|
Το 2001 ως έτος διατήρησης και προώθησης της ελληνικής συνείδησης
Του Σπυρου Βολονακη
Στο ξεκίνημα της καινούργιας χιλιετίας καλούμαστε όλοι να κάνουμε νέα σχέδια και προγράμματα για το μέλλον με σκοπό τη βελτίωση
της ζωής μας σε όλους τους τομείς. Γίνεται πολύς λόγος, ιδιαίτερα τώρα που βρισκόμαστε στην αρχή του 21ου αιώνα, για αναμόρφωση και
αναπροσαρμογή, καινούργιους προγραμματισμούς, καθώς επίσης και κάθε είδους τεχνολογικές εξελίξεις. Περισσότερο από ποτέ τώρα οι
άνθρωποι κοιτούν το μέλλον με ανάμικτα αισθήματα ενθουσιασμού και φόβου. Στο στάδιο αυτό θα ήταν καλό να κάνουμε κάποιες σκέψεις, που
ν’ αφορούν τη λειτουργική και ωφέλιμη ενσωμάτωση πατροπαράδοτων αξιών μέσα στο παρόν και το μέλλον.
Ο πρωταρχικός θεσμός της οικογένειας έρχεται να συνδυάσει όλες τις πολύτιμες αρχές, που θα στηρίξουν και θα συντελέσουν
σημαντικά στην ανάπτυξη και ολοκλήρωση των σημερινών νέων, των παιδιών μας. Η ελληνική οικογένεια, που διέπεται από το ελληνορθόδοξο
πνεύμα της ενότητας, αγάπης, ομόνοιας και σύμπραξης, μπορεί να παίξει αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της παιδείας.
Η ελληνική παράδοση, γενικότερα, κατέχει στοιχεία διαχρονικής αξίας για όλους τους λαούς, αλλά και ένα παραπάνω για τους ίδιους
τους Έλληνες. Στοιχεία που διαμορφώνουν όχι μόνο «πολιτική» και «πολιτισμική» αλλά και «συνειδησιακή» ταυτότητα. Από την ελληνική
ιστορία μαθαίνουμε τη μοναδική σημασία πανανθρώπινων αρχών, όπως της ελευθερίας, δικαιοσύνης, ισότητας και δημοκρατίας, οι οποίες
μπορούν να εμπνεύσουν και να καθοδηγήσουν κάθε νέα γενιά με γνήσια κίνητρα ζωής.
Η ορθοδοξία συμβαδίζει και συμπορεύεται με τις πνευματικές ανάγκες της σημερινής κοινωνίας, βοηθώντας τον άνθρωπο να
αναγνωρίσει τον εαυτό του στα πρόσωπα όλων των συνανθρώπων του κι έτσι να έρθει σε μια αληθινή επικοινωνία και επαφή με το Θεό. Σε μια
εποχή επίμονης κινδυνολογίας, όπως αυτή εμφανίζεται ιδιαίτερα έντονα και διάσπαρτα μέσα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, το
ελληνορθόδοξο πνεύμα προσφέρει μια αισιοδοξία για τη ζωή και τον άνθρωπο.
Τα ελληνικά γράμματα και η γνώση της ελληνικής γλώσσας αποτελούν αναπόσπαστο μέρος μιας ελληνικής ταυτότητας, η οποία αποκτά
ιδιαίτερη σημασία μέσα στο πλαίσιο μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας, όπως είναι η κοινωνία του Καναδά. Χρειάζεται όλοι, γονείς και
δάσκαλοι, να ενθαρρύνουμε τα παιδιά μας στη μάθηση της ελληνικής γλώσσας με εκσυγχρονιστικές μεθόδους τέτοιες, ώστε να μπορεί να
ενταχθεί εποικοδομητικά μέσα στο γενικότερο πρόγραμμα παιδείας τους. Η γνώση της ελληνικής γλώσσας μπορεί ν’ ανοίξει μια θεμελιώδη
συνομιλία των παιδιών όχι μόνο με τις παραδόσεις τους αλλά και με τη σύγχρονη πραγματικότητα.
