Οικονομία
Το Χρηματιστήριο Αξιών της Αθήνας και η αλήθεια
Του Ανασταση Μπαξεβανιδη
Το φαινόμενο της Σοφοκλέους, δηλαδή το Χρηματιστήριο Αξιών της Αθήνας (Χ.Α.Α.) και οι δουλειές του είναι ένα θέμα που απασχόλησε
και απασχολεί για πολλούς λόγους όλα τα κοινωνικά στρώματα της Ελλάδας και οπωσδήποτε και τη διασπορά του Ελληνισμού. Στην
εξερεύνηση αυτή θα προσπαθήσω να παρουσιάσω πρώτα τους οικονομικούς λόγους και σε δεύτερη μεριά τους πολιτικούς και κοινωνικούς
λόγους της εμπειρίας αυτής, του ΧΑΑ.
Αυτό που συνέβη και συνεχίζει να εξελίσσεται στο ΧΑΑ είναι πολύ φυσικό και εξηγείται με τα πιο απλά οικονομικά κριτήρια. Το
φαινόμενο δημιουργήθηκε εξαιτίας της πολιτικής σκοπιμότητας ή, στην περίπτωση αυτή, της πολιτικής σκοταδικότητας, διότι περί αυτού
πρόκειται. Είναι απαράδεκτο η κυβέρνηση να παραβλέπει ουσιαστικές αρχές της οικονομίας. Το παράξενο είναι ότι και σε προηγούμενη
κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ κάτι παρόμοιο έγινε. Ήταν η περίπτωση των θεαματικών αυξήσεων στις συντάξεις, που μέσα σε λίγους μήνες
εξανεμίστηκαν λόγω του πληθωρισμού, ο οποίος κάλπασε μετά την «αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος».
Παίρνοντας τα πράγματα από την αρχή, θα πούμε αυτό που έγραψε ο Ησίοδος «πρώτα ήταν το χάος». Αυτό ακριβώς επικρατούσε πριν από
τέσσερα περίπου χρόνια στην ελληνική οικονομία, διότι η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης δεν επηρέαζε κανέναν και τίποτα. Όλες οι
προσπάθειες της κυβέρνησης να αλλάξει το κλίμα της οικονομίας έμοιαζαν με προσπάθειες να ανοίξει τρύπες στη θάλασσα. Στη ζωή, στην
πραγματικότητα, τα πράγματα δεν γίνονται επειδή το θέλεις, θα πρέπει να μπορείς και να προσπαθήσεις με σωστούς τρόπους και σωστά μέσα.
Κάθε παιχνίδι έχει τους κανόνες του. Έτσι και η οικονομία τους δικούς της. Σε όλες τις περιπτώσεις των παιχνιδιών ο σκοπός είναι όλοι
οι παίκτες να ευχαριστηθούν το παιχνίδι και όχι μόνον αυτός ή αυτοί που θα φτάσουν πρώτοι στο τέρμα. Ακριβώς αυτός είναι ή θα πρέπει
να είναι ο σκοπός κάθε κυβέρνησης που αναλαμβάνει με σοβαρότητα την εξουσία. Δηλαδή, ουσιαστικά και μακροχρόνια να προσπαθεί να
κάνει τους πολίτες και καταναλωτές ευχαριστημένους από τη διακυβέρνηση της οικονομίας και της χώρας.
Τότε, που «επικρατούσε το χάος» στην οικονομία, ορισμένα πράγματα είχαν μια σειρά, όπως ο τόκος των καταθέσεων ήταν αφορολόγητο
εισόδημα και, φυσικά, οι καταθέτες, μικροί και μεγάλοι, είχαν ένα όφελος και περισσότερο μια σίγουρη πηγή εισοδήματος, που αυγάτιζε
κανονικά και με σιγουριά στο μέλλον. Βέβαια ο πληθωρισμός έχει να κάνει πολλά με την πραγματική επίδοση των καταθέσεων.
