|
Της σύνταξης Ποιος υπονομεύει ποιον; Ύστερα από την προσπάθεια φίμωσης των διαφωνούντων
ομογενειακών μέσων μαζικής ενημέρωσης της παροικίας,
ύστερα από την εντολή για να «πετιούνται όσα έντυπα
δεν ικανοποιούσαν τα πολιτικά κριτήρια της κοινοτικής
διοίκησης»
από τις εκκλησίες του ιδρύματος, κατά τα γνωστά πρότυπα
της «πολιτιστικής επανάστασης» των ηγετών του Αφγανιστάν,
ύστερα από το «κλείσιμο της πόρτας» και την απαγόρευση
της εισόδου
στους κοινοτικούς χώρους
σε δοκιμασμένα και καταξιωμένα μέλη της Κοινότητας και
δοκιμασμένους εργάτες,
επειδή διεφώνησαν με την φιλοσοφία και την πολιτική σκέψη των
ασκούντων τη διοίκηση
και την απαράδεκτη και προσβλητική περιθωριοποίησή τους
από τους ηγέτες της «νέας γενιάς»,
ύστερα από τη γνωστή συμπαιγνία των ομογενών με το φιάσκο
των τυχερών λαχείων με τη σύμπραξη των διπλωματών των Αθηνών, τώρα στο
μικροπολιτικό κόσμο της παροικίας
μας εμφανίζονται νέα κρούσματα «πολιτικών προγραφών»,
καθώς
διαπιστώνονται φαινόμενα
δημιουργίας φακέλων «κοινοτικών φρονημάτων»
για όποιο μέλος του οργανισμού δεν φαίνεται διατεθειμένο
να συνδράμει τις άγνωστες, χωρίς οικονομικό προγραμματισμό
και κατ’ ακολουθίαν
ακροβατικές και επικίνδυνες οικονομικές περιπέτειες,
στις οποίες έχουν περιπλέξει τον κοινοτικό μας οργανισμό.
Είναι δε πραγματικά λυπηρό το γεγονός ότι
καταξιωμένα μέλη του ελληνοκαναδικού
επιχειρηματικού κατεστημένου,
για τον λόγο και μόνο ότι
υποστήριξαν
κατά την εκλογική περίοδο αντιπάλους της παρούσας κοινοτικής διοίκησης και με το σκεπτικό ότι
δεν υποστηρίζουν
«την αγορά του οικοπέδου για το νέο κοινοτικό κέντρο», βρέθηκαν στο επίκεντρο μιάς
απαράδεκτης, συκοφαντικής
εκστρατείας
διά του τύπου. Τέτοιου είδους «φακελώματα» πρόσφατα
είδαν το φώς της δημοσιότητας
σε έντυπα
φιλικά προσκείμενα προς τη σημερινή
κοινοτική ηγεσία, και συζητήθηκαν πλατιά
από διάφορους κοινοτικούς παραγοντίσκους, σε «κοινοτικά καφενεία» της
Danforth
. Σύμφωνα μάλιστα με καταγγελίες του παροικιακού εντύπου «Ελληνοκαναδικά Χρονικά»
κάτι παρόμοιο επιχειρείται να επισυναφθεί εναντίον
του γνωστού και πετυχημένου
ομογενούς
επιχειρηματία
Γιώργου Γιαννόπουλου, ο οποίος πράγματι τόσα έχει προσφέρει για την ενίσχυση
και πρόοδο της μεγάλης ομογενειακής μας Κοινότητας. Παρ’ όλ’ αυτά και
σύμφωνα με τους ισχυρισμούς
της ομογενειακής εφημερίδας «Χρονικά» και την
κατ΄ επέκταση δημιουργηθείσα εντύπωση σε ένα σοβαρό
αριθμό ομογενών, από εκείνους που ασχολούνται με τα κοινοτικά μας πράγματα, ο άξιος αυτός ομογενής χαρακτηρίζεται ως «εχθρός της Κοινότητας». Και όμως,
γνωρίζουμε όλοι ότι κάτι παρόμοιο όχι μόνο δεν ευσταθεί
για το συγκεκριμένο συμπολίτη μας επιχειρηματία - του οποίου το πάθος και η πολύμορφη συμβολή και οικονομική
συμπαράσταση προς την Κοινότητα είναι καθαρά τεκμηριωμένες
ιστορικά – αλλά και αποδεικνύει, για μια ακόμη φορά,
τους κινδύνους από τη λαθεμένη φιλοσοφία και τρόπο σκέψης
ορισμένων στελεχών της παρούσας κοινοτικής διοίκησης και ορισμένων μη εκλεγμένων συνεργατών της ή ακόμη και
εκφραστών των θέσεων της, φιλικά προσκείμενων μέσων μαζικής
ενημέρωσης.