Κοιτάζοντας, λοιπόν, το μέλλον των παιδιών μας και των οικογενειών μας, μπορούμε ν’ αντιληφθούμε πόσο απαραίτητα είναι κάποια
θεμέλια για τη διαμόρφωση αξιών ζωής και την περαιτέρω εξέλιξή μας μέσα στη σημερινή κοινωνία, όπου οι υλικές και πνευματικές
ανάγκες αυξάνουν με ραγδαίο ρυθμό. Τα θεμέλια αυτά μπορούν να βρεθούν μέσα από τη διατήρηση αλλά και προώθηση της ελληνικής παιδείας
και παράδοσης από τη μια γενιά στην επόμενη. Η ελληνορθόδοξη παιδεία το 2001
Η σημερινή παρουσίαση έχει ως σκοπό την ανταλλαγή απόψεων και προτάσεων όσον αφορά την προοδευτική εξέλιξη και αποτελεσματική
λειτουργία των ελληνικών σχολείων και εκπαιδευτικών προγραμμάτων στον Καναδά.
Ενόψει του ξεκινήματος ενός νέου αιώνα, του 2000, θα ήταν εύλογο να καταβάλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια για μια συλλογική συνεργασία
και προετοιμασία έτσι ώστε να αναβαθμισθεί κάθε ελληνική εκπαιδευτική δραστηριότητα.
Στόχος μας πρέπει να είναι η οικοδόμηση μιας συγκροτημένης και ακέραιας «διπολιτισμικής» ταυτότητας, της ελληνορθόδοξης και της
καναδικής, για τα παιδιά ελληνικής καταγωγής, που γεννήθηκαν και ζουν σε διάφορες πόλεις του Καναδά.
Ζούμε σε μια χώρα η οποία σέβεται και εκτιμά τις εκατό και πλέον εθνότητες, οι οποίες αποτελούν ξεχωριστές πολιτισμικές και
θρησκευτικές οντότητες. Θα πρέπει να θεωρούμε τους εαυτούς μας ευτυχείς, γιατί, ενώ κινούμαστε αρμονικά στην ευρύτερη καναδική
κοινωνία, έχουμε την ευλογία να ασκούμε άνετα τον πολιτισμό μας, τα ήθη και έθιμά μας, τη θρησκεία μας.
Η ορθή ενσωμάτωση και ισότιμη αντιμετώπιση της γλώσσας και του πολιτισμού των Ελληνοκαναδών στην καναδική κοινωνία προϋποθέτει
την υιοθέτηση μιας διαπολιτισμικής ιδέας, που έχει ήδη διασυνδεθεί και συμπορευθεί με την αγωγή ειρήνης μέσα στο πλαίσιο μιας
πολυπολιτισμικής κοινωνίας.
Η παρούσα εισήγηση θα αναφερθεί στη σημασία και συμβολή της ελληνορθόδοξης παιδείας στην ολοκληρωμένη ανάπτυξη της ελληνικής
ταυτότητας των Ελληνοκαναδών, κατόπιν θα παρουσιάσει εν συντομία την ενεστώσα κατάσταση που επικρατεί στην ελληνόγλωσση εκπαίδευση
στον Καναδά και, τέλος, θα προτείνει κάποιες ιδέες για το πνεύμα που χρειάζεται να προωθήσουμε στα ελληνικά σχολεία με απώτερο σκοπό
τη δημιουργία ημερήσιων σχολείων εκεί όπου οι συνθήκες και οι δυνατότητες το επιτρέπουν.
Η έννοια της παιδείας συνδέεται κατ’ αρχήν με την εκπαίδευση και την αγωγή των νέων και κατ’ επέκταση με μια βαθύτερη πνευματική
μόρφωση και καλλιέργεια. Η παιδεία αποτελεί μια σύνθετη διαδικασία με στόχο τη μετάδοση και κατάκτηση γνώσεων, πνευματικών και
κοινωνικών αξιών, πολιτιστικών αγαθών και την κοινωνικοποίηση των νέων.
