The strong voice of a great community

Μάρτιος 2003

Κύπρος

 

Η ώρα της αλήθειας

 

Του Θωμά Στεφ. Σάρα

 

            Όνειδος και καταισχύνη, οργή και ντροπή είναι τα κύρια χαρακτηριστικά στοιχεία των αισθημάτων και της πληγωμένης αξιοπρεπείας των Ελληνοκυρίων. Είκοσι εννέα χρόνια μετά την εισβολή του Αττίλα και ύστερα από τρεις σχεδόν δεκαετίες εμπαιγμών από το πολιτικό κατεστημένο, που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσε τα δικά του συμφέροντα, ο μέσος πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας άρχισε επιτέλους να αντιλαμβάνεται ότι στην πραγματικότητα κάτι δεν πήγαινε καλά.

            Πρώτα ήρθαν οι εκλογές της Τουρκίας. Μια νέα κυβέρνηση ισλαμιστών εμφανίστηκε στον ορίζοντα. Η Αθήνα, πιστεύοντας στην πιθανότητα κάποιας αλλαγής στην πολιτική φιλοσοφία της Άγκυρας, έσπευσε να ταχθεί στο πλευρό των νικητών, καραδοκώντας προφανώς κάποιες υποχωρήσεις, οι οποίες θα βοηθούσαν στην εξεύρεση διεξόδου από το τέρμα του μονόδρομου, που το είχαν οδηγήσει οι χειρισμοί των Κληρίδη-Βασιλείου..

            Το περίφημο σχέδιο Ανάν, μολονότι τόσο η Λευκωσία όσο και η Αθήνα θέλησαν να το παρουσιάσουν σαν σημείο σωτηρίας, πολύ γρήγορα αποδείχθηκε μια νέα διπλωματική προσπάθεια εξαπάτησης των Ελληνοκυπρίων. Παρ’ όλ’ αυτά, οι Ελληνοκύπριοι (Ε/Κ) γι’ άλλη μια φορά προσπάθησαν να δείξουν καλή θέληση αποδοχής του σχεδίου, αν και ο Ραούφ Ντενκτάς συνέχιζε να ισχυρίζεται ότι δεν προτίθεται να προβεί σε καμιά διαπραγμάτευση.

            Πενήντα χιλιάδες Τουρκοκύπριοι (Τ/Κ), σύμφωνα με την ημερήσια «Μιλιέτ», πήραν τους δρόμους διαμαρτυρόμενοι εναντίον του Ντενκτάς, απαιτώντας την εξεύρεση ‘αμεσης και ειρηνικής λύσης των προβλημάτων του νησιού. Παρ’ όλ’ αυτά, ο τελευταίος δεν φάνηκε διατεθειμένος να υποχωρήσει έστω και για τους τύπους.

            Η διοίκηση Κληρίδη άρχισε ξαφνικά να εμφανίζει το πραγματικό της προσωπείο μια πολιτικής υποχωρήσεων και συμβιβασμών, η οποία τελικά κατόρθωσε να αναδείξει την τουρκοκυπριακή (τ/κ) μειοψηφία των 200.000 ισότιμη εκείνης των 500.000 Ελληνοκυπρίων (Ε/Κ).

            Όπως ήταν επόμενο, γι’ άλλη μια φορά ο πρωθυπουργός της Τουρκίας εμφανίσθηκε να συμφωνεί με τη θέση Ντενκτάς, τινάζοντας στον αέρα την προσπάθεια πολιτικής προσέγγισης της Αθήνας.

