![]()
|
|
|
|
|
|
|
|
Ελεύθερα
Μια
νέα πραγματικότητα
Του
Θωμά Στεφ. Σάρα
Για την Άγκυρα και τους στρατοκράτες
αφέντες, που ελέγχουν την πολιτική ζωή
της, η 3η του Νοέμβρη αποτέλεσε μια νέα,
πρωτόγνωρη εμπειρία και μια
πραγματικότητα, την οποία δεν μπορούσαν
καν να φαντασθούν. Η αλήθεια είναι ότι
για πρώτη φορά στα 83 χρόνια της
εγκαθίδρυσης της τουρκικής δημοκρατίας,
με το Συνέδριο της Σεβάστειας, οι
Τούρκοι ψηφοφόροι ξαφνικά ανακάλυψαν τη
δύναμη της ψήφου τους και θέλησαν να
διεκδικήσουν τη διακυβέρνηση της χώρας
τους με τη λαϊκή ετυμηγορία των εκλογών.
Και τα αποτελέσματα αυτής τους της
προσπάθειας υπήρξαν καταλυτικά του
στάτους κβο και των παραδοσιακών
πολιτικών δυνάμεών του.
Καθώς έκλειναν οι κάλπες κι άρχιζε η
καταμέτρηση των ψήφων τη βραδιά των
εκλογών τόσο το πολιτικό κατεστημένο
της χώρας όσο και οι στρατηγοί, που
ουσιαστικά χαράζουν την πολιτική της
χώρας, βρέθηκαν μπροστά σε κάποιο είδος
«δημοκρατικής επανάστασης» των μαζών
επί τη βάσει των δεδομένων της
εκφρασμένης θέλησής τους. Και ήταν
πραγματικά μια μέρα εκπλήξεων, καθώς οι
ψηφοφόροι πρόσφεραν μια άνετη
πλειοψηφία στους ισλαμιστές.
Εκείνο, ωστόσο, που έχει ιδιαίτερη
σημασία δεν είναι το γεγονός της νίκης
των ισλαμιστών, αλλά η εξαφάνιση
ολόκληρου του πολιτικού κατεστημένου
της χώρας από το ενεργό θέατρο της
πολιτικής σκηνής της Άγκυρας. Όλοι
εκείνοι, οι οποίοι τις τελευταίες
δεκαετίες διαχειρίστηκαν τις τύχες της
χώρας, ξαφνικά χάθηκαν από το προσκήνιο
με το καταλάγιασμα του κουρνιαχτού, που
έφερε η προεκλογική εκστρατεία.
Στο νέο εθνικό κοινοβούλιο της
Τουρκίας μετά την 3η Νοεμβρίου θα
εκπροσωπούνται μόνο το κόμμα των
Ισλαμιστών και εκείνο των
Ρεπουμπλικανών. Η αποτυχία των μέχρι την
ημέρα των εκλογών δυνατών του πολιτικού
κατεστημένου της χώρας υπήρξε ηχηρή,
παταγώδης και πρωτοφανής για τα
ιστορικά δεδομένα αυτής της χώρας.
Οι Τούρκοι ψηφοφόροι στις 3
Νοεμβρίου πραγματικά ψήφισαν αλλαγή κι
έστειλαν ένα προκλητικό μήνυμα στους
στρατηγούς, ότι η μέχρι τώρα πρακτική
τους ήταν απαράδεκτη και αντίθετη με τη
θέληση των μαζών των ψηφοφόρων.
Για τους παρατηρητές των πολιτικών
πραγμάτων της Τουρκίας η νίκη των
Ισλαμιστών του Ερντογάν δεν αφήνει
καμιά αμφιβολία ότι είναι αποτέλεσμα
της διαφωνίας και άρνησης των πολιτών με
ολόκληρο το πολιτικό κατεστημένο της
χώρας και μια απέλπιδα προσπάθεια να
τραβήξουν τη χώρα τους από τη διαφθορά,
τη σήψη, την πολιτική συναλλαγή, μα
πιότερο απ΄’ όλα την ανέχεια και
απελπισία των κοινωνικά καταπιεσμένων
πολιτών.