Ξαφνικά η κυβέρνηση αποφάσισε να «γίνει το φως» στην ελληνική οικονομία στηρίζοντας το παν σε μια προϋπόθεση, ότι δηλαδή η
εξέλιξη αυτής της οικονομικής πολιτικής θα είναι όπως χρειάζεται και όπως τη θέλει χωρίς να αλλάξει τίποτα άλλο στην οικονομία, που
θα έκανε τα αποτελέσματα του σχεδίου διαφορετικά. Το σχέδιο της κυβέρνησης ήταν να μεταφέρει τις καταθέσεις και αποταμιεύσεις των
Ελλήνων ουσιαστικά κατευθείαν στην επενδυτική αγορά της χώρας, το ΧΑΑ.
Οι παραγωγικές μονάδες αγαθών και υπηρεσιών με το πέσιμο του υπαρκτού σοσιαλισμού αναγνώρισαν τις ευκαιρίες στις όμορες χώρες
ως επί τοπλείστον, αλλά είχαν πρόβλημα χρηματοδότησης για τις επεκτάσεις, που σκέπτονταν και θεωρούσαν απαραίτητες για την εξέλιξή
τους και επιβίωσή τους. Μέχρι τότε η δανειοδότηση ιδιωτικών αναπτυξιακών προγραμμάτων γινόταν σχεδόν αποκλειστικά μέσα από το
τραπεζιτικό σύστημα. Μόνο λίγα κεφάλαια μπορούσε να βρει η βιομηχανία ή οι επιχειρήσεις γενικά μέσω του χρηματιστηρίου, διότι δεν
υπήρχε ενδιαφέρον από τον κόσμο σε τέτοιου είδους τοποθετήσεις αλλά και επειδή οι καταθέσεις ήταν γνωριμίες και σίγουρες στη
συμπεριφορά απόδοσής τους.
Η κυβέρνηση, παρ’ όλες τις προσπάθειές της να «απαλλαγεί από τις μη κερδοφόρες δημόσιες επιχειρήσεις» όσο το δυνατό γρηγορότερα,
λόγω των χρονικών πιέσεων, για να ικανοποιήσει τα περιθώρια των υποχρεώσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν ήθελε να τα καταφέρει. Η
εξυγίανση της ελληνικής οικονομίας για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας έκανε ένα βήμα εμπρός και ενάμισυ πίσω. Η ελληνική οικονομία
είχε τουλάχιστον δέκα χρόνια για την προσαρμογή της στις ανάγκες και απαιτήσεις πριν από την ένταξή της στην ΟΝΕ. Αλλά οι μαγαζάτορες
και οι πελάτες είχαν το δικό τους «χαβά». Στην Ελλάδα το θέμα της οικονομίας είναι θέμα κομματικό και όχι πολιτικό.
Τελικά, το νομοσχέδιο των καταθέσεων ψηφίζεται και οι τόκοι γίνονται φορολογητέο εισόδημα. Ξαφνικά άνοιξαν οι ουρανοί πάνω από
το ΧΑΑ και άρχισε να βρέχει τρισεκατομμύρια. Αυτό ήταν πολύ μεγάλη αλλαγή στο περιβάλλον του ΧΑΑ. Είχε επαναστατικά αποτελέσματα, με
μετατοπίσεις της ζήτησης
και προσφοράς «ελπίδας» στο ΧΑΑ σε όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς και κοινωνικές ομάδες. Την ίδια περίοδο άρχισε και η πτώση
του επιτοκίου. Η κυβέρνηση δίνει το «πράσινο φως» για την ενημέρωση του πολίτη γενικά με τις ευκαιρίες που δίνει το ΧΑΑ. Αποτέλεσμα,
οι καταθέτες να βρεθούν έξω στο κρύο λόγω της φορολογίας των καταθέσεων αλλά και των χαμηλών επιτοκίων. Από την άλλη μεριά «βλέπουν»
το φως και τη ζεστασιά που υποσχόταν έστω και φανταστικά το ΧΑΑ και χωρίς δισταγμό σαν «δονκιχώτηδες» κάνουν επιδρομή στο ΧΑΑ για τις
ευκαιρίες που υποσχόταν αλλά, μια και όλοι τρέχουν πίσω από το ίδιο βαγόνι, ας τρέξουμε κι εμείς. Η επιδρομή κράτησε περίπου δύο
χρόνια και, όπως ήταν φυσικό, λόγω της υψηλής ζήτησης οι τιμές των «αξιών» του ΧΑΑ πήγαν στον ουρανό, ώσπου η ζήτηση σταμάτησε και οι «αξίες»
άρχισαν να ξεφουσκώνουν.