            Παράλληλα και ύστερα από τις εξηγήσεις Ντενκτάς, τόσο ο πρόεδρος του κοινοβουλίου της Άγκυρας όσο και το υπουργείο Εξωτερικών φάνηκαν να συντάσσονται με τις θέσεις Ντενκτάς. Ανανεωμένος με την υποστήριξη του νέου πολιτικού κατεστημένου ο Ντενκτάς άρχισε να εμφανίζεται πλέον τελείως αρνητικός σε κάθε ιδέα υποχώρησης ή και αποδοχής των προτάσεων του σχεδίου Ανάν. Σύμφωνα μάλιστα με δημοσίευμα της ημερήσιας της Άγκυρας “Turkiye”, ο Τ/Κ ηγέτης ξεκαθάρισε ότι του είναι αδύνατο να υπογράψει τις προτάσεις του ΟΗΕ για την επίλυση του Κυπριακού.

            Μέσα στα «σύνορα» των υπό κατοχήν περιοχών συνεχίστηκαν να ακούγονται φωνές διαφωνίας. Ένας πραγματικά τολμηρός δημοσιογράφος, ο Σενέρ Λεβέντ της εφημερίδας «Αφρική», αναφερόμενος σε δηλώσεις του προέδρου του κοινοβουλίου της Τουρκίας, Μπουλέντ Αρίνκ, τον κατηγόρησε ανοικτά σαν κατακτητή του νησιού και ότι διατηρεί δυνάμεις κατοχής.

            Από τη δική της πλευρά η Αθήνα, μέσω του υπουργού Εξωτερικών Ελλάδς, Γιώργου Παπανδρέου, άφησε να σχηματισθούν και πάλι νέες πλανερές εντυπώσεις για πιθανή επίλυση του προβλήματος. Είναι δε βέβαιο ότι οι προσπάθειες τόσο της Αθήνας όσο και της Ουάσιγκτον επικεντρώθηκαν στην επανεκλογή Κληρίδη στην προεδρία της Δημοκρατίας.

            Στο σημείο αυτό έγινε γνωστό ότι ο γενικός γραμματέας (γ.γ.) του ΟΗΕ, Κόφι Ανάν, με επιστολή του ζήτησε από τους πρωθυπουργούς της Ελλάδας και της Τουρκίας να επισκεφθούν τη Νέα Υόρκη για συζητήσεις πάνω σε θέματα ασφαλείας στην Κύπρο.

            Δημοσίευμα της «Χουριέτ» της Κωνσταντινούπολης αναφέρει ότι ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Ντικ Τσένι, ζήτησε από τον πρωθυπουργό της Τουρκίας να περάσει απόφαση για την επίλυση του Κυπριακού. Απαντώντας, ο Τούρκος πρωθυπουργός δήλωσε στο συνομιλητή του ότι «του είναι αδύνατο να ανοίξει τα βόρεια σύνορα της χώρας του με το Ιράκ και παράλληλα να δεχθεί υποχωρήσεις στο Κυπριακό. Μολονότι η είδηση δεν φαίνεται να τράβηξε την προσοχή των πολιτικών αναλυτών, είναι βέβαιο ότι αποτέλεσε την αρχή μιας νέας εποχής στις σχέσεις ΗΠΑ και Τουρκίας.

            Παράλληλα, από δηλώσεις του Τούρκου υπ. Εξ. έγινε και επίσημα γνωστό ότι πραγματοποιούνται σε «ανεπίσημο» επίπεδο συνομιλίες με την Ελλάδα με σκοπό την επίλυση του προβλήματος του Αιγαίου, που έχει μείνει στο περιθώριο τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τον ομιλητή «η Άγκυρα δεν απορρίπτει κανένα τρόπο λύσης, που θα βασίζεται στην κοινή αποδοχή για την επίλυση του προβλήματος του Αιγαίου ως συνόλου.

            Παρ’ όλ’ αυτά, ο ομιλητής δήλωσε ότι η τουρκική κυβέρνηση θα συνεχίσει να δείχνει κάθε δυνατή προσπάθεια για την επίλυση των προβλημάτων του Αιγαίου, πλην όμως δεν θα πρέπει να αμφιβάλλει κανένας για την αποφασιστικότητα της Τουρκίας «όσον αφορά τη διαφύλαξη των συμφερόντων της και των θεμελιωδών δικαιωμάτων της στο Αιγαίο».

