The strong voice of a great community
Νοέμβρης 2005

Πίσω στο ευρετήριο

             Εκλογές δίχως νόημα ή λόγο

     Του Θωμά Στ. Σάρα

 

                           Ανάλυση

Ενώ οι Καναδοί προετοιμάζονται για τις γιορτές των Χριστουγέννων και του Νέους Έτους, στο εθνικό κοινοβούλιο η ηγεσία της αντιπολίτευσης επιμένει να εξαναγκάσει τη κυβέρνηση σε εκλογές.

  

Τορόντο. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι οι Καναδοί δεν είναι και τόσο ξετρελαμένοι με την ιδέα του χειμώνα. Ίσως για εκείνους που αγαπούν τις καλλιτεχνικές φωτογραφίες των κάτασπρων κάμπων και βουνών να αποτελεί ένα στοιχείο ομορφιάς, για το μέσο Καναδό, ωστόσο, εκείνον που πασχίζει να εξοικονομήσει το ψωμί της ημέρας, ο χειμώνας συνεχίζει να αποτελεί τον υπ’ αριθμό ένα εχθρό.

Η κατάσταση όμως αυτή γίνεται ακόμα ποιό περίπλοκη εάν σκεφθεί κάποιος ότι φυσική συνέπεια της αρχής του χειμώνα αποτελούν και οι χρονιάτικες πανηγυρικές γιορτές των Χριστουγέννων και της Νέας Χρονιάς.

Είναι η περίοδος που οι γυναίκες ψάχνουν να ανανεώσουν τη τουαλέτα τους, τα παιδιά ονειρεύονται τα καινούργια παιγνίδια που πρόκειται να τους φέρει ο “Σάντα”, ενώ οι πατεράδες σπάζουν το κεφάλι τους για να βρουν κάποια λύση να βοηθηθούν στην αντιμετώπιση των έκτακτων εξόδων που συνεπάγεται αυτή η περίοδος. Τα προβλήματα, όμως αυτά, δεν φαίνεται να απασχολούν και πολύ τους εντιμότατους εθνοπατέρες μας στην Ottawa, καθένας των οποίων ονειρεύεται ότι θα δεχθεί το πολυπόθητο δώρο από τον “Σάντα”, εκείνο της λαϊκής εντολής για το σχηματισμό κυβέρνησης.

Χωρίς, βέβαια, να είμαι απόλυτος, πιστεύω ότι κάπως έτσι σκέπτονται όλοι εκείνοι που έχουν εκλεγεί στις τελευταίες εκλογές, καθώς για δεκαεπτά ολόκληρους μήνες τώρα, το μοναδικό έργο που έχουν να επιδείξουν είναι η ατέλειωτη προσπάθειά τους να ρίξουν τη κυβέρνηση και να προκηρυχθούν νέες εκλογές.

Αυτή ήταν η πολιτική εικόνα την περασμένη άνοιξη η οποία όμως άλλαξε την τελευταία στιγμή με τις πολιτικές μεταβολές και προσχωρήσεις ατόμων από τη μία παράταξη στην άλλη, και την μεταβολή των αριθμών των βουλευτικών εδρών μέσα στο εθνικό κοινοβούλιο, με αποτέλεσμα οι ελπίδες ορισμένων πολιτικών ότι γρήγορα θα είχαν την διακυβέρνηση του τόπου, να χαθούν σαν θρυαλλίδες σαπουνιού στον ανοιξιάτικο αέρα.

Με το τέλος του καλοκαιριού, ωστόσο, οι φιλοδοξίες και προσπάθειες των ονειροπόλων πολιτικών μας, επανεμφανίσθηκαν ποιό δυνατές δυναμωμένες από την πίστη τους ότι τώρα είναι η ώρα να ζητήσουν την λαϊκή εντολή.

Έτσι λοιπόν φθάσαμε στο σημείο αναμονής για την επόμενη κίνηση της ηγεσίας των τριών κομμάτων της αντιπολίτευσης, η οποία διαλαλεί καθημερινά τη πρόθεσή της να ανατρέψει τη κυβέρνηση των Φιλελευθέρων του Πόλ Μάρτιν  και να εξαναγκάσει τη χώρα να προσφύγει στις εκλογές, μέσα στο καταχείμωνο του Γενάρη, υποκλέπτοντας όλη τη μαγεία της γιορταστικής περιόδου με πολιτικές αντιπαραθέσεις, οι οποίες ελάχιστα πρόκειται να κερδίσουν το ενδιαφέρον των ψηφοφόρων. Δίκαια λοιπόν δημιουργείται το ερώτημα ποια η αιτία αυτού του πολιτικού μακελειού, και ποια τα πραγματικά κίνητρα μιας παρόμοιας πολιτικής απόφασης η οποία κάλλιστα θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί κάποια στιγμή το Μάρτη ή Απρίλη, με το πρώτο ξέσπασμα της μάνας γης και το χαιρετισμό της ζωοφόρας άνοιξης.

