The strong voice of a great community
Μάρτιος 2007

Πίσω στο ευρετήριο

 Ποιος ήταν ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης;

Της Χριστιάννας Λούπα*

loupachr@otenet.gr

 

Μέσα στην τύρβη των κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων, απορροφημένοι από τα πολεμικά ανακοινωθέντα από το μέτωπο της Παιδείας, αγανακτισμένοι από τα τεκταινόμενα στο Ιράκ και σίγουρα προβληματισμένοι από τις γκρίζες ζώνες που «πλάθει» η Τουρκία στο Αιγαίο, διαφεύγουν της μνήμης μας πράγματα σημαντικά, σκεπασμένα από την αχλή του χρόνου, που, όσο κι αν τρέχει ωστόσο, δεν μπορεί να αναιρέσει τίποτα από την αξία τους.

Όσο λοιπόν βυθισμένοι κι αν είμαστε στη σύγχρονη τρυφηλότητά μας, παρακολουθώντας μετ’ αδιαπτώτου προσοχής τον αγώνα Κουκουλοφόρων – Βύρωνα, κολλημένοι στους δέκτες μας και μασουλώντας τα πλαστικά μας εδέσματα, καλό θα ήταν να κάνουμε ένα διάλειμμα, ταξιδεύοντας μερικά χρόνια πίσω, να ανοίξουμε και κανένα βιβλίο, να ανατρέξουμε και σε κανένα ιστορικό εγχειρίδιο (όχι πάντως αυτό της Στ΄ Δημοτικού!) και να ξεστραβωθούμε λιγάκι.

Παρακαλώ, διαλέξτε τη σωστή απάντηση:

Ποιος ήταν ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης;

Α. Διάσημος ποδοσφαιριστής του Ωχαδερφικού.

Β. Μέλος του γνωστού μουσικού συγκροτήματος «Τρεις λαλούν και δυο χορεύουν».

Γ. Πρωταγωνιστής της βραβευμένης με Όσκαρ ταινίας «Κατά ‘κει παν τα πρόβατα».

Δ. Δεν ξέρω, δεν απαντώ.

Η πιο αξιοπρεπής απάντηση που μπορεί να δοθεί είναι σίγουρα η Δ. Γιατί πολύ φοβάμαι ότι ελάχιστοι έχουν ακούσει ποτέ αυτό το όνομα. Και για να μην σκυλεύουμε άλλο την ιστορική μνήμη, ας γυρίσουμε μερικές δεκαετίες πίσω, στην Κύπρο, όταν οι Άγγλοι προσπαθούσαν να κρατήσουν με νύχια και με δόντια τα τελευταία απομεινάρια της αυτοκρατορίας τους, εγκαθιδρύοντας καθεστώς τρομοκρατίας, παρόμοιας με εκείνη των αποικιών τους.

Η απελευθέρωση της Κύπρου και η ένωση της με τη μητέρα Ελλάδα έγινε το όραμα πολλών νέων ανθρώπων, που τάχθηκαν με πάθος στον αγώνα αποτίναξης του αγγλικού ζυγού. Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης ήταν ένας απ’ αυτούς.

Όταν το Φεβρουάριο του 1938, η οικογένεια Παλληκαρίδη από την Τσάδα της Πάφου, απέκτησε το τέταρτο παιδί της, σίγουρα δεν μπορούσε να φανταστεί πόσο σύντομη θα ήταν η ζωή του και πόσες περιπέτειες έμελλε να ζήσει μέσα σε λίγα χρόνια. Γιατί ο μικρός Βαγορής μεγάλωνε μέσα σε μια Κύπρο που έβραζε απ’ άκρη σ’ άκρη.  Μολονότι οι Άγγλοι είχαν υποσχεθεί στη Μεγαλόνησο την ανεξαρτησία της, εφ’ όσον είχε πολεμήσει στο πλευρό τους στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ξέχασαν τα πάντα με τη λήξη του πολέμου.

Το ιστορικό δημοψήφισμα του 1951 ωστόσο, με το οποίο οι Κύπριοι δήλωσαν με σχεδόν απόλυτη πλειοψηφία την επιθυμία τους για την Ένωση, θα σημαδέψει ανεξίτηλα τον δεκατριάχρονο Ευαγόρα, που δυο χρόνια αργότερα, την παραμονή της στέψης της βασίλισσας Ελισάβετ, θα προβεί στην πρώτη του επαναστατική ενέργεια. Με αφορμή την ανάρτηση της αγγλικής σημαίας στη θέση της ελληνικής στο Ιακώβειο Γυμναστήριο Πάφου, οργανώνεται διαδήλωση διαμαρτυρίας από τους μαθητές και ο Ευαγόρας θα αναρριχηθεί στον ιστό και θα κατεβάσει τη σημαία. Παρόμοια ενέργεια θα επαναληφθεί πολλά χρόνια αργότερα με τον Σολωμό Σολωμού και την τουρκική σημαία.

Από εδώ κι εμπρός η ζωή του Παλληκαρίδη μοιράζεται ανάμεσα σε αγώνες, διαδηλώσεις, δολιοφθορές και στην αγαπημένη του ποίηση. Γιατί, εκτός από αγωνιστής, ο Ευαγόρας είχε ένα μεγάλο χάρισμα, που οπωσδήποτε ξεπερνούσε κατά πολύ μια απλή εφηβική παρόρμηση. Δεν υπήρχε τετράδιο ή περιθώριο βιβλίου που να μην το γέμιζε με στίχους.