            Ακολούθησαν οι προεδρικές εκλογές στη Δημοκρατία της Κύπρου και η ήττα του Γλαύκου Κληρίδη. Οι νέες πολιτικές πραγματικότητες στο νησί φάνηκε ότι δεν άφησαν αδιάφορο κανένα. Από τα Ηνωμένα Έθνη, την Αθήνα, την Ευρώπη, μέχρι και την Ουάσιγκτον η εκλογή του Τάσου Παπαδόπουλου ως νέου προέδρου της Δημοκρατίας και διαπραγματευτή του Ντενκτάς ξεσήκωσε ένα νέφος ανησυχίας μεταξύ εκείνων οι οποίοι εργάζονταν για να ξεπουλήσουν και τα τελευταία στοιχεία των δικαιωμάτων της ε/κ πλειοψηφίας στις απαιτήσεις του Ντενκτάς και της Άγλυρας.

            Δημοσιογραφικές πληροφορίες αναφέρονταν στην υποβολή νέου αναθεωρημένου σχεδίου Ανάν. Το νέο σχέδιο αποτελούσε μια νέα προσπάθεια εξευμανισμού της τουρκικής πλευράς, ώστε να δεχθεί να συμφωνήσει σε λύση.

            Σχολιάζοντας, εξάλλου, την εκλογή του Τάσου Παπαδόπουλου στην προεδρία της Δημοκρατίας, το υπ. Εξ. της Τουρκίας δήλωσε ότι ο νέος πρόεδρος φέρνει μαζί του κι ένα «βαρύ φορτίο της προσωπικότητάς του ως αγωνιστή της ΕΟΚΑ».

            Στα πλαίσια των τελευταίων διαδικασιών επίλυσης του Κυπριακού και στην προσπάθεια του διακανονισμού των τελευταίων συνομιλιών, ο Κόφι Ανάν, γ.γ. του ΟΗΕ, επισκέφθηκε την Άγκυρα, όπου είχε συνομιλίες με τον πρόεδρο της Τουρκίας, Αχμέτ Σεζέρ. Σύμφωνα με σχετικό δημοσίευμα της τουρκικής ημερήσιας “Sabah”, το νέο σχέδιο του ΟΗΕ αφήνει στη δικαιοδοσία των Τ/Κ το 29,2% των εδαφών του νησιού, από 28% που προέβλεπε το προηγούμενο σχέδιο.

            Παράλληλα ο κ. Σεζέρ διατύπωσε αντιρρήσεις στην πρόνοια του σχεδίου για τη μείωση των τουρκικών δυνάμεων κατοχής από 30.000 σε 7.500. Ζήτησε να παραμείνουν στα χέρια των Τούρκων και οι περιοχές της Μόρφου και Λιμνήτη. Απαίτησε την αναγνώριση της κυριαρχίας του «κράτους» του Ντενκτάς διεθνώς, 24 ώρες πριν από την υπογραφή της συνθήκης. Αρνήθηκε την επιστροφή των Ελληνοκυπρίων στις πατρικές τους εστίες και ζήτησε να τους δοθεί αποζημίωση έναντι της επιστροφής. Επέμεινε, τέλος, σ’ ένα πολύ μικρό αριθμό Ε/Κ , οι οποίοι θα μπορούσαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους.

            Φεύγοντας από την Άγκυρα, ο γ.γ. του ΟΗΕ επισκέφθηκε την Αθήνα για παρόμοιες συνομιλίες με την κυβέρνηση της Ελλάδας.

            Σχολιάζοντας την επίσκεψή του στην Άγκυρα, φάνηκε ενθαρρυμένος και τόνισε ότι οι νέες τροποποιήσεις στο σχέδιό του θα έχουν ως στόχο να φέρουν τις δύο πλευρές σε συμφωνία.

