|
|
|
Μεσούτ Γιλμάζ Ένας φίλος ήρθε απόψε απ’ τα παλιά…Της
Χριστιάννας Λούπα* Την
ώρα που η Τουρκία ταλανίζεται από τις
έριδες και το διχασμό ανάμεσα σε
ισλαμιστές και κεμαλικούς, με
στρατιωτικούς να απειλούν με
πραξικόπημα και φονταμενταλιστές να
τοποθετούν βόμβες στα βιβλιοπωλεία και
την αγορά, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να
πιέζει για εκσυγχρονισμό, με κουρδικές
αυτονομιστικές οργανώσεις να
διεκδικούν και χιλιάδες άλλα εσωτερικά
και εξωτερικά προβλήματα, ένας παλιός
μας γνώριμος κάνει ξανά τη δυναμική του
εμφάνιση σαν Κινγκινάτος στο πολιτικό
προσκήνιο. Είναι ο Μεσούτ Γιλμάζ. Γνωστός
σε όλους μας ως υπουργός Εξωτερικών το
διάστημα 1987 – 1990, όταν έγινε η
προσπάθεια ελληνοτουρκικής προσέγγισης
στο Νταβός μεταξύ Παπανδρέου και Οζάλ
μετά την κρίση του Μαρτίου 1987. Ήταν
επίσης εκείνος που υπέγραψε το μνημόνιο
Παπούλια – Γιλμάζ για την οικοδόμηση
μέτρων εμπιστοσύνης για την αποφυγή της
έντασης ανάμεσα στα δύο κράτη και
οπωσδήποτε υπήρξε ο πρώτος Τούρκος
Πρωθυπουργός που, μετά το 1950,
επισκέφθηκε τη χώρα μας στα πλαίσια της
Πρώτης Διάσκεψης Κορυφής Κρατών της
Νοτιοανατολικής Ευρώπης στην Κρήτη, τον
Φεβρουάριο του 2002. Επικεφαλής
του φιλοευρωπαϊκού κόμματος της Μητέρας
Πατρίδας, υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων
στην τρικομματική κυβέρνηση Ετσεβίτ και
αρχιτέκτων της Συμφωνίας του Ελσίνκι,
εκλέχτηκε τρεις φορές πρωθυπουργός στη
δεκαετία του ’90, εξέπεσε όμως όπως η
Τανσού Τσιλέρ βυθισμένος στα οικονομικά
σκάνδαλα, όπως εκείνο της Τουρκμπάνκ. «Ο
φόβος των Τούρκων μπροστά στη
δημιουργία ενός θρησκευτικού κράτους
μπορεί να συγκριθεί με την ευαισθησία
των Γερμανών έναντι του
Εθνικοσοσιαλισμού», δήλωσε ο Γιλμάζ σε
συνέντευξή του στη Deutshe
Welle,
ενώ φαίνεται να έχει ταυτίσει την
πολιτική του επιβίωση με την επιτυχία
των ευρωπαϊκών μεταρρυθμίσεων. Ακόμα
δεν έχει διευκρινιστεί ωστόσο αν ο πρώην
πρωθυπουργός θα κατεβεί στις εκλογές
ανεξάρτητος ή στο πλαίσιο του
νεοσυσταθέντος Δημοκρατικού Κόμματος,
το οποίο συμπεριλαμβάνει τα κόμματα της
Κεντροδεξιάς. Ανήκοντας πάντως στο
στρατόπεδο των «μεταρρυθμιστών
ευρωπαϊστών», εν αντιθέσει προς τους «συντηρητικούς
ευρωπαϊστές», πιστεύει ότι τίποτα δεν
πρέπει να σταθεί εμπόδιο στην ευρωπαϊκή
πορεία της Τουρκίας, ούτε καν η Κύπρος.
Παλιότερα είχε μάλιστα εκφράσει την
αντίθεσή του στον Τουρκοκύπριο ηγέτη
Ραούφ Ντενκτάς, υποστηρίζοντας ότι
πρέπει να γίνει πιο διαλλακτικός και
είχε πει χαρακτηριστικά: «Εάν η Τουρκία
χάσει το τραίνο της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
σε δέκα χρόνια οι Τούρκοι στρατιώτες
στην Κύπρο, θα είναι περισσότεροι από
τους εκεί Τουρκοκύπριους». Η
διαλλακτικότητα εξ άλλου του κυρίου
Γιλμάζ φαίνεται και στο θρησκευτικό
ζήτημα, όταν κατά τη διάρκεια της
πρωθυπουργίας του, σε συναντήσεις με τον
Οικουμενικό Πατριάρχη κύριο
Βαρθολομαίο, είχε υποσχεθεί να βοηθήσει
το Πατριαρχείο ακόμα και στο θέμα της
Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, ζητώντας
τη βοήθεια του Πατριάρχη για την κάλυψη
θρησκευτικών αναγκών της
μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης. Όσον
αφορά το στρατό, τι πιστεύει
άραγε ο κύριος Γιλμάζ; «Από καθαρά
νομική άποψη», τονίζει στη συνέντευξή
του στη γερμανική ραδιοφωνία, «η επιρροή
του στρατού είναι περιορισμένη και
συχνά υπερεκτιμάται στο εξωτερικό… Ο
στρατός δεν μπορεί να παρέμβει στην
τρέχουσα πολιτική, αλλά ούτε και να
επηρεάσει αποφάσεις δικαστηρίων…
Ωστόσο είναι κοινό μυστικό»,
παραδέχεται, «ότι η επιρροή του στρατού
είναι στην πραγματικότητα μεγαλύτερη». Εμείς
αναμφίβολα θα σταθούμε
προβληματισμένοι στα τελευταία αυτά
λόγια του και θα θυμηθούμε το 1997, όταν οι
στρατηγοί προειδοποιώντας τον
ισλαμιστή Ερμπακάν έβγαλαν μια «βόλτα»
τα τανκς στο προάστιο της Άγκυρας Σιτζάν,
όπου είχαν διοργανωθεί ισλαμιστικές
εκδηλώσεις, υπενθυμίζοντας «διακριτικά»
την πανταχού παρουσία του παντοδύναμου
«βαθέως κράτους» ή μάλλον παρακράτους,
το ιδεολογικό περίβλημα του οποίου
συνιστά ο κεμαλισμός. Το
πώς θα διαμορφωθεί το πολιτικό
σκηνικό στη γείτονα θα φανεί πολύ
σύντομα. Εμείς πάντως ευχόμαστε όλα να
εξελιχθούν ομαλά για το καλό όχι μόνο
της καταταλαιπωρημένης από τις
εσωτερικές συγκρούσεις Τουρκίας, αλλά
και της Ελλάδας και ευελπιστούμε ότι η
επανάκαμψη του Μεσούτ Γιλμάζ θα έχει
θετικές επιπτώσεις στις εύθραυστες
σχέσεις των δύο χωρών. *
Η Χριστιάννα Λούπα είναι δικηγόρος και
συγγραφέας του βιβλίου «Μετά την
Καταστροφή, Σμύρνη – Κατοχή» |
|