο οποίος σωστά προείδε να
καταστρέφεται το ίδρυμα και μαζί με αυτό
οι κόποι και αγώνες του ιδίου και των
συνεργατών του.
Αποτέλεσμα
αυτής της διαφωνίας ήταν να
απομακρυνθεί ο Κώστας Ζήσης από το
Συμβούλιο των Διευθυντών του οργανισμού,
προκειμένου να πάψουν να ακούγονται
γνώμες διαφωνίας με τη πολιτική
φιλοσοφία και τους “νεωτερισμούς” πού
σχεδίαζε να εφαρμόσει η νέα διοίκηση.
Σύμφωνα με πληροφορίες μου, η κατάσταση
αυτή έφθασε σε τέτοιο σημείο ώστε σε
κάποια συνεδρίαση της διοίκησης, στην
οποία συμμετείχε και ο υπεύθυνος
διευθυντής των εργασιών του ιδρύματος
για το Οντάριο, Γιώργος Διαμαντόπουλος,
ο τελευταίος αγανάκτησε
σε τέτοιο σημείο, από
εισήγηση αντιπροέδρου
της διοίκησης Αυγουστάκη, σχετικής με
την νέα “κουλτούρα” της τράπεζας,
ώστε να δηλώσει μέσα στο συμβούλιο
ότι σε πέντε το “πολύ χρόνια με τη
νοοτροπία των διοικούντων, η τράπεζα θα
έχει πωληθεί ή θα αναγκασθεί να
σταματήσει τις εργασίες της άπαξ και
η πλατιά ομογενειακή πελατεία θα
αποσύρει τις εργασίες της από το ίδρυμα.”
Ένα
χρόνο αργότερα τόσο ο Γιώργος
Διαμαντόπουλος όσο και ο Δημήτρης
Γιαντσούλης, τα δύο τελευταία στελέχη
της ομάδας που οικοδόμησε το θαύμα της NBG-
Canada,
συνταξιοδοτήθηκαν. Σε “αναγνώριση των
υπηρεσιών τους προς το ίδρυμα”
διορίσθηκαν ο μεν Γιαντσούλης,
Διευθυντής του πολιτιστικού οργανισμού
της NBG, ο δε
Διαμαντόπουλος ειδικός σύμβουλος της
τράπεζας και εκπρόσωπος του ιδίου
ιδρύματος για το Οντάριο, σε βάση
μερικής απασχόλησης. Στην θέση του
επιθεωρητή, υπεύθυνου των εργασιών για
το Οντάριο διορίσθηκε ένας σχετικά
μικρής ηλικίας, χαμηλόβαθμος υπάλληλος
στην ιεραρχία του μηχανισμού διοίκησης
της Scotia Bank,
άγνωστος στην ομογένεια, με ελάχιστες ή
και καμία σχέση με τη λαϊκή βάση του
κύκλου των πελατών της τράπεζας, με
ειδικές γνώσεις στο τομέα της
διοργάνωσης. Κατά κάποια περίεργη
σύμπτωση μάλιστα ο νέος περιφερειακός
διευθυντής των εργασιών της τράπεζας
για το Οντάριο, συνέπεσε να κατάγεται
από την Χίο, και μάλιστα ήταν
συμπατριώτης με τόπο καταγωγής το χωριό
του Γενικού Διευθυντή Νίκου Αυγουστάκη.
Το γεγονός βέβαια θα μπορούσε να
δημιουργήσει υπόνοιες νεποτισμού, πλην
όμως δε φάνηκε να προβληματίζει κανέναν.
Οι μήνες που ακολούθησαν ήταν
δραματικοί για το προσωπικό και τα
στελέχη του ιδρύματος στο Οντάριο με
αποτέλεσμα να παραιτηθούν και να φύγουν
όλα σχεδόν τα
έμπειρα και δοκιμασμένα στελέχη,
κυνηγημένα από τη νέα διοίκηση ή και
αγανακτισμένα από τη συμπεριφορά της
νέας διοίκησης. Έτσι ο οργανισμός έχασε
πιστούς υπαλλήλους οι οποίοι εργαζόταν
με στόχο την πρόοδο της τράπεζας.
