The strong voice of a great community

November 2002

  

Η ειρωνεία της τουρκικής δημοκρατίας

 

            Στην Τουρκία συνηθιζόταν να λέγεται ότι δεν ευδοκιμούν δύο πράγματα: ο καφές και η δημοκρατία, μολονότι κάτω από τις σημερινές συνθήκες είναι βέβαιο ότι ο καφές έχει την πιθανότητα να καρποφορήσει. Εκείνο, όμως, που συνεχίζει να προβληματίζει για το κατά πόσον είναι δυνατό να προοδεύσει, είναι η δημοκρατία. Για ογδόντα ολόκληρα χρόνια το δένδρο της δημοκρατίας στη χώρα αυτή συνεχίζει να παραμένει ευάλωτο, εκτεθειμένο στις ορέξεις και την κρίση των παντοδύναμων στρατηγών της χώρας.

            Παρ’ όλ’ αυτά, η διοίκηση του κ. Μπους, παραβλέποντας το πρόβλημα αυτό, προσπαθεί να πείσει την κοινή γνώμη της Δύσης ότι οι προσπάθειές του αποβλέπουν στη δημιουργία και καθιέρωση μιας πρωτότυπης δημοκρατίας στο Ιράκ, η οποία θα αποτελέσει το προηγούμενο για τον ισλαμικό κόσμο. Κάτι παρόμοιο πραγματικά θα ήταν αξιόλογο και ακόμα περισσότερο ευκταίο.

            Ωστόσο, και ενώ οι ΗΠΑ προετοιμάζονται για πόλεμο με το Ιράκ, για την επιβολή της δημοκρατίας για κάθε άλλη διοικητική δικαιοδοσία της περιοχής, δεν φαίνεται να απασχολεί την Ουάσιγκτον το γεγονός της καταπάτησης των δημοκρατικών αρχών και του διεθνούς δικαίου σε όλες σχεδόν τις χώρες της περιοχής. Αυτός είναι και ο λόγος, που η αμερικανική διοίκηση είναι υποχρεωμένη, παράλληλα με τις αλλαγές στο Ιράκ, να μελετήσει και την ιστορία και παράδοση και των υπολοίπων καθεστώτων της περιοχής: Τουρκίας, Πακιστάν, Μαρόκου, Κουβέιτ, Μπαχρέιν, Σαουδικής Αραβίας, Συρίας και Αιγύπτου. Σε ορισμένες απ’ αυτές ήδη υπάρχει κάποια υποτονική καλλιέργεια του δημοκρατικού συστήματος, ενώ σε άλλες οι αρχές αυτές γίνονται ακόμα πιο έντονες στη θεωρία. Η Τουρκία, π.χ., ο βόρειος γείτονας του Ιράκ, συνεχίζει να αποτελεί ένα πραγματικό πολιτικό σκάνδαλο για την Ουάσιγκτον κι ένα μόνιμο πονοκέφαλο για το παρόν και το μέλλον καθώς κι ένα παράδειγμα υποκρισίας.

            Ύστερα από έναν αριθμό σφαγών στις αρχές του 20ού αιώνα, οι οποίες ξεπέρασαν και την έννοια της γενοκτονίας σε βάρος των Αρμενίων, των Συρίων και των Ελλήνων του Πόντου και της Σμύρνης, οι στρατοκράτες, που διοικούν αυτή τη χώρα, έφθασαν στο σημείο το 1974 να εισβάλουν στρατιωτικά στην άοπλη Δημοκρατία της Κύπρου, στην οποία για 28 ολόκληρα χρόνια τώρα συνεχίζουν να διατηρούν τις δυνάμεις κατοχής τους.

            Πρόσφατα, στις γενικές εκλογές της χώρας, η συντριπτική πλειοψηφία των ψηφοφόρων τάχθηκε υπέρ της αλλαγής των κομμάτων και προσώπων, που διοικούν τα τελευταία πενήντα χρόνια. Η αλλαγή εκδηλώθηκε με την εκλογή της παράταξης των ισλαμιστών της Τουρκίας, οι ηγέτες της οποίας, παρά το μέγεθος της νίκης τους στις κάλπες, παραμένουν μουδιασμένοι παρατηρητές και εντολολήπτες της πολιτικής που εγκρίνουν οι στρατηγοί της Άγκυρας.