Το ΧΑΑ λειτουργεί για πολλά χρόνια και μέχρι τώρα η «συμπεριφορά» του ήταν φυσιολογική με την οργάνωσή του και με την κατάσταση
της οικονομίας κατά κάποιον τρόπο στην Ελλάδα. Με άλλα λόγια, ακολουθούσε το γενικό κανόνα της βιομηχανίας, δηλαδή ήταν λίγο τζόγος
και αρκετή επένδυση ανάλογα με τις αποκλίσεις του επενδυτή.
Διακρίνει κανείς δύο στρατόπεδα στο επίπεδο του ΧΑΑ. Το ένα είναι αυτό των επιχειρήσεων που παράγουν και προσφέρουν τις αξίες (μετοχές)
και το δεύτερο των καταναλωτών, αυτών δηλαδή που αγοράζουν τις υποσχετικές κέρδους, τις μετοχές. Οι επιχειρήσεις χωρίζονται επιπλέον
στις παραγωγικές, δηλαδή σε αυτές που εκδίδουν τις μετοχές για να αυξήσουν κεφάλαια που θα χρησιμοποιήσουν για επενδύσεις και αύξηση
των παραγωγικών μέσων κτλ. και στις μη παραγωγικές. Οι μη παραγωγικές (υπηρεσίες) είναι, με πρώτο το ΧΑΑ και άλλους οργανισμούς,
εταιρίες που μεσολαβούν στις αγοραπωλησίες των αξιών, όπως οι τράπεζες, γραφεία μεσιτικά και ιδιώτες, που προσπαθούν να βιοπορήσουν
από την ευκαιρία της στιγμής. Οι επιχειρήσεις αυτές, μπρος στην ευκαιρία που είδαν, είχαν ένα μόνο μέλημα, και πολύ δικαιολογημένα,
και αυτό ήταν πώς θα πάρουν περισσότερα χρήματα από τα διατιθέμενα στην κεφαλαιαγορά. Και έτσι άρχισε ένας αγώνας δρόμου με
προσφορές μετοχών απευθείας στους επενδυτές ή υπό μορφή πλεονεκτήματος στους μετόχους τους με προσφορά μετοχών κάτω της αξίας τους
στην αγορά με σκοπό τη συσσώρευση εύκολου και φθηνού χρήματος.
Οι επιχειρήσεις υπηρεσιών δεν εκτίμησαν τη νέα κατάσταση της ευφορίας του χρήματος διαφορετικά. Ρίχτηκαν και αυτοί στον αγώνα
προσηλιτισμού όσο το δυνατό περισσότερων πελατών. Πότε με τη σωστή ανάλυση, πότε με την πειθώ κατόρθωσαν να δημιουργήσουν
περισσότερη ζήτηση τόσο για τις υπηρεσίες τους όσο και για μετοχές. Η κατάσταση ήταν μάλλον γλαφυρή, διότι ξαφνικά στην κεφαλαιαγορά
της Ελλάδας εμφανίστηκε μεγάλος αριθμός συμβούλων επενδύσεων και ένας πολύ μεγάλος αριθμός επενδυτών. Και στις δύο περιπτώσεις στην
πλειοψηφία τους είχαν, αν όχι μηδενική, οπωσδήποτε πολύ περιορισμένη γνώση ή εμπειρία με την αγορά του ΧΑΑ.
