|
|
|
Τουρκία: Μπροστά στις νέες πραγματικότητες Του
Θωμά Στεφ. Σάρα Δεν
υπάρχει αμφιβολία ότι η διεθνής
διπλωματική πραγματικότητα, από τις
ομίχλες της ιστορίας και μέχρι σήμερα,
πάντοτε ήταν πολυδαίδαλη και απαιτούσε
λεπτούς χειρισμούς. Από την εποχή του
Όμηρου μέχρι και σήμερα οι εξωτερικές
σχέσεις και χειρισμοί ενός κράτους σε
σχέση με τα υπόλοιπα κράτη υπήρξαν
ζωτικής σημασίας και σε πολλές
περιπτώσεις καρποφόρησαν με επιτυχίες
τις οποίες δεν θα μπορούσαν να
φαντασθούν οι υπεύθυνοι. Άλλά όμως σε
κάθε παρόμοια περίπτωση υπήρξαν
συγκεκριμένοι παράγοντες οι οποίοι
άσκησαν επιρροή πάνω
στις εξελίξεις και σε μεγάλο βαθμό
διαμόρφωσαν το όλο κοινωνικό τοπίο έτσι
που να μπορεί να δεχθεί αυτές τις
αναμορφώσεις. Η
αλήθεια είναι ότι η Τουρκία των ημερών
μας αποτελεί μια σημαντική στρατιωτική
και οικονομική δύναμη για τη διεθνή
κοινότητα. Έτσι τουλάχιστον προσπαθούν
να τη παρουσιάσουν τις τελευταίες
δεκαετίες οι πολιτικοί της, όταν και εάν
κατορθώσουν να λάβουν τις ευλογίες του
στρατιωτικού παρακράτους για να
ασκήσουν τη διοίκηση. Πέραν όμως αυτού
υπάρχει και η γεωπολιτική
πραγματικότητα της περιοχής η οποία
υποβοηθά το μύθο της δύναμης και
παρουσιάζει την μεσαιωνική αυτή χώρα
των Οσμανλήδων σαν μια σύγχρονη και
προοδευτική δημοκρατία η οποία
αγωνίζεται να γίνει αποδεκτή ως ισότιμο
μέλος της οικογένειας των Ευρωπαίων. Χωρίς
να υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία για τις
αδυναμίες και τα τεράστια προβλήματα
που απασχολούν τη χώρα, οι Ευρωπαίοι από
τη δική τους σκοπιά προσπαθούν να
εμφανισθούν, πολλές φορές, υπέρμαχοι της
ιδέας συνεταιρισμού της Τουρκίας με την
ελπίδα ότι σε κάποιο στάδιο αυτής της
διαδρομής θα θελήσει η τελευταία να
επιδείξει ανοχή και να ασπασθεί τις
κοινές αρχές και πολιτιστικές και
διπλωματικές αξίες που διακρίνουν την
ομάδα των 27 κρατών που συνιστούν την
Ευρωπαϊκή Ένωση. Αλλά
όμως το σημείο
αυτό αποτελεί μέρος του πολιτικού “οραματισμού”
του ηγετικού κατεστημένου της ομάδας,
ενώ οι λαϊκές βάσεις εμφανίζονται με
τελείως διαφορετική νοοτροπία. Μια
νοοτροπία αντίδρασης και απόρριψης κάθε
ιδέας συναλλαγής και αποδοχής των
εξωφρενικών τοποθετήσεων και
ισχυρισμών της Τουρκίας έναντι των λαών
που διαφεντεύει και κρατά σκλάβους του
φασιστικού της παρακράτους. Οι
μεγάλες γενοκτονίες του περασμένου
αιώνα, των Αρμενίων, των Ποντίων, των
Ελλήνων των μικρασιατικών παραλίων και
των νησιών του Αιγαίου, από κοινού με
εκείνες των
υπόλοιπων Χριστιανικών λαών που ζουν
μέσα στα όρια της επικράτειάς της
Τουρκίας και η επίμονη άρνησή της να
αποδεχθεί ευθύνες για αυτές, αποτέλεσαν
ίσως το ισχυρότερο στοιχείο το οποίο
δυνάμωσε τα αντί-Τουρκικά αισθήματα των
κατοίκων της Ευρώπης. Μολονότι δε το
παρακράτος συνεχίζει να ισχυρίζεται ότι