            Παρ’ όλ’ αυτά, ο Τ/Κ Ραούφ Ντενκτάς άφησε να διαφανεί η δυσαρέσκειά του για ό,τι αφορούσε τις διορθώσεις, που προτείνονταν στο ειρηνευτικό σχέδιο του ΟΗΕ. Σύμφωνα με την έκφραση του ιδίου, ο κ. Ανάν προσφέρει την «τούρτα στους Ε/Κ και φυστίκια» στους Τούρκους.

            Κάτω από αυτές τις εξελίξεις ήταν πλέον καταφανές ότι η διπλωματία του Κόφι Ανάν δεν οδηγούσε πουθενά. Σχολιάζοντας τις δηλώσεις Ντενκτάς ο ειδικός συντονιστής του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών, Τόμας Γουέστον, αρκέστηκε στο σχόλιο ότι δεν περιμένει να «μείνουν όλοι ικανοποιημένοι».

            Από τη δική του πλευρά, ο πρωθυπουργός της Ελλάδας τόνισε ότι η λύση του Κυπριακού είναι θέμα πολιτικής βούλησης της τουρκικής πλευράς και κυρίως του κατοχικού ηγέτη, Ραούφ Ντενκτάς.

            Από την ώρα αυτή άρχισε η μεγάλη μάχη του ΟΗΕ για την τελική συμφωνία επίλυσης του Κυπριακού. Όλες οι πλευρές άφησαν να διαφανεί η ελπίδα κάποιας συμφωνίας παρά το γεγονός της αποφασιστικής άρνησης Ντενκτάς.

 

Τρίτο σχέδιο – Αποτυχία

 

            Όπως ακριβώς ήταν αναμενόμενο, γι’ άλλη μια φορά ο Τ/Κ ηγέτης, Ραούφ Ντενκτάς, άφησε να διαφανεί η απροθυμία του αποδοχής του τρίτου σχεδίου Ανάν. Σύμφωνα με ειδησεογραφία της τουρκικής “Aksam”, ο Τ/Κ ηγέτης δήλωσε ότι «πώς είναι δυνατό να αποδεχθούν ένα σχέδιο, το οποίο θα υποχρεώσει τους μισούς πολίτες να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους»;

            Παρ’ όλ’ αυτά, οι δύο ηγέτες των κοινοτήτων της Κύπρου δήλωσαν αποφασισμένοι να συναντηθούν στη Χάγη στις 10 Μαρτίου, προκειμένου να υπογράψουν δήλωση αποδοχής δημοψηφίσματος στις 30 Μαρτίου. Την πρόταση Ανάν αποδέχθηκε με επιφυλάξεις ο νέος πρόεδρος της Δημοκρατίας της Κύπρου, Τάσος Παπαδόπουλος, ενώ από τη δική του πλευρά ο Τ/Κ ηγέτης δήλωσε ότι δεν πρόκειται να υπογράψει το τρίτο σχέδιο Ανάν και ούτε θα λάβει απόφαση για δημοψήφισμα στα κατεχόμενα στις 30 Μαρτίου με βάση το σχέδιο των Ηνωμένων Εθνών.  Σύμφωνα με τον ομιλητή, «πρόκειται για τέχνασμα», και πρόσθεσε ότι δεν μπορεί να γίνει δημοψήφισμα παραγνωρίζοντας «την κυβέρνηση και τη βουλή».

            Ενώ όμως το θερμόμετρο της διπλωματίας άρχισε να ανεβαίνει αισθητά, παρόμοιες ήταν και οι εξελίξεις στο Αιγαίο, όπου τα τουρκικά μαχητικά άρχισαν να προκαλούν την ελληνική άμυνα με πτήσεις, οι οποίες έβαλαν σε κίνδυνο και αυτό το πρωθυπουργικό αεροπλάνο του κ. Σημίτη (“Espresso” 6/3/03).