Δεν έφταναν όλα αυτά, εμφανίστηκαν και οι κομματικές παρατάξεις η κάθε μια από τη σκοπιά της να εξαίρουν ή να κατηγορούν την
κατάσταση του ΧΑΑ. Πάντως, η κυβέρνηση υποστήριζε τα καλά και αγαθά του ΧΑΑ. Με αυτές τις συνθήκες και όσο υπήρχε το χρήμα της
επιδίωξης το αποτέλεσμα και των δύο τάσεων ήταν η αύξηση των τιμών των μετοχών. Μέχρι εδώ, όσο τα οικονομικά και κοινωνικά ήταν καλά
και σωστά, όλοι οι διαπλεκόμενοι ήταν ευχαριστημένοι με την κατάσταση της αγοράς και με την κυβέρνηση των ευκαιριών.
Όμως, τίποτα στον κόσμο δεν είναι παντοτινό και ούτε γράφεται στο γρανίτη και ειδικά η οικονομία και η εξέλιξή της. Η οικονομία
είναι ένα δυναμικό σύστημα και ως εκ τούτου παρουσιάζει διακυμάνσεις και διαφοροποιήσεις. Μπορεί κανείς τις διακυμάνσεις να τις
παρομοιάσει σαν τη συζήτηση της αγοράς που έχει σαν μέσο επικοινωνίας το χρήμα. Το ΧΑΑ και όποιο χρηματιστήριο επεικονίζει την
οικονομία και τη γενική κατάσταση της χώρας. Αυτό εννοεί τον υλικό πλούτο της χώρας και, φυσικά, την ποιότητα και το επίπεδο ζωής του
καταναλωτή και πολίτη της χώρας αυτής.
Οι τελευταίες αναφορές για την εξέλιξη του φαινομένου του ΧΑΑ είναι, αν όχι ανησυχητικές, οπωσδήποτε αξιοπρόσεκτες. Οι
προβλέψεις, που έκαναν για το έτος 2000, ήταν ότι ο δείκτης θα είναι στα επίπεδα των επτά χιλιάδων μονάδων (7.000). Σήμερα ο δείκτης
καταγίνεται να κρατηθεί γύρω στις τρεις χιλιάδες μονάδες και βλέπουμε. Όμως, όπως έλεγε και ο παππούς μου, «έλλειψη χρημάτων, στάση
εμπορίου».
Παρόμοια συμπεριφορά τον ίδιο καιρό είχε και η αγορά του
NASDAG
στις ΗΠΑ. Αυτό τί μας λέει; Μας λέει ότι και οι δύο ήταν αγορές υψηλού κινδύνου αλλά για διαφορετικούς λόγους. Στο
NASDAG
η αγορά ελπίδας γίνεται με γνώση των επενδυτών, μια και οι εταιρίες έχουν μόνο υποσχετικές στους
ισολογισμούς τους λόγω της μη δοκιμασμένης και ενέμπειρης ζωής των εταιριών νέας τεχνολογίας. Ο φόβος για κάμψη της οικονομίας και
οι αποκαρδιωτικές παρουσιάσεις των ισοζυγίων έκαμψαν την εμπιστοσύνη των επενδυτών και με το ξεφόρτωμα των μετοχών ήρθε η πτώση του
δείκτη των αξιών.
