ΝΑΤΟ και η επόμενη κρίση

 

Του Νικου Α. Τουλιου

 

            Σχεδόν ένα χρόνο μετά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ στο Κόσοβο, η εκεί κατάσταση καταδεικνύει ότι η ΝΑΤΟϊκή συμμαχία δεν μπόρεσε να υλοποιήσει τους πολιτικούς της στόχους.

            Το Κόσοβο εξακολουθεί να παραμένει πολωμένο ανάμεσα στους Αλβανούς και στους εναπομείναντες Σέρβους, και οι αψιμαχίες ανάμεσά τους συνεχίζονται. Η εγκληματικότητα έχει εξαπλωθεί και επικρατεί πλήρης απουσία νόμου.

            Οι διεθνείς οργανισμοί, οι οποίοι έχουν αναλάβει την ανοικοδόμηση του Κοσόβου έχουν ένδεια πόρων, η οποία δεν τους επιτρέπει να υλοποιήσουν με τρόπο ουσιαστικό τα προγράμματά τους. Επιπλέον συχνά εμπλέκονται σε μεταξύ τους διαφωνίες σχετικά με το διαχωρισμό αρμοδιοτήτων. Τέλος, το νομικό καθεστώς του Κοσόβου εξακολουθεί να βρίσκεται σε μια μετέωρη κατάσταση, κάτι που τροφοδοτεί την αστάθεια στην περιοχή.

            Η εμπειρία του Κοσόβου καθιστά έκδηλο το ότι το ΝΑΤΟ πρέπει να εξετάσει με προσοχή τα πολιτικά προβλήματα, τα οποία πηγάζουν από την υιοθέτηση του νέου στρατηγικού δόγματος της συλλογικής ασφάλειας. Σύμφωνα με αυτό, η Ατλαντική Συμμαχία προτίθεται να αναλαμβάνει το ρόλο του διαχειριστή κρίσεων και επιβολής ειρήνης, παράλληλα με το κλαδικό της ρόλο, δηλαδή του παραγωγού συλλογικής άμυνας των μελών του.

            Ένας τέτοιος προβληματισμός είναι απαραίτητος, έτσι ώστε το ΝΑΤΟ να προασπίσει τη συλλογική ασφάλεια με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και να αποφύγει την εμπλοκή του σε κρίσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την ισχύ του ή τη λαϊκή αποδοχή για τις επιχειρήσεις του. Τα σημεία, στα οποία το ΝΑΤΟ πρέπει να επικεντρώσει τον προβληματισμό του, ώστε να διαχειριστεί με τον καλύτερο δυνατόν τρόπο μελλοντικές κρίσεις, είναι αρκετά.

            Πρώτα απ’ όλα, η ΝΑΤΟϊκή συμμαχία χρειάζεται να αξιολογήσει προσεκτικά το κατά πόσον η ανθρωπιστική ατζέντα του νέου στρατηγικού δόγματος μπορεί να την παρασύρει σε στρατιωτικές-πολιτικές περιπέτειες, οι οποίες δεν εξυπηρετούν τα βασικά της συμφέροντα ή μπορεί, ακόμη, και να τα υπονομεύσει.

            Δεύτερον, πρέπει να εξεταστούν με προσοχή οι κίνδυνοι, τους οποίους επιφυλάσσει το νέο στρατηγικό δόγμα με την ενότητα της συμμαχίας, καθώς είναι προφανές ότι μόνον ένα ενωμένο ΝΑΤΟ μπορεί να αποτελέσει επιτυχή αποτρεπτική δύναμη. Η ενότητα της συμμαχίας αφ’ ενός θα εξαρτηθεί από το εάν η βασική διαφορά ανάμεσα στην έννοια της συλλογικής άμυνας και σε αυτή της συλλογικήςασφάλειας γίνεται απόλυτα κατανοητή και εκτιμηθεί πλήρως από όλα τα μέλη της συμμαχίας.

            Η συλλογική ασφάλεια διαφέρει από τη συλλογική άμυνα ως προς το ότι δεν μπορεί να στηριχθεί στην απειλή ολοκληρωτικής καταστροφής του «επιτιθέμενου». Στόχος της είναι να του αρνηθεί τα μέσα να πραγματοποιήσει τους στόχους του με όσο το δυνατό λιγότερο χρήση βίας και με το όσο δυνατό λιγότερη απώλεια των αξιών του κοινωνικού συνόλου, το οποίο είναι συνδεδεμένο με τον «επιτιθέμενο».

