«Χαμόγελα της διασποράς»

 

Μαίρης Υπερείδου-Χατζή

Μοντρεάλ 2000

 

Του Βασιλη Φατση

 

            Απλή, εκφραστική, πολυγραφότατη. Θα ήταν ίσως ο πιο εκφραστικός χαρακτηρισμός για την τέχνη, την εκφραστική δυνατότητα και το δημιουργικό έργο της Μαίρης Υπερείδου-Χατζή, μιας γνωστότατης προσωπικότητας της ελληνικής λογοτεχνικής παρουσίας στη δημιουργική και πνευματικά πλούσια ομογενειακή κοινότητα του Μοντρεάλ.

            Στην πρόσφατη ποιητική της παιδική ανθολογία η λογοτέχνιδα αφήνει να ξεπηδήσει μέσα από την απαλότητα του στίχου της όλη η φωτιά και η αγωνία της μετανάστριας μάνας για το μέλλον της πολιτιστικής της γλώσσας και των παραδόσεων. Στόχος του στοχασμού της γίνεται η νέα γενιά, τα τρυφερά βλαστάρια των επιγόνων του Έλληνα μετανάστη, ο οποίος «έριξε άγκυρα» στο απάνεμο και ειρηνικό λιμάνι του Μοντρεάλ, όπου και θεμέλιωσε και οικοδόμησε τις νέες εστίες και τα πατροπαράδοτα ιερά της φυλής του. Και από την άποψη αυτή το έργο της ποιήτριας αποτελεί ένα πραγματικό εκφραστικό δημιούργημα αρμονίας, νοημάτων, προβληματισμών και στοχασμών.

            Ο στίχος της απλός, κρύβει μέσα του ολόκληρη την ομορφιά του έμμετρου λόγου, ενώ κατά περιόδους μεταβάλλεται σε έναν αντιπολεμικό παιάνα δόξας της ειρήνης.

 

Παιδάκια του κόσμου, ελπίδας πουλιά

στα πλάτη του τρόμου, στον κρύο βοριά

σε δρόμους γυρνάνε με δίχως στοργή

και στ’ άχρωμα χείλη πολέμων οργή.

 

Θλιμμένα ματάκια, γλυκές αγκαλιές

με τ’ άπαιχτα χέρια κι αθώες καρδιές,

που χάδι δεν ξέρουν, σχολειού προσευχή.

Κουφάρι της μάνας δε δίνει ευχή.

 

Παιδιά της μιζέριας, που ζουν μ’ απονιά

και δένουνε κόμπους να φτιάξουν χαλιά,

το δάκρυ τους πέφτει θολό και πικρό.

Ψωμάκι ζητάνε, διψούν για νερό…

 

            Γράφει η ποιήτρια στην υπέροχη και γεμάτη νοήματα και εικόνες σύνθεσή της «Παιδάκια του κόσμου».

            Περνώντας ο αναγνώστης μέσα από τις αρμονικές λεωφόρους της σκέψης της Μαίρης Χατζή αισθάνεται ένα θαυμάσιο, πρωτόγνωρο θα έλεγα, συναίσθημα συμπάθειας και συναγωνιστικότητας μπρσοτά στα εμπόδια των κοινωνικών προβληματισμών μιας κοινότητας στην ξενιτιά, η οποία πασχίζει απεγνωσμένα να διατηρήσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά πολιτιστικά της στοιχεία, τη φωνητική και πολιτιστική της ταυτότητα.

            Μια παρόμοια, εκφραστική κραυγή είναι εκείνη της ωδής της με τίτλο «Τα παιδάκια της διασποράς»:

 

Τα παιδάκια της διασποράς

οικογένειες στολίζουν.

Λουλουδάκια της φυλής

Στα σχολεία της ανθίζουν.

 

Δεύτερη, τρίτη γενιά

- το αθάνατό μας αίμα –

τις θερμαίνουν στοργικά

φωτεινό δασκάλων πνεύμα.

 

            Σε αυτά τα παιδιά, εξάλλου, η εργάτρια του λόγου στηρίζει όλες της τις ελπίδες για ένα καλύτερο αύριο, μια κοινότητα, μια κοινωνία πιο σπουδασμένη, περισσότερο προσεκτική.

 

Οι ελπίδες, τα παιδιά μας,

που σπουδάζουν κάθε μέρα,

θα τα διορθώσουν όλα

και στη γη και στον αγέρα.

 

            Αυτό ακριβώς το νόημα η ποιήτρια αφήνει να ανδρωθεί μέσα από τους στίχους της φιλειρηνικής και αντιπολεμικής «μπαλάντας» της «Χέρια αγάπης»:

 

Ελάτε, άνθρωποι, φίλοι να γίνουμε

αγαπημένοι.

Τα χέρια δώστε μας, για να φιλιώσουμε

την οικουμένη.

Χέρια που μοίρασαν ψωμί και όνειρα

σε πεινασμένους,

χέρια που γιάτρεψαν ψυχές και σώματα

σε πληγωμένους…

 

            Είναι η αυθεντική φωνή μιας ταλαντούχου μάνας, η οποία μέσα από τη δομή του στοχασμού της προσπαθεί να εκφράσει τους προβληματισμούς και τις ανησυχίες της πολυτάραχης εποχής μας για το μέλλον των παιδιών της και της κοινότητας των ανθρώπων στη γη.

            Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι κύριος μοχλός και δύναμη της δημιουργικής έκφρασης της ποιήτριας αποτελεί η εσωτερική της ψυχική παρότρυνση. Το συναίσθημα της αγάπης, μια κραυγή χαράς και ελπίδας για τις μελλοντικές γενιές των αποδήμων. Μια ευχή για την αποδοχή της ανάγκης της άμεσης δημιουργίας σχολείων, μια έκφραση αγωνίας και πόνου για τους αβοήθητους, αφημένους στη λήθη, μικρούς εργάτες της κοινωνικής καταπίεσης και εκμετάλλευσης των κερδοσκόπων της γης, και μια μοναδική πρόσκληση για τη δημιουργία ενός κόσμου ειρηνικού, δίκαιου και αρμονικού. Αναρωτιέμαι, ωστόσο, τί άλλο θα μπορούσε να προσθέσει η φτωχή πένα μου μπροστά στη χειμαρρώδη έκφραση ανθρωπιάς και αγάπης της ποιήτριας.

            Η Μαίρη Υπερείδου-Χατζή, γέννημα της ακριτικής Θράκης, χωρίς να έχει την ανάγκη του «βραβείου Ιπεκτσί», με την απαλή έκφραση και την αρμονία του στίχου της έρχεται να επιβεβαιώσει γι’ άλλη μια φορά ότι η Ελληνίδα μάνα γνωρίζει να αγαπά και να πονά για τον κόσμο, την ειρήνη, την ανθρωπιά. Σας συμβουλεύω να το διαβάσετε στα παιδιά σας. Θα ωφεληθούν.

 

-