αποτελεί μέρος των δημοκρατικών θεσμών
και ότι σέβεται και πιστεύει στις αρχές
του σύγχρονου Δυτικού πολιτισμού, του
σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου
και πολίτη και την αρχή της καλής
γειτονίας και ειρήνης, στην
πραγματικότητα η όλη πολιτική της
έρχεται να αποδείξει το αντίθετο. Είναι
γνωστό σε όλους ότι η χώρα αυτή το 1974 με
τη χρήση των ενόπλων της δυνάμεων
εισέβαλλε και κατέκτησε τα τρία τέταρτα
της δημοκρατίας της Κύπρου, με τον
ισχυρισμό της προστασίας των τουρκικής
καταγωγής πολιτών του νησιού και έκτοτε
συνεχίζει να διατηρεί δυνάμεις κατοχής
πάνω στο νησί στέλνοντας φυγάδες μέσα
στην ίδια την πατρίδα τους 250.000
ελληνικής καταγωγής Κυπρίους. Πέραν
τούτου εδώ και δώδεκα χρόνια με την
ανοχή και ευλογία της Ουάσιγκτον και του
Προέδρου Κλίντον, σε “μυστικές”
στρατιωτικές επιχειρήσεις κατέκαψε
πάνω από 350 χωριά και κατέσφαξε χιλιάδες
άμαχους Κούρδους, με το αιτιολογικό ότι
κτυπούσε την “τρομοκρατία”, επιχείρηση
η οποία δυστυχώς συνεχίζεται ακόμα και
σήμερα κάτω από την σιωπηρή ανοχή της
Ευρώπης. Παρ’
όλα αυτά τα τελευταία δέκα χρόνια η χώρα
αυτή είχε την ευκαιρία να επιδείξει
κάποια σημάδια αλλαγής νοοτροπίας,
αποδεχόμενη έστω και τυπικά ορισμένες
αλλαγές στη παραδοσιακή της πολιτική. Η
ακέφαλη και αναποφάσιστη Ευρώπη κάτω
από τις πολιτικές πιέσεις της
Ουάσιγκτον, έδειξε ότι μέχρις ενός
σημείου ήταν διατεθειμένη, για άλλη μια
φορά, να στρέψει το πρόσωπό της άλλου και
να καλωσορίσει την μεσαιωνική και μόνη
φεουδαρχική χώρα της Μεσογείου των
ημερών μας, προκειμένου να της προσφέρει
μια τελευταία ευκαιρία να επιζήσει με τη
σημερινή γεοπολιτιστική της μορφή. Μια
πραγματικότητα την οποία ωστόσο η
Άγκυρα, προφανώς, παρεξήγησε και πίστεψε
ότι είχε την δυνατότητα να επιβάλλει τη
γνώμη και πολιτική της στους υπόλοιπους
Ευρωπαίους, οι οποίοι μουδιασμένα κάθε
φορά προσπαθούσαν να δείξουν “κατανόηση”
και υποχωρητικότητα στην απαράδεκτη
διαγωγή της τελευταίας. Βέβαια
η Άγκυρα από τη δική της πλευρά, φρόντιζε
καθημερινά να υπενθυμίζει στους
Ευρωπαίους την Μουσουλμανική της
ταυτότητα και να τους παρερμηνεύει τις
τυχόν διαφωνίες τους ως αντί-μουσουλμανική
υστερία. Ο
πόλεμος του Προέδρου Μπουςς στο Ιράκ και
το Αφγανιστάν, και οι δυσκολίες και
απώλειες των Αμερικανικών δυνάμεων,
χωρίς αμφιβολία, δημιούργησαν ένα νέο
πολιτικό και διπλωματικό κλήμα στην
περιοχή, καθώς η Άγκυρα προσπάθησε να
παρουσιάσει τον ρόλο της σαν τον “από
μηχανής θεό”, της αρχαία ελληνικής
τραγωδίας, ενώ η δημιουργία
ημιαυτόνομης δημοκρατίας του
Κουρδιστάν στο βόρειο Ιράκ δεν άργησε να
μετατραπεί σε ένα πραγματικό εφιάλτη
για την Άγκυρα η οποία για άλλη μια φορά
προσπάθησε να πείσει την Ουάσιγκτον για
την ανάγκη στρατιωτικής της παρεμβολής,
προκειμένου να κτυπήσει την τρομοκρατία. Η