            Με άλλα λόγια, σκοπός είναι το να επιτευχθεί μέγιστη σταθερότητα και όχι μέγιστη επικράτηση των υπερασπιστών συλλογικής ασφάλειας. Η μελλοντική συλλογική ενότητα της συμμαχίας θα εξαρτηθεί επίσης κατά πολύ από τον περιορισμό του περιστασιακού χαρακτήρα του νέου δόγματος του ΝΑΤΟ. Και τα δύο παραπάνω σημεία πρέπει σοβαρά να απασχολήσουν τους σχεδιαστές της ΝΑΤΟϊκής στρατηγικής.

            Επίσης, το ΝΑΤΟ πρέπει να εξετάσει πώς μπορεί να αναπτύξει μηχανισμούς, οι οποίοι θα της επιτρέψουν να συνδυάσει διπλωματία και στρατηγική ισχύ.

Το ΝΑΤΟ δεν πρέπει να ξεχνά ότι αποτελεί όργανο παραδοσιακής σκληρής δύναμης, ενώ στη μεταψυχροπολεμική τάξη πραγμάτων, κατά γενική εκτίμηση, η ήπια δύναμη έχει αναδειχθεί σε πρωτεύοντα παράγοντα ειρήνης και ασφάλειας.

Πιθανώς το κλειδί για την επιτυχία μελλοντικών επιχειρήσεων του ΝΑΤΟ να βρίσκεται στην ανάπτυξη ενός μηχανισμού πλήρους συντονισμού και συγχρόνως καταμερισμού καθηκόντων ανάμεσα στην Ατλαντική Συμμαχία και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Άλλωστε, κάποιες από τις μελλοντικές συγκρούσεις στην Ευρώπη είναι πολύ πιθανό ότι θα είναι προϊόντα οικονομικών-κοινωνικών ανισοτήτων. Αναφορικά με αυτές τις περιπτώσεις εναπόκειται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ να αναπτύξει και να εφαρμόσει μια διορατική και σταθερή πολιτική στρατηγική, ώστε τυχόν κρίσεις να αποσοβηθούν έγκαιρα.

            Στο παρελθόν ο φόβος επίθεσης από έναν εξωτερικό εχθρό αποτελούσε το μεγαλύτερο πρόβλημα ασφάλειας. Στο μέλλον το κύριο πρόβλημα ασφάλειας θα προέρχεται μάλλον από συγκρούσεις μη παραδοσιακής μορφής, π.χ. επαναστάσεις, αντεπεναστάσεις, τρομοκρατία, διασπορά όπλων. Έναντι αυτής της νέας πραγματικότητας η υιοθέτηση του νέου δόγματος συλλογικής ασφάλειας και η προσαρμογή σε αυτό των ΝΑΤΟϊκών επιχειρησιακών ικανοτήτων δεν αρκεί.

            Μέσα στο πλαίσιο μελλοντικών μη παραδοσιακής μορφής συγκρούσεων το αποτέλεσμα μιας εμπλοκής του ΝΑΤΟ θα κριθεί με γνώμονα όχι μόνον παραδοσιακούς στρατηγικούς όρους, αλλά επίσης σύμφωνα με το κατά πόσον πέτυχε την υλοποίηση των γενικότερων πολιτικών στόχων που έχει θέσει. Με βάση μια τέτοια θεώρηση, το ΝΑΤΟ χρειάζεται να εστιάσει την προσοχή του στα πολιτικά-νομικά προβλήματα και στις περιπλοκές, που είναι ενδημικές σε επιχειρίσεις διαχείρισης κρίσεων και επιβολής ειρήνης και στο πώς μπορεί να τις αντιμετωπίσει περισσότερο αποτελεσματικά.

            Επιχειρήσεις επιβολής ειρήνης και διαχείρισης κρίσεων συχνά θέτουν το ερώτημα του ποια από τις αντιμαχόμενες πλευρές πρέπει να υποστηριχθεί. Παραδείγματος χάρη, σε μια σύγκρουση τύπου Γιουγκοσλαβίας το πρόβλημα ορισμού του «επιτιθέμενου» και του «αμυνόμενου» είναι εξαιρετικά δύσκολο και μπορεί ακόμη να υπονομεύσει τη συναίνεση στους κόλπους της ΝΑΤΟϊκής συμμαχίας.