Το
αποτέλεσμα ήταν να
μην έχουν μόνιμο διευθυντή για ένα
χρονικό διάστημα, τα καταστήματα
Τορόντο, Χάμιλτον και Μισσισσάγκα. Με
την κατάσταση αυτή διαφώνησε ο Γιώργος
Διαμαντόπουλος, ο οποίος όμως απολύθηκε
αμέσως από τη θέση του. Ένα χρόνο
αργότερα το ίδιο συνέβη και με τον
Δημήτρη Γιαντσούλη, για λόγους που
κανείς μας δεν πληροφορήθηκε. Αυτή ήταν
και η τελευταία πράξη στην ανοδική
πορεία της δημιουργίας του Κωνσταντίνου
Ζήση και των συνεργατών του. Στην
πραγματικότητα από αυτή την περίοδο ο
οργανισμός γνώρισε νέες ιδέες, νέες
αντιλήψεις, νέα πολιτική, ενώ η βάση των
πελατών της τράπεζας αισθάνθηκε τελείως
αποκομμένη και ξένη με τα νέα πρόσωπα
της διοίκησης.
Ύστερα
από ένα χρονικό διάστημα ο υπεύθυνος
επιθεωρητής των εργασιών του Οντάριο,
επιβραβεύθηκε με το διορισμό του ως
βοηθού υποδιευθυντή, με ένα παχυλό
πακέτο από μισθοδοτικά χορηγήματα. Ήταν
μια περίεργη κατάσταση από τη μία πλευρά
ο κύκλος εργασιών της τράπεζας
παρουσίαζε σοβαρή καθοδική κάμψη, με μια
σημαντική πτώση του ηθικού του
προσωπικού, μέλη του οποίου έφευγαν
καθημερινά για να αντικατασταθούν με
άλλα, ενώ παράλληλα οι εργασίες του
ιδρύματος καθημερινά μειωνόταν λόγω της
απώλειας των δυσαρεστημένων πελατών.
Από την ημέρα της δημιουργίας της η
τράπεζα μέχρι την αλλαγή της διοίκησης
της καυχιόταν ότι ήταν ο εργοδότης και
εκπαιδευτής νεαρών ελληνικής καταγωγής
οι οποίοι έκαναν σταδιοδρομία αργότερα
στον τραπεζιτικό τομέα. Με την αλλαγή
της νέας διοίκησης, θα πρέπει να
τονίσουμε, ότι η αμοιβή των υπαλλήλων
του οργανισμού ήταν η μικρότερη από κάθε
άλλο τραπεζικό οργανισμό. Μολονότι
δε το θέμα αυτό ήλθε κατ’ επανάληψη στη
προσοχή του γενικού διευθυντή του
οργανισμού Καναδά, η απάντηση του ήταν
ότι πραγματικά η πολιτική αυτή
αποτελούσε πρόκληση, πλην όμως η τράπεζα
ήταν υποχρεωμένη να παραμείνει σε αυτή.
Είναι βέβαιο ότι ο οργανισμός
μεταχειριζόταν την ανάγκη των νεαρών
ελληνοπαίδων για απασχόληση,
προκειμένου να παρουσιάσει μεγαλύτερα
κέρδη στην Αθήνα. Σύμφωνα με πληροφορίες
μου, σε πρόσφατη ομιλία του στους
υπαλλήλους καταστήματος του Μόντρεαλ ο
Νίκος Αυγουστάκης, γενικός διευθυντής
του οργανισμού τόνισε ότι εξ αιτίας της
πώλησης της τράπεζας στη Scotia
Bank, “ορισμένοι θα χάσουν τη δουλειά τους,
πλην όμως όσοι παραμείνουν πραγματικά
θα έχουν μια μεγάλη αύξηση στο μισθό
τους.”
Ήταν
η πλέον δραματική ομολογία εκπροσώπου
του οργανισμού για μια χρεοκοπημένη
πολιτική εκμετάλλευσης των
νεαρών Ελληνό-Καναδών που εφάρμοσε ο
οργανισμός όλα αυτά τα χρόνια.
Ένα
δεύτερο στοιχείο, πολύ ποιό σοβαρό, της
πολιτικής φιλοσοφίας και πρακτικής του
οργανισμού ήταν η καταπάτηση κάθε
κανόνα και επιχειρησιακής διάταξης της
σχετικής νομοθεσίας του Καναδά. Στην
πραγματικότητα στελέχη της τράπεζας
κάνοντας χρήση της γνωριμίας που με τα
χρόνια κάναν με πελάτες, τους παρότρυναν
να υπογράψουν έγγραφα
“εν λευκώ”, με τη δικαιολογία ότι
δεν υπήρχε ώρα για να συμπληρωθούν οι
φόρμες και την υπόσχεση ότι την επομένη
θα στέλνονταν στο δικαιούχο, υπέκλεπταν
την υπογραφή του ενδιαφερόμενου
ομογενούς, καθόριζαν τα ποσοστά των
επιτοκίων στο ύψος που ήθελαν οι ίδιοι,
χωρίς καν να ενημερώσουν το πελάτη μήτε
και για το ποσό των μηνιαίων δόσεών του ή
ακόμα και την ημερομηνία αυτών των
δόσεων για να μπορεί εκείνος να
ανταποκριθεί κατάλληλα. Παράλληλα και
όταν ο πελάτης δεν έστελνε τα χρήματά
στη συγκεκριμένη μέρα, υπήρχε ένας
ολόκληρος μηχανισμός επιβαρύνσεων
εναντίον του, παρόμοιος του οποίου δεν
εφαρμόζεται από καμία Καναδική τράπεζα.