Το 1955 ορκίζεται μέλος της ΕΟΚΑ και αμέσως μετά συμμετέχει στην ανατίναξη των δικαστηρίων της Πάφου. Λίγους μήνες αργότερα συνελήφθη, αλλά αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση μέχρι τη δίκη. Ο Ευαγόρας καταλαβαίνει πια πως τα περιθώρια στενεύουν και μόνη λύση που του απομένει είναι το αντάρτικο. Πριν πάρει το δρόμο για τα βουνά της Πάφου, αφήνει πάνω στην έδρα της τάξης του μια αποχαιρετιστήρια επιστολή προς τους συμμαθητές του, από την οποία ξεχωρίζει το πηγαίο του ποίημα ΛΕΥΤΕΡΙΑ:

Θα πάρω μιαν ανηφοριά,

Θα πάρω μονοπάτια,

Να βρω τα σκαλοπάτια

Που παν στη Λευτεριά

 

Θ’ αφήσω αδέρφια, συγγενείς,

τη ΜΑΝΑ, τον ΠΑΤΕΡΑ,

μεσ’ τα λαγκάδια πέρα,

και τις βουνοπλαγιές.

 

Ψάχνοντας για τη λευτεριά,

θα ’χω παρέα ΜΟΝΗ,

κατάλευκο το χιόνι,

 βουνά και ρεματιές.

 

 ….

 

Στο βουνό γίνεται ο εφιάλτης των Βρετανών, που τελικά θα τον συλλάβουν το Φεβρουάριο του 1957 και θα τον καταδικάσουν σε απαγχονισμό. «Ο, τι έκανα, το έκανα για την πατρίδα μου», θα πει με παρρησία στην απολογία του. Η παγκόσμια κατακραυγή πέφτει στο κενό, όπως και η αίτηση χάριτος προς την Ελισάβετ.

«Θυμάμαι, σα να ήταν χθες», αναπολεί συγκινημένη η αδελφή του Ευαγόρα, κυρία Μαρούλα Βρυωνίδη – Παλληκαρίδη,  «εκείνο το κρύο και μουντό απόγευμα της 13ης Μαρτίου του 1957. Ήταν η τελευταία επίσκεψή μας στον Ευαγόρα. Τον βρήκαμε όρθιο στο κελί του, πίσω από την κλειστή πόρτα. Μας χώριζε πυκνό σύρμα. Στεκόταν ευθυτενής και σίγουρος, έτοιμος να αντιμετωπίσει αυτό που θα συνέβαινε σε λίγες ώρες… το θάνατο. «Δεν θέλω να κλάψετε, ούτε να στεναχωριέστε», μας είπε. «Εγώ θα πάω στο Θεό και θα τον παρακαλέσω να είμαι ο τελευταίος που απαγχονίζεται».

Ζητήσαμε από τους φρουρούς να μας ανοίξουν, για ένα τελευταίο αγκάλιασμα, ένα τελευταίο φιλί. Όμως η απάντηση ήρθε σκληρή: «Δεν επιτρέπεται».»

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα της ίδιας μέρας ο δεκαοκτάχρονος Βαγορής οδηγήθηκε στην αγχόνη, που είχαν στήσει οι Βρετανοί στις κεντρικές φυλακές Λευκωσίας. Δεν τόλμησαν να παραδώσουν τη σορό του στους οικείους για ταφή. Φοβήθηκαν μεγάλη εξέγερση. Τον έθαψαν στο νεκροταφείο που είχαν φτιάξει μέσα στις φυλακές, στον ίδιο τάφο που έντεκα μέρες πριν είχαν θάψει έναν άλλο μεγάλο ήρωα, τον Γρηγόρη Αυξεντίου.

Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης –πάνε κιόλας πενήντα χρόνια από το θάνατό του - διαβαίνοντας τ’ ακροσύνορα της ιστορικής αθανασίας, με τη θυσία του έγινε δρομοδείχτης σε κάθε σκλαβωμένο, εξάγγελος κι αρχάγγελος, σηματωρός της λευτεριάς σε κάθε αγώνα, έγινε σύμβολο πολύτιμο στους καιρούς της παγκοσμιοποίησης και των χαμένων ιδανικών. Στους καιρούς όπου οι αγώνες των «αριήφατων» έγιναν υποσημειώσεις και παραθέματα σε σχολικά εγχειρίδια. Πακτωλός ποίησης και έμπνευσης εξάλλου, άφησε πάνω από πεντακόσια ποιήματα – μερικά από τα οποία μελοποιήθηκαν από τον Μάριο Τόκα στη συλλογή του «Ψυχή τε και σώματι» - πατριωτικά, φιλοσοφικά, ερωτικά, αλλά και σωρεία πεζογραφημάτων.

Καιρός όμως να εγκαταλείψουμε τη μηχανή του χρόνου, να ξαναγυρίσουμε στους δέκτες μας για να παρακολουθήσουμε την έκβαση του αγώνα. Έχουμε εξελίξεις! Κουκουλοφόροι – Βύρωνας: 3 – 0 και οι Κουκουλοφόροι με εξαιρετική δεξιοτεχνία καταφέρνουν επιτέλους το τέταρτο γκολ, βάζοντας φωτιά στον Άγνωστο Στρατιώτη! Όμως και ο Βύρωνας δεν το βάζει κάτω. Επιφυλάσσεται για τον επόμενο γύρο την ερχόμενη εβδομάδα. Πολλά μπορεί να αλλάξουν άλλωστε μέχρι το μεγάλο τελικό…

* Η Χριστιάννα Λούπα είναι δικηγόρος και συγγραφέας του βιβλίου «Μετά την Καταστροφή, Σμύρνη – Κατοχή» (εκδόσεις Ιωλκός)