Της σύνταξης

 

 

Υπόθεση ηθικής τάξης

 

            Προβληματίζει και δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα η καταγγελία του κ. Γιάννη Παπανικολάου, μέχρι πρόσφατα συντονιστή εκπαίδευσης και μέλους της διπλωματικής αποστολής της Ελλάδας στο Τορόντο.

            Σύμφωνα με τον κ. Παπανικολάου, την ημέρα του γιορτασμού της εθνικής μας παλιγγενεσίας, της 25ης Μαρτίου, τον πλησίασε η αντιπρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας Μητροπολιτικού Τορόντο (ΕΚΜΤ), κ. Τσικριτζή, και ενώπιον τρίτων – μεταξύ αυτών και προσκεκλημένων επισκεπτών από την Ελλάδα καθώς και μελών του μεγάλου ομογενειακού οργανισμού - του είπε: «ΕΙΣΤΕ ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΚΜΤ με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου. Παρακαλώ, περάστε έξω» και, κάνοντας μια χειρονομία, του έδειξε την πόρτα εξόδου.

            Δυστυχώς, μας είναι αδύνατο να γνωρίζουμε τους λόγους αυτής της καθ’ όλα απαράδεκτης συμπεριφοράς της κατονομασμένης αντιπροέδρου, άπαξ και η ηγεσία του οργανισμού – όταν θελήσαμε να μας δοθούν ορισμένες διευκρινίσεις (27/3/01, ώρα 3:11 μ.μ.) – όχι μόνον αρνήθηκε να διασκεδάσει τους προβληματισμούς και φόβους μας, αλλά, αφού μας απείλησε με δικαστικές προσφυγές, έκλεισε τη γραμμή, διακόπτοντας τη συνομιλία.

            Το βέβαιο, πάντως, είναι ότι τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα το Γενικό Προξενείο του Τορόντο είχε καλέσει με ανοικτή πρόσκληση «ολόκληρη την ομογένεια» του Τορόντο και περιχώρων σε δεξίωση προς τιμή της μεγάλης ημέρας. Δεδομένου ότι είχαμε λάβει κι εμείς εκείνη την πρόσκληση του κ. Αλέξη Αλεξανδρή, γενικού προξένου της Μητέρας Πατρίδας, δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι οι χώροι και οι κτιριακές εγκαταστάσεις του ιδρύματος ήταν «υπερκομματικές» και κάθε ομογενής, αρεστός ή όχι στη σημερινή διοίκηση, ήταν ελεύθερος και είχε το δικαίωμα να ανταποκριθεί στην πρόσκληση και να γίνει δεκτός με σεβασμό από τους υπεύθυνους.

            Την ημέρα και ώρα εκείνη των πανηγυρισμών της ανάστασης του Έθνους επικεφαλής ήταν οι εκπρόσωποι της Ελλάδας, και η πρόσκληση αντικατόπτριζε τη φιλοσοφία μιας κυβέρνησης πλέρια δημοκρατικής, για την οποία αισθανόμαστε όλοι περήφανοι.

            Εάν, μάλιστα, αναλογισθεί ο παρατηρητής ότι την ημέρα αυτή σε παρόμοια εκδήλωση στην Άγκυρα και αλλού, ακολουθώντας το πρωτόκολλο της εθιμοτυπίας, προσήλθαν να συνεορτάσουν και εκπρόσωποι της τουρκικής διοίκησης – η οποία διατηρεί υπό κατοχήν και με τη δύναμη των όπλων της τη μισή Κύπρο και άλλες περιοχές, στις οποίες έζησε, αναπτύχθηκε και δημιούργησε ιστορικά ο Ελληνισμός – δίκαια ο προβληματισμός αυτός γίνεται ακόμα πιο μεγάλος για τις αιτίες αυτής της απαράδεκτης και υβριστικής προσβολής σε ένα μέλος της διπλωματικής αποστολής της Ελλάδας στο Τορόντο.

            Σύμφωνα με τον κ. Παπανικολάου, «η εορτή της εθνικής μας επετείου, ο σεβασμός μας προς τους προσκεκλημένους της πατρίδας και για αποφυγή δυσάρεστων καταστάσεων – που θα ήταν εις βάρος των προγραμματισμένων εκδηλώσεων στο πολιτιστικό κέντρο της Κοινότητας – μας ανάγκασαν να αποχωρήσουμε, νιώθοντας ως εκπρόσωπος της Πατρίδας το μέγιστο εξευτελισμό της και την ταπείνωσή της και, μάλιστα, την ημέρα της παλιγγενεσίας της».