Το σπουδαίο είναι ότι σύμφωνα με τη γνώμη των πολιτικών παρατηρητών και τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων της κοινής γνώμης, ούτε η κυβέρνηση, μήτε η αντιπολίτευση και ακόμα περισσότερο οι Καναδοί ψηφοφόροι δεν είναι “ενθουσιασμένοι” με την ιδέα των άμεσων εκλογών.

Παρ’ όλα αυτά όμως η ηγεσία των τριών κομμάτων της αντιπολίτευσης φαίνεται αποφασισμένη να προχωρήσει στις αποφάσεις και τις μεταξύ των μελών της συμφωνίες. Συμφωνίες οι οποίες εκφράζονται  στη κοινή ανακοίνωση των τριών πολιτικών κομμάτων της 13ης του Νοέμβρη, 2005, σύμφωνα με την οποία :

“Οι ηγέτες των τριών κομμάτων της αντιπολίτευσης συμφώνησαν να στηρίξουν μια πρόταση των σοσιαλιστών του NDP, η οποία πρόκειται να κατατεθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία ζητώντας από τη κυβέρνηση να συμφωνήσει να προκηρύξει εκλογές την πρώτη εβδομάδα του Γενάρη, του 2006”.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση ο αρχηγός των σοσιαλιστών του NDP κ. Leyton, δήλωσε ότι: “καλωσορίζουμε την επίδειξη κατανόησης και συμφωνίας η οποία στηρίζεται πάνω στη κοινή λογική, η οποία έχει επιδειχθεί σήμερα. Εάν τα τρία πολιτικά κόμματα μπορούν να συμφωνήσουν σε μια μέση λύση η οποία επιτρέπει τη ρύθμιση των θεμάτων το φθινόπωρο προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο εκλογών κατά την διάρκεια της γιορταστικής περιόδου, ζητούμε από το κ. Μάρτιν  να μας εξηγήσει γιατί δεν συμφωνούν οι Φιλελεύθεροι”.

Από τη δική του πλευρά ο ηγέτης των Συντηρητικών και αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης  πρόσθεσε: “Μολονότι προτιμούμε να κινηθούμε ποιό γρήγορα, αυτή η πρόταση του NDP επιτρέπει στο κοινοβούλιο να ολοκληρώσει ορισμένες υποθέσεις που ενδιαφέρουν το Καναδικό κοινό και να αποφευχθούν Χριστουγεννιάτικες εκλογές, εάν πραγματικά η κυβέρνηση θέλει κάτι τέτοιο.”

Τέλος, από τη δική του πλευρά, ο αρχηγός των διασπαστών της Ομάδας Κεμπεκουά Gilles Duceppe, πρόσθεσε: “η διαφωνία πάνω στο ερωτηματικό των προνομίων των Φιλελευθέρων σχετικά με τα σκάνδαλα χρηματικών παροχών θα συνεχισθεί έως ότου η κυβέρνηση συμφωνήσει εγγράφως να κρατήσει την 15,17,22 και 24 ημέρα του Νοέμβρη 2005, και να μη διαλύσει τη  Βουλή  προτού προκηρύξει εκλογές.”

Εάν η κυβέρνηση αρνηθεί να συζητήσει αυτή τη πρόταση ή και αρνηθεί να δεσμευθεί από αυτή τη πρόταση εάν γίνει αποδεκτή από το κοινοβούλιο, τότε ο ηγέτης της αντιπολίτευσης, (άκρα δεξιά), με την υποστήριξη του ηγέτη των σοσιαλιστών του NDP( αριστερά), πρόκειται να καταθέσουν πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης την επόμενη εβδομάδα.  

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθεί η μη αναφορά στον ηγέτη των διασπαστών Κεμπεκουά, ο οποίος φαίνεται να διαφεντεύει το πολιτικό παρασκήνιο μέσα από τις ομίχλες της πολιτικής σκοπιμότητας. Ο λόγος αυτής της πρακτικής είναι απλός. Ύστερα από τη καταγγελία μέλους της παράταξης των Συντηρητικών ότι ο ηγέτης του κόμματος διαπραγματεύεται με τους διασπαστές του Κεμπέκ προκειμένου να κατορθώσει να γίνει πρωθυπουργός του Καναδά, οι σχέσεις της ηγεσίας του κόμματος ξαφνικά έδειξαν να απομακρύνονται από τον ηγέτη των διασπαστών. Λέγεται ότι στη πολιτική και το πόλεμο δεν υπάρχουν κανόνες, καθένας των αντιπάλων προσπαθεί με κάθε δυνατό τρόπο, ( ηθικό ή μη), να κερδίσει τη μάχη της κοινής γνώμης υποχρεώνοντας τον αντίπαλό του σε όσο το δυνατόν ποιό ατιμωτική ήττα.