Η ανάγκη συνειδητοποίησης της πολιτισμικής ταυτότητάς μας και η σωστή αξιολόγηση της κληρονομιάς μας εμφανίζεται επιτακτική
στη σημερινή εποχή, καθώς οι απαιτήσεις της ζωής και οι γνώσεις έχουν αυξηθεί σημαντικά, ενώ επικρατεί μια σύγχυση εννοιών και
πνευματικών προσανατολισμών.
Η πολιτισμική ταυτότητα του λαού μας είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ελληνορθόδοξη παράδοση, η οποία έχει ως βάση τη σύζευξη του
ελληνισμού με το χριστιανισμό, όπως επιτεύχθηκε από τη συμβολή των Πατέρων της Εκκλησίας μας.
Πριν από 3.000 χρόνια περίπου ο Όμηρος, άριστος γνώστης της κοινωνίας του και των αναγκών αγωγής των νέων, έθετε ως σκοπό ζωής το «υπέροχον
έμμεναι», που σημαίνει πάντα να αριστεύεις, να μένεις στην υπεροχή, να τολμάς την τελειότητα με σκοπό να τελειοποιηθείς. Αργότερα,
όταν στην αρχαία Ελλάδα οργανώθηκε η κοινωνία και αναπτύχθηκε το μοναδικό φαινόμενο «πόλης-κράτους», οριστικοποιήθηκε ο σκοπός της
αγωγής ως «διαπαιδαγώγησης και βελτίωσης των νέων». Η μετριόφρων δήλωση του Σωκράτη «εν οίδα ότι ουδέν οίδα» αποτελεί αιώνιο
παράδειγμα για την αναζήτηση μόρφωσης. Ο μαθητής του Πλάτωνα στην «Πολιτεία» ορίζει το σκοπό της παιδείας ως εξής: «Παιδεία δεν είναι
η μετάδοση γνώσεων αλλά η μεταστροφή του ψυχικού βλέμματος προς την αλήθεια». Ο Αριστοτέλης παροτρύνει τον άνθρωπο να αποκτήσει
αρετή και με το πνεύμα αυτό «παίδεψε» τον Αλέξανδρό του.
Το κάθε είδος της γραμματείας στην αρχαία Ελλάδα σκοπό είχε να «ημερώνει» και να «παιδεύει». Το ελληνικό δράμα, κατά τον
Αριστοτέλη, στόχευε στην κάθαρση των θεατών εμπνέοντάς τους αισθήματα δέους και σεβασμού. Ο Θουκυδίδης και οι άλλοι ιστορικοί
έγραψαν ιστορία, η οποία επρόκειτο να μείνει κτήμα των Ελλήνων για πάντα, για να τους διδάσκει και να τους υπενθυμίζει τα
μεγαλουργήματα των προγόνων τους καθώς και τις αξίες του πολιτισμού που είχαν εφαρμόσει. Η ανάπτυξη της ρητορικής από τα μέσα του 5ου
π.Χ. αιώνα ως την ελληνιστική περίοδο συντέλεσε στη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας ως μέσου επιβίωσης και επιβολής σε κάθε επίπεδο
δημόσιας αλλά και προσωπικής ζωής.
Την «παιδεία» ακόμα διηκόνησαν με την τέχνη τους και ο αρχιτέκτων και ο πλάστης και ο ζωγράφος και ο μουσικός. Διότι, αν
προσπάθησαν να προσδώσουν «κάλλος» στο άψυχο υλικό (μάρμαρο, μέταλλο, ξύλο) αγγίζοντας την τελειότητα, στον άνθρωπο προσέδωσαν και
Κάλλος και Αρετή.
