Της σύνταξης

 

Μπροστά στην ιστορία

 

            Εκατόν ογδόντα χρόνια συμπληρώθηκαν φέτος από την ημέρα του μεγάλου ξεσηκωμού των ραγιάδων του 1821 στην απελπισμένη προσπάθειά τους της αναζήτησης της λευτεριάς, της εθνικής καταξίωσης, της αξιοπρέπειας, της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

            Μολονότι τα εκατόν ογδόντα αυτά χρόνια δεν φαίνεται να καλύπτουν κάποια σημαντική χρονική περίοδο στη μακραίωνη ιστορία του έθνους, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπήρξαν σημαντικός σταθμός στην πορεία προς την πρόοδο του νεότερου κράτους και του σύγχρονου Ελληνισμού. Αποτελούν μια περίοδο, η οποία θέρμανε τους πόθους και γαλούχισε με ελπίδες και οράματα προόδου και εθνικής καταξίωσης των γενιών αυτής της περιόδου.

            Ήταν μια ιστορική περίοδος, η οποία αναλώθηκε στην αναζήτηση του μυστικού της ευτυχίας διά της επιτυχίας του ελεύθερου ελληνικού κράτους, ενός κράτους το οποίο φαντάστηκαν «σεβαστό από φίλους και υπολογίσιμο από τους εχθρούς του» οι μεγάλοι ηγέτες των ημερών μας.

            Ολόκληρη αυτή η χρονική περίοδος υπήρξε ένας διαρκής και αδιάλειπτος αγώνας προς την κατεύθυνση της επιβολής των στόχων των μεγάλων μυστών και οραματιστών της Μεγάλης Ελλάδας. Αντίθετα με τις προσπάθειες εκείνων, το διάστημα αυτό σημαδεύτηκε από την αποφασιστικότητα του Τούρκου δυνάστη να σβήσει στο αίμα και τη βία κάθε ίχνος και κάθε σημάδι της ιστορικής πορείας του Ελληνισμού από τα ακρογιάλια και την ενδοχώρα της Μικράς Ασίας.

            Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής της οργανωμένης τουρκικής διοίκησης υπήρξαν οι οργανωμένες γενοκτονίες των Αρμενίων, των Ελλήνων και των άλλων χριστιανικών πληθυσμών της περιοχής. Για το λόγο αυτό το εθνικό κοινοβούλιο των Ελλήνων αποδέχθηκε να ονομασθεί η 14η Σεπτεμβρίου ως «Ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας» (Εφημερίδα κυβέρνησης, 13 Οκτωβρίου 1998). Η απόφαση εκείνη των Ελλήνων νομοθετών κρίθηκε συνταγματική και αναμενόταν η τελική εφαρμογή της απόφασης.

            Περιέργως και κάτω από τις απειλές των στρατοκρατών της Τουρκίας οι κρατούντες πολιτικά των Αθηνών υπό την «φωτισμένη ηγεσία» των Κώστα Σημίτη και Γιώργου Παπανδρέου αποφάσισαν να αλλάξουν την ορολογία του νόμου καθώς και τους στόχους του με προσωπική τους απόφαση κατά το προηγούμενο της διακυβέρνησης των «φίλων και συνεργατών τους» στην Άγκυρα.

            Παράλληλα, και προκειμένου να δικαιολογήσει την ενέργειά της αυτή η κυβέρνηση Σημίτη, άρχισε μια καμπάνια «διαφώτισης» του ελληνικού λαού με τη βοήθεια των μέσων μαζικής ενημέρωσης, η οποία δυστυχώς προσβάλλει τη μνήμη των θυμάτων, κακοποιεί βάναυσα τη γλώσσα, και παραποιεί την ιστορία.

            Θα πρέπει να τονισθεί ότι οι προσπάθειες αυτές της κυβέρνησης των Αθηνών πραγματοποιούνται σε μια χρονική περίοδο που τα κοινοβούλια άλλων κρατών της Ευρώπης ψηφίζουν για την αναγνώριση των γενοκτονιών που έχει επιτελέσει η τουρκική βαρβαρότητα στη Μικρά Ασία.

            Οι αρχιτέκτονες της αποδοχής αυτής της ατιμωτικής πολιτικής, Σημίτης και Παπανδρέου, ισχυρίζονται την ανάγκη της ελληνοτουρκικής «προσέγγισης», χωρίς ωστόσο να αναλογίζονται ότι με τον τρόπο αυτόν ενθαρρύνουν ομάδες φανατικών εθνικιστών και ισλαμιστών, να συνεχίσουν το βάρβαρο έργο των εγκλημάτων τους ενάντια στους λαούς της Τουρκίας, τον πολιτισμό και την ανθρωπότητα. Ταυτόχρονα, όμως, ενθαρρύνουν τους στρατοκράτες της Άγκυρας να παραμένουν πιστοί στη γνωστή βάρβαρη πολιτική τους ενάντια σε όποιον τολμήσει να θίξει τα φυσικά και αναφαίρετα δικαιώματά τους στη «δημοκρατική» Τουρκία.

            Είναι δε αυτοί οι ίδιοι στρατοκράτες, οι οποίοι διεκδικούν τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου και την ελεύθερη δυτική Θράκη, ενθαρρύνουν τους Αλβανούς και συνεχίζουν να καταπιέζουν το ελληνικό στοιχείο των κατοίκων της Βόρειας Ηπείρου, προσπαθούν να πείσουν τη «νέα τάξη» για τη μεγάλη ανάγκη «ανεξαρτητοποίησης» της Κρήτης με τη δημιουργία προτεκτοράτου προς όφελος του Ισραήλ και της Τουρκίας και, τέλος, συνεχίζουν να κρατούν όμηρο και να τρομοκρατούν για τρεις δεκαετίες την ελληνικότατη Κύπρο.

            Είναι πραγματικά λυπηρό το γεγονός ότι, ύστερα από εκατόν ογδόντα χρόνια ελεύθερης δημοκρατικής πολιτείας, οι αρχικοί στόχοι και οι αιτίες του μεγάλου εθνικού ξεσηκωμού του 1821 ξεχάστηκαν, ξεπεράστηκαν ή μπήκαν στο περιθώριο της πολιτικής σκοπιμότητας των ημερών, προκειμένου να ικανοποιηθεί η θέληση και οι επιδιώξεις των υψηλών εντολοδόχων της κυβέρνησης των Αθηνών. Ήταν, όμως, αυτό το νόημα του 1821;

 

Πατρίδες

 

-