Εάν, μάλιστα, πραγματικά αληθεύει ο ισχυρισμός
ότι «κάποιοι διοχέτευσαν την είδηση» σε αυτά, προκειμένου
να «εκδικηθούν» τον αξιόλογο ομογενή για τις προεκλογικές
προτιμήσεις του, κάτι τέτοιο
θα πρέπει να μας προβληματίσει
σοβαρά
για το πού οδηγούνται τα πολιτικά δημοκρατικά μας ήθη. Πρόσφατα, με την ευκαιρία των πανηγυρισμών της 180ης επετείου
της εθνικής μας παλιγγενεσίας, το Γενικό Προξενείο
της μάνας Πατρίδας κάλεσε τα μέλη της ομογένειας του Τορόντο
σε ανοιχτή δεξίωση προς τιμήν της διπλής γιορτής. Μεταξύ εκείνων που εύσπευσαν
να παραστούν ήταν και ο εκπαιδευτικός σύμβουλος της διπλωματικής αποστολής στο Τορόντο, κ. Παπανικολάου, γνωστός ως συντονιστής παιδείας
του ΥΠΕΘΠ της Ελλάδας για τον κεντρικό και δυτικό Καναδά. Από καταγγελίες του ιδίου του εκπαιδευτικού Συμβούλου
μαθαίνουμε ότι, ενώ έμπαινε στις εγκαταστάσεις του
πολιτιστικού κέντρου της ΕΚΜΤ, όπου διδόταν η προξενική
δεξίωση, τον πλησίασε η πρώτη αντιπρόεδρος του συμβουλίου της ΕΚΜΤ και, παρουσία και εις επήκοον ορισμένων επισκεπτών, οι οποίοι παρακολουθούσαν
άναυδοι, δήλωσε στον εκπαιδευτικό ακόλουθο ότι είναι
«ανεπιθύμητος στην Κοινότητα κατόπιν σχετικής απόφασης της διοίκησης». Απλώνοντας δε το χέρι του έδειξε την έξοδο λέγοντάς του «να φύγει αμέσως». Εάν τα γεγονότα διαδραματίσθηκαν όπως λέει ο κ. Παπανικολάου,
δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι σαν πολιτιστική και γλωσσική κοινότητα αντιμετωπίζουμε
σοβαρότατα προβλήματα - πολύ σοβαρότερα από ό,τι πιστεύαμε αρχικά -, το κυριότερο των οποίων προέρχεται από τη βεβήλωση
της ιερής μνήμης των αγωνιστών προγόνων μας,
των προσωπικών τους θυσιών και του φόρου αίματος για τη δημιουργία ενός ελεύθερου κράτους
και ενός περήφανου και αγέρωχου λαού, ισάξιου του φρονήματος
εκείνων και της πολιτιστικής του κληρονομιάς,
της ελευθερίας, του σεβασμού της αξιοπρέπειας του ατόμου και φυσικά της αποδοχής του δικαιώματος της διαφωνίας
του κάθε πολίτη με τις φιλοσοφικές και πολιτικές μας θέσεις και ιδέες. Το πλέον δυσάρεστο δε είναι το ότι όλες αυτές οι αρχές του
αγώνα εκείνων παραβιάσθηκαν τόσο έντονα από αυταρχικές πρακτικές, που θυμίζουν άλλες εποχές «μιασμάτων
και συνοδοιπόρων», που είχαμε πιστέψει ότι είχαν
ξεπερασθεί για πάντα και κατηγορούσαμε μάλιστα την Τουρκία
ότι συνεχίζει να τις ασκεί.