Οι αρχαίοι Έλληνες παιδαγωγούσαν με βάση τις θεμελιώδεις μορφές του Αγαθού, του Αληθινού, του Ωραίου, την αγάπη της Πατρίδας, την
προάσπιση της οικογένειας, τη θεοσέβεια, την αρετή και την τελειότητα. Πρότειναν τη μόρφωση» του Ανθρώπου αντί του Επαγγελματία και
την «παιδεία» του Ανθρώπου, την πολιτική, την ηθική και πνευματική ολοκλήρωσή του αντί της «κατασκευής βίου».
Κατά το σύγχρονο Γερμανό ελληνιστή Γαίγκερ, «οι Έλληνες συνέλαβαν με τόση εσωτερική καθαρότητα την ουσία της αγωγής και του
πολιτισμού της, ώστε από τότε και μετά νά’ναι για πάντα δάσκαλοι για όλες τις επερχόμενες γενιές». Γι’ αυτό δεν είναι τίποτα
περισσότερο από την «επιστροφή στις ελληνικές πηγές» ο ουμανισμός των Ρωμαίων, ο οποίος όμως δεν λειτούργησε μόνο «μιμητικά», αλλά
κατάφεραν οι Ρωμαίοι να δημιουργήσουν νέες ρωμαϊκές αξίες.
Η ολοκλήρωση, όμως, του ιδεώδους της Παιδείας συντελείται με την εμφάνιση και διδασκαλία του χριστιανισμού. Η προτροπή του Απ.
Παύλου στους γονείς να ανατρέφουν τα τέκνα τους «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» (Εφεσ. Στ΄4) είναι ο σκοπός της αγωγής κατά τους
Πατέρες της Εκκλησίας. Οι Πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποίησαν την παράδοση της ελληνικής γραμματείας και γλώσσας για να μεταδώσουν
στους πιστούς τις αρχές της ορθοδοξίας, να συντάξουν τα πρώτα δόγματα της Εκκλησίας και να εξηγήσουν τις θεμελιώδεις θεολογικές
έννοιες της ορθόδοξης λατρείας. Ιδιαίτερα αναφέρουμε τους Τρεις Ιεράρχες: Το Μέγα Βασίλειο, το Γρηγόριο το Θεολόγο και τον Ιωάννη το
Χρυσόστομο. Οι Τρεις Φωστήρες της Τρισηλίου Θεότητος είναι το στόμα του Χριστού, το πνεύμα των Αποστόλων, η πνοή και η δύναμη της
Εκκλησίας. Είναι οι δάσκαλοι της ευσέβειας, οι στύλοι της πίστεως, οι σοφοί αρχιτέκτονες του πνευματικού στερεώματος, οι σύνθρονοι
των αποστόλων, οι προστάτες των γραμμάτων. Είναι οι ερμηνευτές των Αγίων Γραφών, οι θεματοφύλακες της Ιεράς Παράδοσης, οι διαμορφωτές
της θείας λατρείας, οι κήρυκες του θείου λόγου και κλασικοί λογοτέχνες.
Πολύ αργότερα, στα χρόνια της τουρκοκρατίας, όταν οι Έλληνες αργά αλλά σταθερά οδηγούνταν στον αφανισμό, ο γνωστός Πατρο-Κοσμάς
προσδοκούσε την Ανάσταση του Γένους με την παιδεία και με πρωταρχικό σκοπό αγωγής την τόνωση του θρησκευτικού συναισθήματος.
Η συνάφεια του ελληνικού πνεύματος και της χριστιανικής πίστεως δεν είναι ένα θέμα για απόδειξη αλλά ένα ιστορικά επιβεβαιωμένο
γεγονός. Διότι τα ιδανικά της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της καλοκαγαθίας, της αρετής, της αλληλεγγύης, της τέχνης, των επιστημών,
της πατρίδας, της οικογένειας, της θεοσέβειας, της πίστεως συναντήθηκαν με το μείζον τούτων, αυτό της πραγματικής Αγάπης, της Ουσίας
του Θεανθρώπου. Από αυτή τη συνάντηση του ελληνικού πνεύματος και της χριστιανικής πίστεως κέρδισε ο Ελληνισμός!