            Κάτω από το φως αυτών των εξελίξεων, για μια ακόμη φορά, ο Ραούφ Ντενκτάς κατόρθωσε να περιπλέξει και να περιπαίξει τη διεθνή διπλωματία και τον γ.γ. του ΟΗΕ, δείχνοντας αδιαφορία και απροθυμία για τον πιο στοιχειώδη σεβασμό ή κάποια πρόθεση συμβιβασμού.

            Τα γεγονότα στην ουσία παρουσίασαν μια τόσο αρνητική εικόνα, ώστε να αφήσει έκπληκτους τους πρωτεργάτες και κάθε ενδιαφερόμενο. Δεν θα πρέπει, ωστόσο, να υπάρξει η παραμικρή αμφιβολία, ότι ένας από τους λόγους της αποτυχίας των προσπαθειών του διεθνούς οργανισμού ήταν η σοβαρή τάση τους να προχωρήσουν σε διαδοχικές αλλαγές των σχεδίων Ανάν, προκειμένου να ικανοποιήσουν την αδιαλλαξία του Ντενκτάς.

            Δυστυχώς, από τη δική του πλευρά, ο Τ/Κ ηγέτης, παρερμηνεύοντας αυτή την προσπάθεια, κατόρθωσε να πείσει την Άγκυρα ότι ο ΟΗΕ και οι Ευρωπαίοι κατ’ ανάγκη θα συνεχίσουν να υποχωρούν, έως ότου τελικά το εδαφικό παραμείνει όπως έχει σήμερα. Στο θέμα της επιστροφής των Ε/Κ και της ανταλλαγής των περιουσιών, ο Ντενκτάς ήταν κατηγορηματικός: «Δεν πρόκειται να δεχθούμε απολύτως καμιά υποχώρηση». «Τα εδάφη αυτά τα πήραμε με τα όπλα και μας ανήκουν», λέει. «Όποιος τα θέλει, ας έρθει να μας διώξει, για να τα ξαναπάρει».

            Στο σημείο αυτό θα ήθελα να κάνω μια παράλληλη ανασκόπηση των ιδεών και φιλοσοφιών των πολιτικών κατεστημένων των δύο αντιμαχομένων πλευρών της Κύπρου. Προσωπική μου γνώση, εδώ και χρόνια, αποτελεί το γεγονός της αποδοχής, από εκπροσώπους και όργανα της Κυπριακής Δημοκρατίας, της παρούσας πολιτικής κατάστασης στην Κύπρο. Είναι δε βέβαιο ότι τόσο η Λευκωσία όσο και η Αθήνα προσπάθησαν να περάσουν στην κοινή γνώμη των πολιτών τους το μήνυμα ότι είμαστε υποχρεωμένοι να αποδεχθούμε τα σημερινά δεδομένα, αφού έτσι ή αλλιώς δεν έχουμε καμιά δυνατότητα να ασκήσουμε έλεγχο πάνω στα κατεχόμενα. Την αρχή αυτή υποστήριξαν κατ’ επανάληψη εκπρόσωποι της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι οποίοι επισκέφθηκαν τον Καναδά και τις ΗΠΑ.

            Στην πραγματικότητα, όμως, η πολιτική αυτή μεταφράζεται σε αποδοχή και αναγνώριση του δικαιώματος του εισβολέα να επιβάλλει το δίκαιο του ισχυρού, περιφρονώντας παντελώς το διεθνές δίκαιο. Το γεγονός αυτό το γνώριζε πολύ καλά ο Ραούφ Ντενκτάς, ο οποίος από τη δική του πλευρά έχει τη δυνατότητα να το αξιοποιήσει, υποχρεώνοντας σχεδόν τους συνομιλητές του να συμφωνήσουν με τη γνώμη του.

            Πέραν τούτου είναι και η εμπειρία των Ιμίων, μια περίπτωση, την οποία θεωρεί ο Τ/Κ ηγέτης ενδεικτική της αδυναμίας των Αθηνών να αντισταθεί στην πολεμική μηχανή της Τουρκίας. Για τον Ντενκτάς, εάν η Άγκυρα αφήσει τη στρατιωτική της μηχανή ενάντια στην Ελλάδα, «σε τρεις μόνον ώρες» οι Τούρκοι στρατιώτες θα βρίσκονται στην Ακρόπολη.