Αρνούμενοι να πιστέψουμε σε κάτι παρόμοιο, θελήσαμε να
ρωτήσουμε τον πρόεδρο του οργανισμού, Κώστα Μενεγάκη,
εάν ήταν γνώστης των γεγονότων και εάν η αντιπρόεδρός του
έκφραζε τη θέληση των μελών της διοίκησης με εκείνη την πράξη της. Περιέργως, όμως, και φανερά ενοχλημένος ο κ. πρόεδρος,
αρνήθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις του αρχισυντάκτη μας,
ισχυριζόμενος ότι η επιθεώρηση ακολουθεί «απαράδεκτη
για την Κοινότητα πολιτική και ότι σε προηγούμενη έκδοση δεν αναφερόταν στα στοιχεία που μας έδωσε ο πρόεδρος» (!),
και, τέλος, δήλωσε ότι εάν στο μέλλον κάνει η επιθεώρηση
αναφορά στο όνομά του ή του προέδρου, θα
γίνει προσφυγή
στη δικαιοσύνη. Υποθέτουμε ότι διέφυγε του συνομιλητή μας ότι έχει εκλεγεί σε διοίκηση οργανισμού κοινής ωφελείας και ως εκ τούτου
υπόκειται στον έλεγχο και την κριτική του κοινού για την ασκούμενη πολιτική του. (Για την τάξη αναφέρουμε ότι, όταν
ζητήσαμε στοιχεία για την οικονομική πορεία του οργανισμού , μας δήλωσε ότι δεν είχε να μας δώσει κανένα στοιχείο,
ότι τα πάντα πήγαν καλά και ότι το χρέος κατέβηκε κατά
πεντακόσιες χιλιάδες δολλάρια, πλήν όμως θα έπρεπε
να περιμένουμε έως τον Ιούνιο, που θα δοθούν τα επίσημα στοιχεία από τους ορκωτούς λογιστές.) Δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία - και από προσωπικές μας εμπειρίες - ότι στο σημερινό συμβούλιο του οργανισμού παρακάθονται και υγιώς σκεπτόμενα και αξιόλογα στελέχη, τα οποία προφανώς δεν συμφωνούν με μια παρόμοια
αντιδημοκρατική νοοτροπία και πρακτική, τα οποία όμως
θα πρέπει
να ξεκαθαρίσουν την θέση τους δημόσια,
ανεξάρτητα με το εάν και κατά πόσον κάτι παρόμοιο ενδέχεται να τους φέρει σε ανοικτή αντίθεση με τη διοίκησή τους και τους περί αυτήν «αυλοκόλακες». Κάτι τέτοιο αποτελεί υπόθεση αυτοσεβασμού
και σεβασμού των δημοκρατικών παραδόσεων του πολιτισμού μας. Μπορεί τα «προσκείμενα» και «διαμοιραζόμενα τις κοινοτικές αγγελίες - με το αζημίωτο βέβαια - μέσα μαζικής ενημέρωσης να εξυμνούν τις απόλυτες πλειοψηφίες που αποδέχθηκαν στη γενική συνέλευση
την αγορά του οικοπέδου. Μπορεί, ακόμα, να παραβλέπουν και να αποσιωπούν παρόμοιες,
απαράδεκτες για πολιτισμένους λαούς καταστάσεις,
οι οποίες επιβεβαιώνουν ότι φοβούνται την πολυφωνία και
αποδεικνύουν στην πράξη μια νοοτροπία μη ανοχής,
αλαζονείας και αυταρχισμού, ξένης με τη μακραίωνη πολιτική
μας παράδοση ως δημιουργών της δημοκρατίας. Με το να μας πάνε στα δικαστήρια, για να μας γονατίσουν οικονομικά, αποτελεί δικαίωμά τους,
άπαξ και τα σχετικά έξοδα πρόκειται να τα πληρώσει το καταχρεωμένο κοινοτικό μας ταμείο. Το να προσπαθήσουν όμως