            Συγχρόνως, στην προσπάθειά του να μεγιστοποιήσει την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην Ευρώπη, το ΝΑΤΟ οφείλει να λάβει υπόψη του ότι η εισαγόμενη ασφάλεια με τη μορφή επιχειρήσεων ενέχει τον κίνδυνο δημιουργίας τάσεων εξάρτησης των (επ)ωφελούμενων  κρατών-ομάδων. Με άλλα λόγια, ενδέχεται να υποσκάψει το αίσθημα ίδιας ευθύνης των περιφερειακών δρώντων για τη διατήρηση σταθερότητας. Με τέτοια ολιγωρία λειτουργεί μακροπρόθεσμα σε βάρος της περιφερειακής ασφάλειας.

            Τέλος, κάτι άλλο, το οποίο πρέπει να απασχολήσει τους ΝΑΤΟϊκούς συμμάχους, είναι το ότι μακροχρόνιες επιχειρήσεις επιβολής ειρήνης, οι οποίες δεν επιβάλλονται από παραδοσιακά εθνικά συμφέροντα, ενδέχεται να μην εξασφαλίσουν επαρκή λαϊκή αποδοχή στις ΝΑΤΟϊκές χώρες. Αυτό σημαίνει ότι ήδη από τα πρώτα στάδια προσπάθειας διευθέτησης μιας κρίσης το ΝΑΤΟ πρέπει αφ’ ενός να επιδιώξει την ανάμιξη όσο το δυνατό περισσότερων διεθνών οργανισμών και αφ’ ετέρου να χαράξει μια ξεκάθαρη στρατηγική απεμπλοκής.

            Τα παραπάνω κείμενα καταδεικνύουν την ανάγκη ενός ευρύτερου προβληματισμού, ο οποίος πρέπει να απασχολήσει τις δυτικές ηγεσίες. Είναι σαφές ότι το λιώσιμο των ψυχροπολεμικών παγετών έφερε στην επιφάνεια έναν κόσμο, ο οποίος δεν χωράει πλέον σε προκαθορισμένα πλαίσια. Αναμφισβήτητα αυτή η νέα πραγματικότητα ενέχει τον κίνδυνο γένεσης σημαντικών κρίσεων. Μέχρι σήμερα, η συζήτηση μέσα στους κόλπους του ΝΑΤΟ έχει εστιασθεί στο πώς τα προβλήματα, τα οποία δημιουργεί η νέα τάξη πραγμάτων, μπορούν να καταπολεμηθούν.

            Ωστόσο, παράλληλα η Δύση πρέπει να βρει τρόπους να αντιμετωπίσει τις αιτίες αυτών των προβλημάτων. Η αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας προσέγγισης θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το εάν ο δυτικός κόσμος θεωρήσει τις διεθνείς συγκρούσεις ως πάλη ανάμεσα στο καλό ή ως αποτέλεσμα τριβών μεταξύ διαφορετικών συζτημάτων, οι οποίες μπορούν να περιορισθούν μέσα από έγκαιρη διάγνωση, διαπραγμάτευση και αμοιβαίες υποχωρήσεις.

            Σήμερα προσπαθεί να ανταποκριθεί στις προκλήσεις ασφάλειας του 21ου αιώνα. Αυτός ο στόχος καθιστά επιτακτική την ανάγκη να αποκτήσει ο δυτικός κόσμος μια ευρύτερη θεώρηση της νέας διεθνούς πολιτικής πραγματικότητας μέσα από πρίσμα καθαρό από τη σκόνη, η οποία συσσωρεύθηκε κατά τη διάρκεια πενήντα χρόνων ψυχρού πολέμου. Ο ίδιος στόχος απαιτεί η Δύση να μην υποτιμά τους κινδύνους για τη μακροπρόθεσμη ασφάλειά της και τα οικονομικά της συμφέροντα, που μπορεί να γεννήσει η εχθρότητα λαών και των ηγετικών τους τάξεων, οι οποίοι αισθάνονται ότι τα συμφέροντά τους θίγονται από την ηγεμονική στάση των νικητών του Ψυχρού Πολέμου.