Μέσα από το πρίσμα της απόκτησης ελληνορθόδοξης ταυτότητας στον χώρο μιας πολιτισμικής κοινωνίας το σχολικό πρόγραμμα των
ελληνικών σχολείων θα πρέπει να έχει τους εξής άμεσους σκοπούς: 1.
Τη μεθοδική και συστηματική διδασκαλία της νεοελληνικής γλώσσας 2.
Τη διδασκαλία της ιστορίας του ελληνικού έθνους από την αρχή της ιστορίας του ως σήμερα, με έμφαση στην ελληνική
γραμματολογία (επική, λυρική και δραματική ποίηση), στην ελληνική τέχνη (αρχιτεκτονική, ζωγραφική, μικροτεχνία) και στον ελληνικό βίο
(δημοκρατική διοίκηση, εορτές, ψυχαγωγία και αθλητισμός) 3.
Τη διδασκαλία των κυριότερων στοιχείων της ελληνικής ορθόδοξης θρησκείας με έμφαση στα σημεία εκείνα που αναφέρονται σην
ιστορική εξέλιξη της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (ιστορία), τη συλλογική της έκφραση (λατρεία) και τα επιτεύγματά της στον τομέα
των τεχνών και της φιλολογίας (ορθόδοξη χριστιανική αρχιτεκτονική, αγιογραφία, μικροτεχνία και υμνογραφία, ποίηση και εκκλησιαστική
φιλολογία) 4.
Τη διδασκαλία της ελληνικής ανθρωπογεωγραφίας με αναφορά σε ειδικά θέματα περιβαντολλογικής κατεύθυνσης, όπως ο ελληνικός
φυσικός χώρος και η διαμόρφωσή του, προϊόντα, εμπόριο, ασχολίες κατοίκων, παιδεία, επιστημονική πρόοδος, μετανάστευση με έμφαση στην
ιστορία, την εξέλιξη και την πρόοδο του Ελληνισμού στον Καναδά, στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες του κόσμου. Ο έμμεσος σκοπός και επιδίωξη του
ελληνικού σχολείου στην καναδική κοινωνία είναι να βοηθήσει το μαθητή να διαμορφώσει ελληνικό ήθος και χαρακτήρα.
Εκτός από τον πλουτισμό σε γνώσεις, είναι αναγκαία η ενημέρωση του μαθητή στα στοιχεία που συνθέτουν την πνευματική παράδοση του
λαού μας, τη γλώσσα, τη θρησκεία και την πολιτιστική ιστορία, έτσι ώστε να ζήσει ως ενεργό μέλος της καναδικής κοινωνίας διατηρώντας
με ισότιμη αξία την ελληνορθόδοξή του παιδεία. Η ελληνική παιδεία και αγωγή, που περιορίζεται στο γνωσιολογικό μόνο τομέα και δεν
επηρεάζει την ατομική και κοινωνική συμπεριφορά, είναι ανεπαρκής.
Όπως γνωρίζουμε, η ελληνοκαναδική κοινότητα αποτελεί ένα οργανικά εντεταγμένο και ισότιμο μέρος της καναδικής κοινωνίας. Τα
τελευταία χρόνια καταβάλλονται προσπάθειες για τη συστηματική διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, καθώς επίσης και στοιχείων από την
πολιτιστική και θρησκευτική μας παράδοση.