να μας εκφοβίσουν, εκβιάζοντάς μας με απειλές δικαστικών ταλαιπωριών, για
να μήν ασχοληθούμε μαζί τους, αποτελεί θέμα το οποίο έρχεται σε τελεία και απόλυτη σύγκρουση με τον χάρτη τών δικαιωμάτων του πολίτη, ο οποίος εγγυάται
την ελευθεροτυπία στην καναδική επικράτεια και,
μεταξύ άλλων
επιτρέπει το σχηματισμό εντυπώσεων προσπάθειας παραβίασης του νόμου, και μάλιστα του συνταγματικού νομοθέτη της χώρας. Όσο για την άσκηση της κριτικής μας, θα πρέπει να
ξεκαθαρίσουμε τους σοβαρούς φόβους μας για το ότι προσπαθούν να προωθήσουν με κάθε τρόπο σχέδια τα οποία αγνοούμε οι υπόλοιποι. Οφείλουμε δε να κατανοήσουμε όλοι γενικά
τη σοβαρότητα της κατάστασης, η οποία διαμορφώνεται για το
μέλλον του οργανισμού, και την ανάγκη να ασκηθεί πίεση προς την κατεύθυνση της ηγεσίας και τους κλειστούς συνεργάτες της, να μας ενημερώσουν όσο πιο αναλυτικά θα
ήταν
δυνατό, επί τη βάσει λογιστικών υπολογισμών, γύρω από την ολική δαπάνη της κατασκευής του έργου και τις πηγές από τις οποίες αναμένεται να προέλθουν τα αναγκαία κεφάλαια για την ολοκλήρωσή του, καθώς επίσης και τις αιτίες και τους σκοπούς που θα εξυπηρετήσει το υπό συζήτηση πολιτιστικό κέντρο, και τις πιθανές πηγές εσόδων για την
κάλυψη των απαιτουμένων ποσών αγοράς και ανέγερσης, καθώς
επίσης και των λειτουργικών του καθημερινών δαπανών. Δεν θα πρέπει δε να υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι όλοι γενικά θέλουμε το νέο κέντρο και οφείλουμε να το
υποστηρίξουμε με όλες μας τις δυνάμεις, πλήν όμως όχι «στα τυφλά» ή και μόνον επειδή το υποσχέθηκε προεκλογικά
η σημερινη διοίκηση του οργανισμού, ή και προηγουμένως άλλοι
πρώην αξιωματούχοι για λόγους
πολιτικής κατανάλωσης και εντυπωσιασμού των ψηφοφόρων. Είναι δε είναι αδιανόητο να απαιτούμε από την
ομογένεια να
δώσει με την «καρδιά και τον ενθουσιασμό της» προσθέτοντας νέα χρέη και οικονομικά βάρη στην ήδη υπερχρεωμένη Κοινότητά μας, η οποία από χρόνια
πασχίζει
να ανταποκριθεί στις
υποχρεώσεις των υφισταμένων βαρέων
χρεών της, χωρίς να της κάνουμε και την τιμή να την
ενημερώσουμε με λογιστικούς υπολογισμούς, αρχιτεκτονικά σχέδια, και οικονομοτεχνικές μελέτες, ότι υπάρχουν
προγραμματισμοί και πηγές για την πραγμάτωση του έργου, και
ξεκαθαρισμένες υποσχέσεις ότι δεν θα δημιουργήσουμε
άλλο ένα
banquet
h
all
για τις αναιμικές εκδηλώσεις μας, ή καλύτερα
γραφεία για τις στεγαστικές ανάγκες των πραγματικά ευάλωτων και αιμορραγούντων εθνοτοπικών μας συλλόγων, ή κάποιο μουσείο, το οποίο απλώς θα καταγράψει στο χρόνο την ύπαρξη, πορεία και το μοιραίο μαρασμό και θάνατό μας σαν πολιτιστικής κοινότητας του πολυπολιτιστικού μωσαϊκού του Καναδά, αλλά απεναντίας ένα βιώσιμο και δυναμικό εργαστήρι για τη διατήρηση