αδυναμία της, ωστόσο, να αποσπάσει
κάποιο στοιχείο αποδοχής, παρά τις
τεράστιες προσπάθειες, τις επισκέψεις
και την σοβαρή δουλιά του Τουρκικού και Εβραϊκού λόμπι,
απέδειξε ότι η Ουάσιγκτον και Ευρώπη
άρχισαν να κουράζονται μαζί της. Στο
διάστημα αυτό, η Αρμενικές κοινότητες
της Ευρωπαϊκής διασποράς άρχισαν να
κερδίζουν σημαντικές μάχες στον αγώνα
για την αναγνώριση της γενοκτονίας του
1919. Η μία μετά την άλλη οι Ευρωπαϊκές
δημοκρατίες αναγνώρισαν την Γενοκτονία
και ορισμένες μάλιστα από αυτές
ποινικοποίησαν την άρνησή της. Η
υπόθεση αυτή δεν άργησε τελικά να φθάσει
και το Αμερικάνικό Κογκρέσο, όπου τις
μέρες αυτές πρόκειται να διεξαχθεί
ψηφοφορία για την αναγνώριση της
Γενοκτονίας των Αρμενίων. Αυτά βέβαια
παρά την πείσμονα διπλωματική μάχη
ολόκληρου του πολιτικού και
στρατιωτικού κατεστημένου της Άγκυρας
να σταματήσει κάθε συγκεκριμένη
προσπάθεια των νομοθετικών σωμάτων των
ΗΠΑ. Η
αποτυχία αυτών των προσπαθειών αποτελεί
μια ακόμα επιβεβαίωση
της αδυναμίας της Άγκυρας να αντιληφθεί
και να παρακολουθήσει τις τεράστιες
πολιτικές και κοινωνικές ανακατατάξεις
που διαμορφώνονται στην Ευρώπη και την
διεθνή κοινότητα. Την
ίδια σχεδόν πολιτική συνέχισε να
εφαρμόζει η Άγκυρα, χωρίς καμία
αλλαγή, και προς την πλευρά της
Κυπριακής δημοκρατίας, την οποία
ισχυρίσθηκε ότι αγνοεί, εμποδίζοντας τα
καράβια και αεροπλάνα της Κύπρου να
χρησιμοποιούν τα λιμάνια και αεροδρόμια
της, παρά το γεγονός ότι η μικρή
δημοκρατία της νοτιοανατολικής
Μεσογείου ήταν πλήρες μέλος της
Ενωμένης Ευρώπης. Ακόμα,
θέλοντας να επιβάλλει την πολιτική της
πάνω στους Ευρωπαίους
δυνάμωσε τις πιέσεις της πάνω στην
γειτονική της Ελλάδα και την Κύπρο.
Απαιτώντας από το στρατηγείο του ΝΑΤΟ να
αφαιρεθούν από τους χάρτες στρατιωτικών
γυμνασίων τα ελληνικά νησιά του
ανατολικού Αιγαίου και απειλώντας την
Κύπρο με πόλεμο εάν τολμούσε να
προχωρήσει στην εκμετάλλευση
κοιτασμάτων πετρελαίου που βρέθηκαν στα
χωρικά της νερά. Οι παραβιάσεις του
εναέριου χώρου του ελληνικού Αιγαίου,
από κοινού με τις προκλήσεις και
παρενοχλήσεις των αεροσκαφών της
πολεμικής της αεροπορίας της Τουρκίας
έφθασαν μέχρις του σημείου σύγκρουσης
με ελληνικό μαχητικό, τον θάνατο του
Έλληνα πιλότου και την δημιουργία
απαιτήσεων αποζημιώσεως από την Άγκυρα
για την καταστροφή του αεροσκάφους της,
ύστερα από δέκα ολόκληρους μήνες μετά
την σύγκρουση. Η
Άγκυρα απαιτεί επίσημα αποζημίωση 30
εκατομμυρίων δολαρίων για την
καταστροφή του αεροσκάφους και την
ψυχική αποζημίωση του πιλότου της, με
τον ισχυρισμό ότι ο Έλληνας πιλότος ήταν
υπαίτιος της σύγκρουσης. Το κακό είναι
ότι η Αθήνα για άλλη μια φορά προτίμησε
να καλυφθεί πίσω από την πολιτική φιλίας
και καλής γειτονίας που εγκαινίασαν
πριν δύο δεκαετίες ο Μητσοτάκης με τον