Το χειρότερο είναι ότι σε τελεία
αντίθεση και καταπάτηση των σχετικών
προβλέψεων και κανονισμών της υπεύθυνης
διοίκησης για τους χρηματιστικούς
οργανισμούς του Καναδά, η τράπεζα δεν
έστελνε ούτε και μηνιαία statements
για να μπορεί ο πελάτης να γνωρίζει την
πορεία εξόφλησης του δανείου του.
Ας μου επιτραπεί στο σημείο αυτό να
τονίσω ότι σε σχετική αλληλογραφία με
τον υπεύθυνο επιθεωρητή των εργασιών
της τράπεζας για το Οντάριο, και την
ερώτησή μας γιατί δεν έχουν σταλεί ποτέ
τα μηνιάτικα statements,
ο τελευταίος αναφέρει ότι: “ η
τράπεζα δεν ταχυδρομεί κάθε μήνα
“loan” statements.
Αντί δε αυτών στέλνει ένα μηνιαίο statement
του λογαριασμού του πελάτη.” Η πρακτική
ωστόσο αυτή κρίνεται από την υπεύθυνη
υπηρεσία για τους χρηματιστηριακούς
οργανισμούς του Καναδά, ως “απαράδεκτη
και ότι παραβιάζει τους κανονισμούς, οι
οποίοι ορίζουν ρητά ότι για κάθε
χρηματιστική πράξη οφείλουν οι τράπεζες
να εκδίδουν μηνιαία statements τα οποία θα πρέπει να δείχνουν όλες τις
μεταβολές του λογαριασμού. Ακόμα
χειρότερο είναι το γεγονός ότι υπάρχουν
περιπτώσεις που πελάτες της τράπεζας
δεν λαμβάνουν μήτε και μηνιαία statements
των λογαριασμών τους, χωρίς ωστόσο αυτό
να σταματήσει την τράπεζα από το να τους
χρεώνει με έναν τόνο από επιπρόσθετα
ποσά σαν τιμωρία για την καθυστέρησή
αποστολής των οφειλών. Μια πρακτική η
οποία δεν χρησιμοποιείται από καμία
άλλη τράπεζα ακόμα και από τις περίφημες
πιστωτικές κάρτες, πέραν “της δικής μας
τράπεζας”, όπως τόσο ωραία μας κάναν
πλύση εγκεφάλου για να το αποδεχθούμε
και να τους ευχαριστήσουμε. Το σπουδαίο
είναι ότι και όταν ακόμα τους ζητάς να
σου πουν πόσα τους χρωστάς, σου δίνουν
ποσά τα οποία την επομένη ανατρέπουν ή
αρνούνται με διάφορες δικαιολογίες.
Ύστερα
από όλα αυτά είναι επόμενο να αντιληφθεί
ο αναγνώστης γιατί μια τόσο ωραία
προσπάθεια η οποία άρχισε με τους
οραματιστές συνεργάτες της ομάδας του
Κώστα Ζήση, έφθασε στο σημείο να
πουληθεί.
Ένας
πραγματικός οικονομικός γίγαντας για
τον οποίο αισθανόταν περήφανη ολόκληρη
η ομογένεια Καναδά, ένας τραπεζιτικός
οργανισμός ο οποίος γνώρισε το μεγαλείο
μια θριαμβευτικής ανάπτυξης, τελικά
αισθάνθηκε τη τραγωδία της εγκατάλειψης
και άρνησης. Μια τραγωδία η οποία
περιέργως θυμίζει τα προφητικά λόγια
του Γιώργου Διαμαντόπουλου: “Εάν
πραγματικά προσπαθήσετε να εφαρμόσετε
αυτή σας τη πολιτική, σας διαβεβαιώ ότι
σε πέντε χρόνια από σήμερα η τράπεζα θα
πάψει να υπάρχει.”
Το
χειρότερο είναι ότι φέτος
συμπληρώνονται πέντε χρόνια από εκείνη
τη περίεργη μέρα. Σύμπτωση θα μου πείτε.
Πάνω
σε αυτό όμως πρόκειται να επανέλθω σε
επόμενη έκδοση.
|