Πιο συγκεκριμένα, ελληνικές κοινότητες, ελληνικοί οργανισμοί, σύλλογοι γονέων, το Γραφείο Συντονιστή Εκπαίδευσης στο γενικό
Προξενείο της Ελλάδας, η ελληνική πολιτεία σε συνεργασία με παιδαγωγικά πανεπιστημιακά τμήματα και η Ιερά μας Μητρόπολη έχουν
εργασθεί στην προώθηση της ελληνικής γλώσσας, την καλλιέργεια του ελληνικού πολιτισμού και τη βίωση της Ορθοδοξίας με τους παρακάτω
τρόπους: ·
Την παροχή οργανωμένων προγραμμάτων διδασκαλίας στα κατά τόπους ελληνικά σχολεία, ·
Την προετοιμασία αναλυτικών προγραμμάτων, διδακτικών αρχών και εποπτικών μέσων με ελλαδικό και καναδικό περιεχόμενο, ·
Τη σύσταση και επεξεργασία ερωτηματολογίων και επιστημονικών ερευνών με σκοπό την προώθηση του διδακτικού έργου, ·
Τη συγγραφή βιβλίων και θεματικών ενοτήτων προσαρμοσμένων στην πραγματικότητα των Ελληνοκαναδών μαθητών προωθώντας έτσι τη
διδασκαλία της ελληνικής ως δεύτερης ή τρίτης γλώσσας, ·
Την επιμόρφωση διδακτικού προσωπικού στην Ελλάδα και στον Καναδά με την οργάνωση και παρουσίαση ειδικών σεμιναρίων, ·
Τη δημοσίευση άρθρων εκπαιδευτικού περιεχομένου βοηθώντας έτσι τόσο το έργο του παιδαγωγού όσο και το έργο των γονέων, ·
Την παρακολούθηση μαθημάτων ελληνικής γλώσσας και άλλων εκπαιδευτικών ευκαιριών από Ελληνοκαναδούς μαθητές και μαθήτριες στην
Ελλάδα. Ο εγγεγραμμένος μαθητικός πληθυσμός στα
ελληνικά σχολεία στον Καναδά σήμερα είναι περίπου 10.500, ενώ το 1980 ήταν 16.000. Το δε διδακτικό προσωπικό σήμερα είναι περίπου 400
εκπαιδευτικοί, ενώ το 1960 ανέρχονταν στους 600.
Έτσι, παρά τις ευγενείς προσπάθειες προώθησης της ελληνόφωνης εκπαίδευσης στον Καναδά, παρατηρείται μια μείωση στον αριθμό
προσέλευσης των μαθητών, η οποία οφείλεται σε διάφορους παράγοντες. Θα ήταν σκόπιμο να αναφερθούμε συνοπτικά στα προβλήματα που
συνδέονται με αυτή την κατάσταση στα ελληνικά σχολεία, για να μπορέσουμε από κοινού να βρούμε κάποιες πιθανές λύσεις. ·
Το οικογενειακό περιβάλλον είτε λόγω έλλειψης ενημέρωσης είτε λόγω αντικειμενικών δυσκολιών – γιατί οι γονείς είναι Έλληνες
δεύτερης ή τρίτης γενιάς ή ο ένας από τους δύο γονείς δεν είναι ελληνικής καταγωγής – δεν δείχνει το απαραίτητο ενδιαφέρον για τη
συστηματική μάθηση της ελληνικής γλώσσας. Πολλοί γονείς, για παράδειγμα, πιστεύουν λανθασμένα ότι η γνώση της ελληνικής γλώσσας
μπορεί να λειτουργήσει εις βάρος της αγγλικής. Άλλοι γονείς αρκούνται στα λίγα ελληνικά που μαθαίνουν τα παιδιά στο σπίτι και δεν τα
στέλνουν σε σχολείο για οικονομικούς λόγους ή επειδή κατοικούν σε αρκετά απομακρυσμένες περιοχές από ελληνικά σχολεία ή, τέλος,
εξαιτίας της πίεσης χρόνου που έχουν τα παιδιά τους από διάφορες άλλες εξωσχολικές δραστηριότητες. ·