            Όσο για το Κυπριακό, «το μεγάλο σφάλμα της Άγκυρας», λέει, «είναι το ότι δεν θέλησαν να με ακούσουν, να καταλάβουν το 1974 ολόκληρο το νησί, και στη συνέχεια να διαπραγματευθούν από θέση ισχύος τους όρους της ειρήνης». «Στην περίπτωση αυτή», ισχυρίζεται, «οι Έλληνες θα μας παρακαλούσαν να τους δώσουμε ό,τι εμείς θέλαμε και όχι ό,τι επιμένουν να ζητούν αυτοί».

 

Δέσμιοι των λαθών

 

            Τη νοοτροπία του αυτή ο Τ/Κ ηγέτης φαίνεται να κατόρθωσε με τον καιρό να τη μεταβιβάσει και στην ηγεσία του στρατού, δημιουργώντας έτσι συνθήκες, οι οποίες κατοχυρώνουν απόλυτα τις πολιτικές θέσεις του.

            Με την πάροδο των ετών και τη σθεναρή άρνηση του Ντενκτάς να προβεί σε οποιουσδήποτε συμβιβασμούς και υποχωρήσεις έναντι των απαιτήσεων της Λευκωσίας, των Αθηνών και της Ευρώπης, ο Ντενκτάς διαμορφώθηκε σε ένα είδος «λαϊκού ήρωα» στη φαντασία των τουρκικών μαζών.

Θα πρέπει να αναφερθεί ότι τα ανθελληνικά αισθήματα του Τ/Κ ηγέτη δυνάμωσαν ακόμα περισσότερο από την πολιτική των Αθηνών να τον αγνοούν και να μην δέχονται και να συζητήσουν μαζί τους. Ο ίδιος ο Ντενκτάς χαρακτηρίζει την πρακτική αυτή ως βυζαντινή και ισχυρίζεται ότι έξι αιώνες μετά την πτώση του Βυζαντίου η Αθήνα συνεχίζει τα ίδια διπλωματικά παιχνίδια.

            Θέλησα να κάνω αυτή την αναφορά στην προσωπικότητα του Ντενκτάς, προκειμένου να βοηθήσω τον αναγνώστη να αντιληφθεί τους λόγους αυτής της αποτυχίας. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι η περίοδος, που προωθήθηκαν τα σχέδια Ντενκτάς, ήταν εκείνη της προεδρίας του Γιώργου Βασιλείου, ενός ερασιτέχνη πολιτικού, ο οποίος στην προσπάθειά του να «γράψει» ιστορία, έδωσε στην τ/κ πλευρά ό,τι εκείνη του ζήτησε κι ακόμη πιο πολλά.

            Κάτω από αυτές τις συνθήκες φθάσαμε στη Χάγη. Όλες οι ελπίδες της ε/κ πλευράς, της Ελλάδας, του ΟΗΕ και της Ευρώπης είχαν συγκεντρωθεί στην τελική προσπάθεια του Ανάν για την επίτευξη συμφωνίας. Τη φορά αυτή μάλιστα, παρά το γεγονός της αρνητικής στάσης του Ντενκτάς, ο γ.γ. ζήτησε από τις δύο πλευρές να προχωρήσουν στη διοργάνωση δημοψηφίσματος, έτσι ώστε να δοθεί η δυνατότητα στις μάζες των ψηφοφόρων να αποφασίσουν. Δυστυχώς, όπως αναμενόταν, γι’ άλλη μια φορά ο Ραούφ Ντενκτάς αρνήθηκε.