            Αλλά το επεισόδιο αυτό και η δίκαιη διαμαρτυρία του τόσο βάναυσα προσβληθέντος διπλωμάτη δημιουργεί δίκαιους φόβους και προβληματισμούς για τη φιλοσοφία και τη δημοκρατική πρακτική της σημερινής ηγεσίας της ΕΚΜΤ, καθώς γίνεται πλέον ξεκάθαρο ότι έχουν δημιουργηθεί λίστες «ανεπιθύμητων» κατά τα πρότυπα των «πολιτικών προγραφών» της Ελλάδας του ’50 με τις φυλακές και εξορίες, που δίχασαν τη χώρα και το λαό, και μας πότισαν με ποτάμια από δάκρυα και αίμα.

            Αυτούς μας τους προβληματισμούς τους κάναμε γνωστούς τόσο στον Κώστα Μενεγάκη, πρόεδρο του οργανισμού, όσο και στον υπεύθυνο διοργανωτή της εκδήλωσης, Αλέξη Αλεξανδρή, ο οποίος, σαν προϊστάμενος του προσβεβλημένου διπλωμάτη του, όφειλε να ζητήσει την άμεση παραίτηση του προεδρείου, εάν όχι όλης της διοίκησης.

            Φαίνεται ότι οι φωνές διαμαρτυρίας μας έχουν πέσει σε «κουφά αυτιά». Το καταπληκτικό είναι ότι ο γνωστός με την υπόθεση των λαχείων Αλεξανδρής παραμένει τελείως αδιάφορος. Έφθασε, μάλιστα, να ισχυρίζεται ότι «παραπληροφορούμε» το κοινό!

            Δεν πρόκειται να εμπλακούμε σε προσωπικό διάλογο ούτε με τον Αλεξανδρή ούτε με τον πρόεδρο της ΕΚΜΤ, ο οποίος φέρει και την ευθύνη των πράξεων των μελών της διοίκησής του, χωρίς ωστόσο αυτό να υπονοεί ότι πρόκειται να αποδεχθούμε σιωπηρά τα γεγονότα.

            Η ιστορία μας διδάσκει ότι η αδικία σε βάρος ενός πολίτη είναι αδικία σε βάρος ολόκληρης της κοινότητας. Εάν δε αποδεχθούμε σιωπηλοί τα γεγονότα, επόμενοι στη σειρά των προσβολών θα είναι όλοι εκείνοι που διαφωνούν με τη φιλοσοφία της διοίκησης Μενεγάκη, όπως συνέβη και με το Βασίλη Φάτση, το Θωμά Σάρα, το Γιώργο Γιαννόπουλο, το Γιάννη Παπανικολάου…

            Διότι, εάν σε τελευταία ανάλυση σιωπηρά ενθαρρύνουμε την αποδοχή αυτής της πρακτικής, αντιλαμβανόμαστε τον προβληματισμό του μεγάλου αγωνιστή της εθνικής λευτεριάς, του στρατηγού Μακρυγιάννη, «τί Μπραϊμης, τί Ζαϊμης»! Εάν κάποιος δεν σέβεται τα προσωπικά μας δικαιώματα και μας προσβάλλει και μας κακοποιεί έτσι βάναυσα, ποια η διαφορά ή σημασία του εάν είναι Τούρκος ή Έλληνας; Το μόνο, που του απομένει, είναι να παραιτηθεί και μάλιστα σήμερα.

            Η ομογένεια του Τορόντο έχει αξιοπρέπεια και αυτοσεβασμό. Έχει, ακόμη, να επιδείξει μια παράδοση αγώνων για δημοκρατία και αξιοπρέπεια εθνική και ατομική. Όποιος τολμήσει δε να παραβιάσει αυτές τις αρετές της, είναι ξένος και άσχετος με τη φύση και την ψυχολογία της. Αναμένουμε, λοιπόν, να δούμε εάν υπάρχει αυτοσεβασμός για την ανάληψη ευθυνών και την υποβολή παραιτήσεων.

 

Πατρίδες