Στην Ελλάδα η κυβέρνηση αποφάσισε να ρίξει τις καταθέσεις του κόσμου στο ΧΑΑ με τη φορολόγηση των τόκων. Η απότομη μεταφορά
μεγάλων ποσών στο ΧΑΑ είχε σαν αποτέλεσμα το ανέβασμα του δείκτη με γρήγορο ρυθμό. Με το τελείωμα της επενδυτικής δύναμης, δηλαδή,
όταν τα χρήματα του κόσμου τέλειωσαν και δεν υπήρχαν άλλα να πιέσουν και να κρατήσουν τις τιμές των μετοχών, ο δείκτης των αξιών στο
ΧΑΑ έπεσε. Ένας άλλος λόγος ήταν η αποδημία ή εξαγωγή των κεφαλαίων σε ή για επενδύσεις στο εξωτερικό. Ένα μέρος από τα κεφάλαια αυτά
πολύ πιθανό στο μέλλον να δώσουν πίσω κέρδη στη μητρόπολη, από όπου έφυγαν. Ελληνικές θυγατρικές εταιρίες, που θα διαπρέπουν στο
εξωτερικό είναι φυσιολογικό να επηρεάζουν την αξία των μετοχών της μητρικής εταιρίας. Ένα μέρος των κεφαλαίων, που έμεινε στην
Ελλάδα ή έφυγε από την Ελλάδα για επενδύσεις, πολύ πιθανό να πάει σε προσωπικούς λογαριασμούς αποταμίευσης ή άλλου είδους
τοποθετήσεις των επιχειρηματιών και θα πείσει σε αδράνεια.
Και στις δύο περιπτώσεις οι επενδύσεις του εξωτερικού και του εσωτερικού είναι δυναμικές καταστάσεις και χρειάζονται χρόνο να
αποδείξουν την αξία τους και ειδικά οι αξιόλογες και δοκιμασμένες εταιρίες. Βέβαια οι τράπεζες, που τράβηξαν μεγάλα ποσά για την
κεφαλαιοποίησή τους, βρίσκονται σε διαφορετικό επίπεδο κρίσης λόγω της φύσης των προϊόντων, που μπορεί να προσφέρει στην αγορά. Ο
επενδυτής της περιόδου αυτής δεν έχει υπομονή. Θέλει βραχυπρόθεσμα να κερδίσει υψηλά ποσοστά. Αυτή είναι η ψυχολογική διάθεση που
έχει προς την αγορά του ΧΑΑ.
Για την κατάσταση αυτή του ΧΑΑ υπεύθυνοι είναι όλοι οι συμβαλλόμενοι, όμως ο καθένας για διαφορετικό λόγο και σε διαφορετικό
επίπεδο υπευθυνότητας. Το κράτος, η κυβέρνηση, θα πρέπει να είναι περισσότερο υπεύθυνη και πραγματική στις θέσεις της, τα πολιτικά
προγράμματα και τη δημόσια οικονομία.
Το ΧΑΑ, σαν υπεύθυνο όργανο της κεφαλαιαγοράς της χώρας που είναι, θα πρέπει να έχει καλύτερη οργάνωση. Θα πρέπει να έχει
αυτονομία, να είναι υπόλογο στην κρίση ανεξάρτητων και αυτόνομων οργανισμών και θεσμών. Καλύτερα κριτήρια εισόδου νέων εταιριών στο
ΧΑΑ και φυσικά ξεχωριστές αγορές κεφαλαίου ανάλογα με την εμπειρία, την εμπιστοσύνη, την αποδοτικότητα και την κεφαλαιοποίηση των
υποψηφίων εταιριών. Ένα καλό πρότυπο είναι ο τρόπος που λειτουργεί η κεφαλαιαγορά του Καναδά.
Οι επιχειρήσεις και οι επιχειρηματίες θα έπρεπε να είναι περισσότερο υπόλογοι των αποφάσεών τους και των ηθικών ευθυνών, που
έχουν απέναντι των καταναλωτών και επενδυτών.
Οι επενδυτές θα πρέπει να είναι υπεύθυνοι και προσεκτικοί στις επιλογές των εταιριών που επενδύουν τα λεφτά τους. Βέβαια, στην
περίπτωση που υπάρχει οικονομική ατασθαλία, θα έπρεπε να μπορούν οι επενδυτές να αποζημιωθούν στο ακέραιο της ζημίας, που προκλήθηκε
από ηθική και ανεύθυνη διαχείριση εταιρικών πραγμάτων.
-

|