Δεύτερον, οι ίδιοι οι μαθητές απογοητεύονται, σε ορισμένες περιπτώσεις, από τη σπουδή τους στην ελληνική γλώσσα – λόγω δυσκολίας ίσως
– και προτιμούν να διακόψουν τη μάθησή τους. ·
Ένας τρίτος παράγοντας μείωσης του αριθμού των μαθητών συνδέεται με την έλλειψη νέων μεταναστών κατά την τελευταία δεκαετία. ·
Κατά τέταρτο λόγο, η έλλειψη συνεχούς επιμόρφωσης του διδακτικού προσωπικού και η έλλειψη συστηματικής συμπαράστασης στο όλο
διδακτικό έργο. Επίσης ορισμένα σχολικά βιβλία και προγράμματα δεν ανταποκρίνονται στις αυξανόμενες ανάγκες των μαθητών και
συνθηκών διδασκαλίας. ·
Τέλος, η λειτουργία μικρών σχολικών μονάδων σε ορισμένες περιοχές συνδέεται μερικώς με την αποδυνάμωση διδακτικού προσωπικού και τη
δυσαναλογία σε αριθμό μαθητών κατά σχολεία. Προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι
παραπάνω δυσκολίες, χρειάζεται να στρέψουμε την προσοχή σε δομικές αλλαγές, που θα συνδέονται με αλλαγή πνεύματος.
Το ελληνικό σχολείο στο σύνολό του, με το έμψυχο και άψυχο υλικό του, οφείλει να αναζητήσει νέους στόχους, νέα περιεχόμενα και
νέους τρόπους μάθησης, που ν’ ανταποκρίνοται στις πολυπολιτισμικές συνθήκες διδασκαλίας.
Βασικός μας στόχος πρέπει να είναι η πολιτισμική ευαισθητοποίηση όλων των μαθητών μέσω της παροχής στοιχείων από τους διάφορους
πολιτισμούς, που εκπροσωπούνται στη συγκεκριμένη κοινωνία, έτσι ώστε να κυριαρχεί μεταξύ τους μια αμοιβαία κατανόηση, αναγνώριση
και αποδοχή.
Για την επίτευξη του στόχου αυτού είναι αναγκαία 1.
Η εισαγωγή και θεσμοθέτηση της ελληνικής γλώσσας, της ορθοδοξίας και του ελληνικού πολιτισμού των Ελληνοκαναδών σε ένα
εκπαιδευτικό σύστημα που να έχει καναδικό και ελλαδικό περιεχόμενο. 2.
Η διαπολιτισμοποίηση σχολικών γνωστικών αντικειμένων και προγραμμάτων και 3.
Η σύζευξη του μαθήματος της ελληνικής γλώσσας με το μάθημα των αγγλικών, όπου αυτό είναι εφικτό, με σκοπό τη βελτίωση των
συνθηκών διεξαγωγής του πρώτου και τον εμπλουτισμό του δεύτερου με τα ανάλογα πολιτισμικά στοιχεία. Ο θεσμός του ημερήσιου ελληνικού
σχολείου, όπου η λειτουργία του είναι δυνατή και εφικτή, μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην ιδέα μιας διαπολιτισμικής παιδαγωγικής,
εντάσσοντας αρμονικά το αναλυτικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας, θρησκείας και πολιτισμού μέσα στο
υπάρχον αναλυτικό πρόγραμμα του υπουργείου παιδείας της εκάστοτε καναδικής επαρχίας.
Η σωστή λειτουργία ενός ημερήσιου σχολείου μπορεί να προσφέρει δυνατότητες για μια ολοκληρωμένη και εμπεριστατωμένη μάθηση της
ελληνορθόδοξης πολιτιστικής παράδοσης. Παράλληλα ευνοεί μια αναλυτική και σε βάθος μελέτη των ελληνικών γραμμάτων και τεχνών με
σκοπό την προώθηση των μαθητών σε βαθμίδες δευτεροβάθμιας και ανώτερης εκπαίδευσης.