            Πρόσφατα ο γενικός γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών παρουσίασε ένα σχέδιο συμφωνίας των δύο κοινοτήτων της Δημοκρατίας της Κύπρου (Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων), το οποίο, εάν όχι τίποτε άλλο, αφήνει να πιστευθεί ότι θα είναι δυνατό να υπάρξει επανένωση του βίαια διαιρημένου νησιού και συμβίωση των Ε/Τ και Τ/Κ.

            Παράλληλα, ο ηγέτης του νικηφόρου κόμματος των γενικών εκλογών της Τουρκίας, Ρεσέπ Ταγίπ Ερντογάν, παραμένει στα παρασκήνια της εξουσίας λόγω της άρνησης των στρατιωτικών να του επιτρέψουν να διοικήσει. Ακόμα, όταν πρόσφατα ο θριαμβευτής των εκλογών της Τουρκίας θέλησε να προβεί σε δηλώσεις υπέρ μιας δίκαιης λύσης του Κυπριακού, είναι γνωστό ότι οι στρατοκράτες της Άγκυρας δεν φάνηκαν και πολύ ενθουσιασμένοι.

            Με τον τρόπο αυτό οι Τούρκοι στρατηγοί συνεχίζουν να καταπιέζουν τους εκπροσώπους, που ανέδειξε η λαϊκή ψήφος και να επιβάλουν πολιτικές, οι οποίες είναι αρεστές σε αυτούς. Προκαλούν δε τη διεθνή νομιμότητα και βάζουν σε δοκιμασία την ανοχή και υπομονή των Ηνωμένων Εθνών και, δυστυχώς, η διοίκηση της Ουάσιγλτον δεν φαίνεται διατεθειμένη να αντιδράσει ή να παρέμβει.

            Και όμως, στο «δημοκρατικό» αυτόν «παράδεισο» της Άγκυρας φυλακίζονται οι δημοσιογράφοι και οι εκλεγμένοι ηγέτες, οι οποίοι διαφωνούν με αυτούς, καθώς κάθε ηγέτης των μειονοτικών κοινοτήτων της χώρας. Σε περίπτωση, μάλιστα, πολέμου με το Ιράκ, απειλούν να εισβάλουν στις κουρδικές περιοχές του βόρειου Ιράκ, για να «προστατεύσουν» τα σύνορά τους.

            Παρ’ όλ’ αυτά η διοίκηση του κ. Μπους πιέζει όσο μπορεί, προκειμένου να επιτύχει να εισαγάγει την Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), και μάλιστα όσο το δυνατό νωρίτερα. Αλλ’ όμως, εάν η διοίκηση Μπους πιστεύει στην ανάγκη ενίσχυσης των δημοκρατικών ιδρυμάτων αυτής της χώρας, θα πρέπει να λάβει τα απαραίτητα μέτρα, στέλνοντας ένα μήνυμα διαφωνίας με αυτή τη νοοτροπία των στρατηγών.

            Τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 δεν άφησαν καμιά αμφιβολία στους Αμερικανούς για τους κινδύνους που παρεμβάλλονται, όταν η Ουάσιγκτον υποστηρίζει τυραννικά καθεστώτα και δικτάτορες, οι οποίοι καταπατούν τα δικαιώματα των λαών. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τη Σαουδική Αραβία, η οποία μέχρις ενός σημείου αποδεικνύεται ότι ενεθάρρυνε και ενίσχυε οικονομικά τους τρομοκράτες. Με το να αποφεύγει η Ουάσιγκτον να διαφωνεί με αυτούς τους τυράννους των λαών και να ανέχεται τις επιθυμίες τους, είναι βέβαιο ότι σε καμιά περίπτωση δεν υποβοηθά την υπόθεση της δημοκρατίας και τις ελευθερίες των λαών, μια λεπτομέρεια η οποία προβληματίζει και φανατίζει τις μάζες των καταπιεσμένων ενάντια στις ΗΠΑ και τη διοίκηση της Ουάσιγκτον.

            Παράλληλα, λοιπόν, με τις πιέσεις για πολιτικές αλλαγές στο Ιράκ, είναι καιρός για αλλαγές στο ζωτικό χώρο των γειτόνων του Ιράκ.

 

Πατρίδες