Στην προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, είναι βέβαιο ότι καθένας των τριών πολιτικών ηγετών της αντιπολίτευσης, φαίνεται να έχει τους δικούς του προσωπικούς στόχους. Στόχους οι οποίοι αποβλέπουν στην προώθηση των προσωπικών τους φιλοδοξιών και την επιβολή του καθενός ως ηγέτη ικανού να διασφαλίσει τα συμφέροντα των Καναδών. Αυτό βέβαια ισχύει τουλάχιστον για τους ηγέτες των δύο ομοσπονδιακών κομμάτων του Καναδά, του Συντηρητικούς και τους Σοσιαλιστές του NDP. Από τη δική του σκοπιά αντιθέτως ο τρίτος των συμβαλλομένων και αρχηγός των διασπαστών της ομάδας Κεμπεκουά, παρουσιάζεται να παίζει το παιγνίδι των άλλων δύο, επειδή ακριβώς αντιλαμβάνεται ότι με τον τρόπο αυτόν εξυπηρετούνται απόλυτα τα στρατηγικά σχέδια του κινήματος του, όσο και οι στόχοι του για να επιτευχθεί η “ποθητή” διάσπαση της Καναδικής Ομοσπονδίας.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να κάνω μια αναφορά σε δήλωση του νέου ηγέτη του επαρχιακού κινήματος γνωστού ως “πάρτη Κεμπεκουά” Andre Biosclair, και φυσικά στενού συνεργάτη του Gilles Duceppe, ο οποίος έφθασε στο σημείο να διακηρύξει δημόσια  ότι προτίθεται να προχωρήσει σε δημοψήφισμα όσο το δυνατόν γρηγορότερα μόλις εκλεγεί πρωθυπουργός της επαρχιακής κυβέρνησης, μα ακόμα περισσότερο πρόκειται να παραβλέψει τους νόμους της  Καναδικής ομοσπονδίας, προκειμένου να επιτύχει τους στόχους του που είναι η διάσπαση του Καναδά.

Σύμφωνα με τον ομιλητή δεν πρόκειται να δεσμευθεί από τον νόμο του ομοσπονδιακού κοινοβουλίου για την ξεκάθαρη έκφραση των προθέσεών του, γνωστό ως “clarity Act”, ο οποίος έγινε αποδεκτός από το Ανώτατο δικαστήριο του Καναδά. Θα πρέπει να τονίσω ότι σχολιάζοντας τις δηλώσεις Biosclair ο πρωθυπουργός Πόλ Μάρτιν τόνισε ότι αυτές ισοδυναμούν με απόρριψη των αρχών της ευνομίας προκειμένου να προωθηθούν οι πολιτικές σκοπιμότητες.

Το κακό είναι ότι τόσο ο αρχηγός της αντιπολίτευσης Steven Harper, όσο και ο ηγέτης του NDP Jack Layton, είναι γνώστες του προβλήματος και των κινδύνων που συνεπάγεται η άμεση προσφυγή σε γενικές εκλογές, η ελπίδα ωστόσο της ύπαρξης κάποιας πιθανότητας πολιτικού κέρδους για τους ίδιους και το κόμμα τους είναι τόσο δυνατή ώστε να τους βάζει στο πειρασμό να διακινδυνεύσουν την Καναδική ομοσπονδία.

Από τη δική του πλευρά ο πρωθυπουργός Πόλ Μάρτιν, είναι αδύναμος να αντιδράσει μιας και δεν έχει τους αριθμούς των βουλευτών για να στηρίξει τη πολιτική της κυβέρνησης. Σχολιάζοντας ωστόσο τις δηλώσεις του Andre Bisclair, τόνισε: “ το πρόγραμμα της διάσπασης του Κεμπέκ από την Καναδική ομοσπονδία είναι ένα στοιχείο το οποίο προτίθεμαι να πολεμήσω με κάθε μόριο της ύπαρξης μου σαν πρωθυπουργός και περήφανος κάτοικος του Κεμπέκ και Καναδός. Και θα το κάνω αυτό σεβόμενος πάντοτε την αξιοπρέπεια της δημοκρατικής διαδικασίας και τους κανόνες της νομοθεσίας. Είναι δε απαράδεκτο και θα πρέπει να το αποδεχθούμε ως απαράδεκτο από όλους εμάς που πιστεύουμε στο σεβασμό της δημοκρατικής διαδικασίας και τους κανόνες του δικαίου. Οι δηλώσεις αυτές δε θα αποτελέσουν  ένα πραγματικό στοιχείο της ομάδας Κεμπεκουά  σε σχέση με το σεβασμό της έννομης τάξης.”