Η απασχόληση ενός σταθερού αριθμού διδασκόντων και μαθητών μπορεί επίσης να αποτελέσει θετικό παράγοντα για την εφαρμογή και
βελτίωση, ανάλογα με τις ανάγκες των μαθητών, ενός διαπολιτισμικού εκπαιδευτικού συστήματος.
Τελειώνοντας, θα ήθελα να αναφέρω ότι από το 1997 άρχισε η λειτουργία του Γραφείου Ελληνικής Παιδείας της Ιεράς μας Μητροπόλεως. ·
Το Γραφείο λειτουργεί με υπεύθυνο εκπαιδευτικό, που εργάζεται με μερική απασχόληση εβδομαδιαίως και βρίσκεται στη διάθεση του κάθε
ενδιαφερομένου για την αντιμετώπιση θεμάτων εκπαιδευτικής φύσεως. ·
Το Γραφείο έχει πλαισιωθεί με διδακτικό υλικό, οπτικοακουστικά μέσα διδασκαλίας και σύγχρονο εκπαιδευτικό εξοπλισμό, που τα δανείζει
στις κατά τόπους σχολικές μονάδες. ·
Με τη βοήθεια των κοινοτήτων έχουμε συγκεντρώσει στατιστικά στοιχεία λειτουργίας των ελληνικών σχολείων στον Καναδά. ·
Έχουμε παρουσιάσει σειρά εκπαιδευτικών σεμιναρίων για διδάσκοντες και γονείς στις κατά τόπους σχολικές μονάδες και είμαστε στη
διάθεση οποιασδήποτε κοινότητας να παρουσιάσουμε επιμορφωτικά σεμινάρια για την προώθηση του διδακτικού έργου. ·
Παρέχουμε συμβουλευτικές υπηρεσίες σε θέματα διδασκαλίας, διδακτικής ύλης, ψυχοδυναμικών φαινομένων της μάθησης και της αγωγής. ·
Έχουμε τιμήσει με την παρουσία μας σχολικές γιορτές και άλλες δραστηριότητες. ·
Το Γραφείο μας έχει εκδόσει ενδεικτικά, απολυτήρια και ελέγχους προόδου και η αποστολή τους είναι εφικτή σε όλες τις σχολικές μονάδες. ·
Έχουμε δημοσιεύσει άρθρα εκπαιδευτικού περιεχομένου για διδάσκοντες και γονείς στη σελίδα «Εκπαιδευτικά Θέματα» της εφημερίδας «Ορθόδοξη
Πορεία». Εκ μέρους της Επιτροπής Ελληνικής
Παιδείας και του Γραφείου μας αντιλαμβανόμαστε το μεγάλο έργο που επιτελείται στις κατά τόπους ελληνικές κοινότητες από τους
σεβαστούς ιερείς και τα αξιότιμα μέλη των κοινοτικών συμβουλίων. Θέλουμε να σας διαβεβαιώσουμε ότι στο χώρο της ελληνόφωνης
εκπαίδευσης είμαστε στη διάθεσή σας συνεργάτες και συνοδοιπόροι για ο,τιδήποτε χρειαστείτε.
Κλείνοντας, θα ήθελα να τονίσω πόσο σημαντική μπορεί να αποβεί στο μέλλον η από κοινού συνεργασία όλων των εκπαιδευτικών φορέων
ελληνικών σχολείων στον Καναδά για την αναβάθμιση των ήδη υπαρχόντων ελληνικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων και γνωστικών
αντικειμένων.
Αυτό το βήμα θα μπορέσει να μας φέρει πιο κοντά στον κοινό στόχο μας, τη δημιουργία μιας αυτόνομης και γνήσιας ελληνορθόδοξης
πολιτιστικής ταυτότητας των ελληνόπουλων του Καναδά, η οποία ως ισότιμη θα συνεχίσει να συνυπάρχει ειρηνικά με την καναδική
πολιτισμική παράδοση και κοινωνία.
|