της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, της γλώσσας και της μεταλαμπάδευσης των εθνικών μας παραδόσεων στις επερχόμενες
γενιές των Καναδών ελληνικής καταγωγής. Το θέατρο είναι καλό, πλήν όμως δεν αποτελεί βασική
αιτιολογία, επειδή απλούστατα θα το παρακολουθούν εκείνοι
και θα διαπαιδαγωγεί μόνον εκείνους που ήδη έχουν βαπτισθεί και
γαλουχηθεί στα νάματα των Ελληνικών πολιτιστικών αξιών. Εκείνο που πραγματικά έχει άμεση ανάγκη και χρειάζεται σήμερα η παροικία, σαν οργανωμένη κοινότητα, είναι τα
πλήρη ημερήσια σχολεία και θεσμούς που θα διδάσκουν καθημερινά στις επερχόμενες γενιές την αγάπη και περηφάνεια
για τις πολιτιστικές τους ρίζες, την αξιοπρέπεια και το σεβασμό
όλων, την αρετή της φιλοξενίας, τη δημοκρατική ανοχή και τα ελληνικά γράμματα, το επιστέγασμα του πολιτισμού μας. Αυτά αναμένει η παροικία να μας διασφαλίσουν οι ηγέτες της «νέας γενιάς», αντί να σπαταλούν τον πολύτιμο χρόνο τους στην αναζήτηση υποθετικών κατηγοριών ενάντια σε άξια και
δοκιμασμένα μέλη της, όπως είναι ο Γ. Γιαννόπουλος, ο κ. Παπανικολάου ή και άλλοι ομογενείς, οι οποίοι προφανώς
παραμένουν σκεπτικοί και διατηρούν
αμφιβολίες για την ανάγκη πραγματοποίησης του έργου κάτω απο τις σημερινές συνθήκες. Μπορεί
να διαφωνούμε σε πολλές θέσεις με τη φιλοσοφία και τον τρόπο που διοικείται η Κοινότητά μας σήμερα από την παρούσα διοίκηση, παρ’ όλ’ αυτά, εάν θελήσει να
μας βοηθήσει να διασκεδάσουμε αυτούς μας τους προβληματισμούς και διαλευκάνει με την παροχή στοιχείων
τους φόβους και ενδοιασμούς μας σε ό,τι τουλάχιστον αφορά
την καθαρότητα των στόχων και ενεργειών της , θα πρέπει να υπολογίζει τόσο εμάς όσο και την υπόλοιπη ομογένεια ως τους πλέον ένθερμους και ενθουσιώδεις υποστηρικτές
της προσπάθειάς της, καθώς επίσης θα μπορεί να υπολογίζει σε μας καί να μας βλέπει σαν ειλικρινείς, πλήν όμως
αντικειμενικούς, συμμάχους της. Ο σεβασμός και η αξιοπρέπεια μεταξύ του οργανισμού και
των μελών του αποτελούν υπόθεση αμφίδρομη. Η δε προσβολή και ταπείνωση μελών ή και εντεταλμένων λειτουργών υπηρεσιών του Εθνικού Κέντρου, τα οποία διαφωνούν με τη διοίκηση στον τρόπο διοργάνωσης των σχολείων μας, κάθε άλλο παρά αποτελεί πράξη που προδίδει
αρετή και σεβασμό στις πολιτιστικές μας παραδόσεις, ενώ
παράλληλα αποδεικνύει ασέβεια προς τον
΄Ελληνα φορολογούμενο, με τον υδρώτα του οποίου πληρώνονται αυτοί οι λειτουργοί,
μια λεπτομέρια την οποία θα πρέπει να θυμούμαστε όλοι
και πάντοτε. «Πατρίδες»
|