Γιώργο Παπανδρέου. Σύμφωνα
με προσωπικές μου πληροφορίες με την
ευκαιρία της πρόσφατης επίσκεψης του
Τούρκου πρωθυπουργού και επίσης του
ΥπΕξ στην Ουάσιγκτον
έγινε πρόταση στις αρχές των ΗΠΑ για την
απόσπαση της Δυτικής Θράκης από την
Ελλάδα και την δημιουργία ανεξάρτητης
δημοκρατίας της Θράκης, η οποία θα
αποτελεί κάποιο είδος διαχωριστικής
γραμμής μεταξύ των δύο γειτόνων, ενώ
παράλληλα θα δώσει την ευκαιρία στην “πλειοψηφία”
των Τουρκόφωνων κατοίκων της περιοχής
να αποκτήσουν πολιτικά δικαιώματα. Η
Τούρκοι πολιτικοί απέρριψαν με κάθε
δύναμη την πιθανότητα απόσπασης της
Ανατολικής Θράκης από την Τουρκία και
την ανακήρυξή της σε ανεξάρτητη
δημοκρατία, απειλώντας εν ανάγκη και
πόλεμο. Κάτω
από αυτές τις διαμορφώσεις, όπως ήταν
επόμενο, για πρώτη φορά τα τελευταία
χρόνια η Ευρωπαϊκή προεδρεία της
Γερμανίας αρνήθηκε να καλέσει την
ηγεσία της Τουρκίας στους γιορτασμούς
της 50ης επετείου από την υπογραφή
της συνθήκης της Ρώμης με την οποία
γεννήθηκε η Ενωμένη Ευρώπη. Ήταν
ένα οδυνηρό χαστούκι στην Άγκυρα η οποία
πραγματικά ξαφνιάστηκε μη μπορώντας να
αντιδράσει στη ταπεινωτική για αυτή
μεταχείριση. Τέλος
μιλώντας σε επιτροπή της Ευρωπαϊκής
Ένωσης και Τουρκίας ο εκπρόσωπος της
Ευρώπης στη χώρα αυτή Marc
Pierini τόνισε
την ανάγκη για την Τουρκία να πείσει τα
μεγάλα λαϊκά στρώματα της Ευρώπης
ότι η σημερινή τους γνώμη για την
Τουρκία απλώς είναι αποτέλεσμα κακής
πληροφόρησης. Διαφορετικά τόνισε ακόμα
και σε περίπτωση που ολοκληρωθούν οι
γραφειοκρατικές προϋποθέσεις για την
ένταξη το βέβαιο είναι ότι αυτή θα
απορριφθεί από τα δημοψηφίσματα των
λαών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής
οικογένειας, οι οποίοι στην
πραγματικότητα θα καταστρέψουν κάθε
πιθανότητα για τη Τουρκία. Ταυτόχρονα
σε ένα δημοσίευμα του ΥπΕξ Τουρκίας
Αβδουλάχ Γκιούλ, το οποίο δημοσιεύθηκε
στην ημερήσια Ουάσιγκτον Τάϊμς, ο
αρθρογράφος προτείνει την δημιουργία
κοινής επιτροπής Αρμενίων και Τούρκων
ακαδημαϊκών, προκειμένου να
εξετάσουν τις συνθήκες κάτω από τις
οποίες πραγματοποιήθηκε η Γενοκτονία. Δεν
θα πρέπει να υπάρχει πλέον καμιά
αμφιβολία ότι για πρώτη φορά στον
τελευταίο αιώνα η Τουρκία
αντιλαμβάνεται ότι καθημερινά και
περισσότερο χάνει το παιγνίδι των
δημοσίων σχέσεων και τη πιθανότητα να
επιζήσει σαν ενιαίο κράτος με τα
σημερινά της σύνορα. Πέραν τούτου όμως
είναι και οι διεθνείς συγκυρίες των
ημερών καθώς καθημερινά και περισσότερο
τα γεγονότα και οι πολιτικές εξελίξεις
μας οδηγούν βιαστικά στην επόμενη
στρατιωτική σύρραξη της περιοχής, σε
εκείνην με το Ιράν, μια λεπτομέρεια η
οποία διαβεβαιώνει ότι και εάν ακόμη
επιζήσει της πολεμικής λαίλαπας θα της
είναι αδύνατον να κατορθώσει να
ξεπεράσει το σάρωμα του κοινωνικού
τυφώνα που θα επιφέρουν αυτές οι αλλαγές
στη περιοχή. |
|