Για την Ευρώπη και την Ουάσιγκτον η
νίκη της ακροσυντηρητικής παράταξης του
κόμματος της «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης»
υπήρξε σαν κάποιο είδος οδυνηρής
εμπειρίας, εάν μάλιστα αναλογιστεί ο
παρατηρητής ότι πάνω στις παραδοσιακές
πολιτικές δυνάμεις της χώρας είχαν
στηριχθεί τα σχέδιά της Ευρώπης και
κυρίως της Ουάσιγκτον για τη διεξαγωγή
των πολεμικών της επιχειρήσεων στο Ιράκ.
Είναι δε ενδεικτικό αυτής της
πραγματικότητας το γεγονός της
ενεργοποίησης του αρχηγού του νικηφόρου
κόμματος, Ταγίπ Ερντογάν, αμέσως μετά
την επισημοποίηση των εκλογικών
αποτελεσμάτων και την επίσκεψή του στις
ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, προκειμένου να
πείσει τους Ευρωπαίους για την κατά
δύναμη επίσπευση της διαδικασίας
αποδοχής της υποψηφιότητας της χώρας
του και κυρίως προτού θελήσουν οι
στρατηγοί να παρέμβουν, κάτι που
αποτελεί πλέον πρακτική των πολιτικών
πραγμάτων της Τουρκίας.
Η στρατηγική όμως αυτή του Ερντογάν
δεν φαίνεται να ενθουσίασε και πολύ τη
στρατιωτική χούντα της Άγκυρας, η οποία
με κάθε δυνατό τρόπο και με την
καλυμμένη γλώσσα της διπλωματίας
προσπάθησε να υπενθυμίσει στον αρχηγό
της νικήτριας πολιτικής κίνησης ότι με
τις πρωτοβουλίες του εκείνες απλώς
παραβιάζεται το διπλωματικό πρωτόκολλο.
Ακολούθησε η σύσκεψη των Βρυξελλών,
κατά την οποία η Τουρκία, πέραν των
ενθαρρυντικών προτροπών δεν κατόρθωσε
να λάβει τίποτα το συγκεκριμένο από τους
Ευρωπαίους εταίρους.
Από τη δική της πλευρά η Άγκυρα
φάνηκε να απάντησε με τον ίδιο τρόπο
στην Ευρώπη, καθώς αρνήθηκε να αποδεχθεί
τις προτάσεις των Ευρωπαίων στο θέμα του
ευρωστρατού. Η στάση αυτή της Τουρκίας
φάνηκε πραγματικά να προβληματίζει την
Ελλάδα, ο πρωθυπουργός της οποίας τόνισε
την ανάγκη αλλαγής στάσης της Άγκυρας
στο Κυπριακό και τον Ευρωστρατό.
Από τη δική του πλευρά, ο Τούρκος
ηγέτης, Ρετζέπ Ερντογκάν, χαρακτήρισε
σαν πρόκληση προς ολόκληρο το
μουσουλμανικό κόσμο την πιθανότητα να
μην καθοριστεί στην Κοπεγχάγη
ημερομηνία έναρξης των
διαπραγματεύσεων.
Όπως είναι γνωστό, στις μέρες που
ακολούθησαν τις τουρκικές εκλογές, ο
πρώην πρόεδρος της Γαλλίας Βαλερί
Ζισκάρ ντ’ Εστέν δήλωσε δημόσια ότι η
ένταξη της Τουρκίας εγκυμονεί μεγάλους
κινδύνους για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι
δηλώσεις του Ευρωπαίου επισήμου
προκάλεσαν καταιγισμό αντιδράσεων από
πλευράς Τουρκίας.
Με δικές του δηλώσεις, εξάλλου, ο
υπεύθυνος για την επέκταση της Ευρώπης,
επίτροπος Φερχόιγκεν, τόνιζε ότι η
Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) δεν πρόκειται να
καθορίσει ημερομηνία έναρξης των
ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την
Τουρκία.
Σε βοήθεια της Τουρκίας έσπευσε ο
υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας,
Γιώργος Παπανδρέου, ο οποίος φρόντισε να
εκφράσει δημόσια τη δική του γνώμη, ότι
οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να προσδιορίσουν
κάποια ημερομηνία για τις
διαπραγματεύσεις με την Τουρκία.
Από τη δική του πλευρά, ο νικητής των
τουρκικών εκλογών, Ερντογκάν, τόνισε τη
βεβαιότητά του ότι η Τουρκία και η
Ελλάδα θα συνεχίσουν τη συνεργασία τους
και στο μέλλον. Την ίδια μέρα, ωστόσο,
τουρκικά αεροσκάφη της πολεμικής
αεροπορίας παραβίαζαν τον εναέριο χώρο
της Ελλάδας.