Πέραν τούτου το ερώτημα συνεχίζει να παραμένει αναπάντητο, ποιό είναι το σοβαρό πρόβλημα που υποχρεώνει την αντιπολίτευση να ρίξει τη κυβέρνηση και να την αναγκάσει να προσφύγει σε εκλογές, στη πραγματικότητα δεν υπάρχει κάτι σχετικό.

Από τους τέσσαρες πολιτικούς κομματικούς μηχανισμούς οι οποίοι διαφεντεύουν τη ζωή των Καναδών, κανένας δεν φαίνεται διατεθειμένος να σταματήσει την τρελή κούρσα του δρόμου προς τις εκλογές. Εκλογές τις οποίες δεν φαίνεται να επιδιώκει ή και να θέλει κανένας των Καναδών. Παρ’ όλα αυτά και κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις το ερώτημα που δημιουργείται και πάλι είναι το εάν και κατά πόσον αυτοί οι ηγέτες έχουν την δυνατότητα να αντιληφθούν και να διοικήσουν το Καναδά.

Χωρίς να θέλω να παραβλέψω το γεγονός των οικονομικών σκανδάλων των σχετικών με την πρακτική της διαφήμισης των κυβερνήσεων Κρεσιέν, πιστεύω απόλυτα ότι σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να μπορεί να τιμωρηθεί ο Καναδός ψηφοφόρος για σφάλματα των οποίων είναι ανεύθυνος και των οποίων η ευθύνη ανήκει αποκλειστικά στους πολιτικούς. Το γεγονός ότι τα σκάνδαλα αυτά είχαν σαν αιτιολογία τη παρουσία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης στο Κεμπέκ, αποτελεί ένα στοιχείο το οποίο ναι μεν προβληματίζει, πλην όμως προσφέρει μια σοβαροφανή δικαιολογία.  Σύμφωνα με τον σημερινό πρωθυπουργό, παρ’ όλο που την εποχή των σκανδάλων ήταν ο παντοδύναμος υπουργός οικονομικών επί κυβερνήσεων Κρεσιέν, ήταν αμέτοχος και αγνοούσε το τι διαδραματιζόταν στην πραγματικότητα, είναι μια δικαιολογία η οποία έρχεται σε μετωπική αντίθεση με την δημοκρατική πρακτική και φιλοσοφία η οποία θέλει συνυπεύθυνο των πράξεων και παραλήψεων της διοίκησης καθένα που συνεργάσθηκε ή συμμετείχε σε αυτήν.  Σήμερα ωστόσο ο απόηχος εκείνων των σκανδάλων έχει δημιουργήσει ένα πολιτικό τυφώνα στο Κεμπέκ ο οποίος απειλεί να ισοπεδώσει ολόκληρη την ομοσπονδία. Κάτι τέτοιο όμως  δεν είναι δίκαιο και ούτε αρμόζει για μια χώρα και ένα λαό ο οποίος εργάζεται ασταμάτητα για να δημιουργήσει το μέλλον του. Και αυτό το μέλλον, σε καμία περίπτωση δεν προτίθεται να το αφήσει στα χέρια πολιτικών οι οποίοι είναι πρόθυμοι να το ξεπουλήσουν προκειμένου να προωθήσουν τα προσωπικά και κομματικά τους συμφέροντα, είτε αυτοί ανήκουν στη δεξιά, είτε στους σοσιαλιστές.

Και  πέραν όλων των άλλων ο λαός και τα συμφέροντά του είναι εκείνα που κυρίως μετρούν στις δημοκρατίες. Οι δε σημερινές εκλογές δεν έχουν να κάνουν τίποτα απολύτως με τα λαϊκά συμφέροντα, είναι ένα στοιχείο το οποίο θα πρέπει να γνωρίζουν οι κ Χάρπερ και Λέητον, προτού αποφασίσουν να εξαναγκάσουν τη χώρα να βρεθεί στο προεκλογικό στίβο, μέσα στο παγωμένο μεσοχείμωνο του Καναδά.