Σε συνέντευξή του ο πρόεδρος της
επιτροπής της ΕΕ, Ρομάνο Πρόντι, δήλωσε
ότι για την ώρα τουλάχιστον δεν
πρόκειται να γίνει αποδεκτό το αίτημα
της Τουρκίας για τον καθορισμό
ημερομηνίας έναρξης διαπραγματεύσεων.
Σύμφωνα με τον Ευρωπαίο επίσημο ούτε το
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ούτε και τα
κοινοβούλια των χωρών μελών της Ευρώπης
πρόκειται να αποδεχθούν κάτι τέτοιο. Ο
ρόλος των στρατηγών
Όταν κατά τη διάρκεια της περιοδείας
του στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ο
νικητής των τουρκικών εκλογών, Ερντογάν,
βρέθηκε στη Λισαβόνα, ο πρωθυπουργός της
Πορτογαλίας ρώτησε το συνομιλητή του
για το πόσο διάστημα θα χρειαστεί να
περιμένει η Ευρώπη μέχρις ότου πιστέψει
ότι ο ρόλος των στρατιωτικών στην
πολιτική διοίκηση της Τουρκίας έχει
τελειώσει, και ότι κανένας πλέον δεν
φοβάται για τον κίνδυο επιβολής
ισλαμικής διακυβέρνησης στην Τουρκία. Από
όλες τις εμπειρίες, που είχε σχηματίσει
ο Τούρκος πολιτικός, εκείνη του
Πορτογάλου προέδρου ήταν η πιο οδυνηρή.
Λέγεται ότι προσπάθησε να τον πείσει ότι
η κυβέρνησή του έχει εκλεγεί με την ψήφο
όλων των στρωμάτων του τουρκικού λαού
και όχι μόνο των ισλαμιστών, και
προσπάθησε να τον καθησυχάσει ότι δεν
υπήρχε κανένας κίνδυνος για κάτι
παρόμοιο. Εκεί,
ωστόσο, που ο Ερντογάν παρέμεινε
σιωπηλός ήταν το μέρος της ερώτησης, που
αναφερόταν στο ρόλο των στρατηγών στην
πολιτική διοίκηση της Τουρκίας. Το θέμα
αυτό είναι εκείνο το οποίο ακριβώς
αναφέρεται σε κάθε ευρωπαϊκό έγγραφο
όλα αυτά τα χρόνια, και αποτελεί το
κυριότερο εμπόδιο για την αποδοχή της
χώρας στην ΕΕ. Και στο σημείο αυτό,
δυστυχώς, ο Τούρκος συνομιλητής δεν
κατόρθωσε να δώσει καμιά απάντηση.
Κάτω από αυτές τις εξελίξεις και
παρά τη διάθεση και προθυμία της νέας
κυβέρνησης να δείξει κάθε διάθεση
συνεργασίας με την Ευρώπη, η ουσία είναι
ότι η πολιτική της χώρας χαράσσεται και
θα συνεχίσει να χαράσσεται από τους
στρατηγούς, μια λεπτομέρεια την οποία
δεν φαίνεται διατεθειμένη να δεχθεί η
Ευρώπη, έστω και αν προσπαθήσει να την
υποβοηθήσει η Αθήνα.
Είναι βέβαιο, εξάλλου, ότι στις μέρες
που ακολουθούν οι σχέσεις της νέας
κυβέρνησης της Τουρκίας με τη
στρατιωτική χούντα δεν πρόκειται να
είναι και πολύ αρμονικές. Στην επιθυμία
της κυβέρνησης να ικανοποιήσει τις
απαιτήσεις των Ηνωμένων Εθνών και της
Ευρώπης για το Κυπριακό και την επιβολή
πολιτικών μεταρρυθμίσεων στη χώρα,
είναι βέβαιο, ότι θα αντιδράσει πλέον η
χούντα. Στην περίπτωση αυτή θα
γνωρίσουμε μια νέα Τουρκία με τα
χαρίσματα εκείνης που κληρονόμησε.
Ευτυχώς, το σημείο αυτό θα είναι και το
τέλος της για να επιζήσει με τη σημερινή
της μορφή. |
|