            Στη δραματικότητα των εξελίξεων αναφέρθηκε ο Κόφι Ανάν με μια απλή πρόταση: «Δυστυχώς έχουμε φθάσει στο τέλος του δρόμου». Ήταν πλέον καταφανές ότι για άλλη μια φορά επικράτησε η γνώμη Ντενκτάς. Ούτε ο ΟΗΕ ούτε η Ευρώπη μα ούτε και αυτή η ίδια η Ουάσιγκτον κατόρθωσαν να πείσουν τον Ντενκτάς ότι ήταν πλέον η ώρα των συμβιβασμών.

            Τις εξελίξεις χαρακτήρισε ο πρόεδρος Τάσος Παπαδόπουλος ως «πισωγύρισμα», ο ίδιος ο Ανάν ως «το τέλος του δρόμου», ενώ ο Ντενκτάς τόνισε ότι «έχει φθάσει στο τέρμα της πορείας» και συμπλήρωσε ότι βρισκόταν σε απόλυτη σύμπνοια με τις απόψεις της Άγκυρας, και ότι ο ίδιος εκπροσωπούσε τη συντριπτική πλειοψηφία των Τ/Κ. Ο Ντενκτάς παράλληλα δήλωσε ότι οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών της Κύπρου θα συνεχισθούν.

            Η Αθήνα, όπως ήταν επόμενο, έκφρασε την απογοήτευσή της, ενώ η Κομισιόν της Ευρώπης αναφέρθηκε στην κατεχόμενη από τα τουρκικά στρατεύματα Κύπρο. Το τουρκικό υπ. Εξ. αντέδρασε λέγοντας ότι είχαν δικαίωμα επέμβασης από τις συμφωνίες της Ζυρίχης.

            Με δικές του δηλώσεις ο υπουργός Άμυνας της Ελλάδας έκφρασε αγανάκτηση για τις συνεχιζόμενες παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου στο Αιγαίο από τα τουρκικά μαχητικά και πρόσθεσε ότι «αυτός δεν είναι τρόπος πολιτισμένης χώρας, και ότι έρχεται σε τέλεια αντίθεση με τις δηλώσεις της τουρκικής κυβέρνησης».

            Παρ’ όλ’ αυτά, ο Έλληνας υπ. Εξ., ο αρχιτέκτονας της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας, συνέχισε να μιλά για τη διατήρηση σταθερής πολιτικής της Ελλάδας, η οποία θα επιτρέψει την εξεύρεση λύσης του κυπριακού προβλήματος.

            Έναντι των δηλώσεων του Έλληνα υπ. Εξ., ο Ραούφ Ντενκτάς διέταξε τη σύλληψη Τ/Κ πολιτικών, οι οποίοι προσπάθησαν να συνεργασθούν με την κίνηση «Αυτή η χώρα είναι δική μας» και να επιχειρήσουν συμβολικό δημοψήφισμα. Τις συλλήψεις κατήγγειλε ολόκληρο το πολιτικό κατεστημένο της Κυπριακής Δημοκρατίας.

            Το περίεργο είναι ότι, παρά τις εξελίξεις και την υβριστική διαγωγή της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου, η Αθήνα, σύμφωνα με την ημερήσια «Το Βήμα», δεν προτίθεται να αναθεωρήσει την πολιτική της στα ελληνοτουρκικά.

            Έτσι φθάσαμε μοιραία γι’ ακόμη μια φορά να επαληθευθούμε σε ό,τι ισχυριζόμασταν τα τελευταία δέκα χρόνια, ότι δηλαδή δεν πρόκειται να λυθεί το Κυπριακό με την Ευρώπη. Το γεγονός ότι, ύστερα από αυτές τις απαράδεκτες εξελίξεις, η κυβέρνηση Σημίτη συνεχίζει να δηλώνει επιμονή στην ολέθρια πολιτική του «κολλητηριού», πραγματικά τρομάζει. Το μόνο σίγουρο είναι ότι κανείς απολύτως δεν είναι βέβαιος εάν η πολιτική αυτή είναι αποτέλεσμα «φόβου του θηρίου» ή σεβασμός στις υποδείξεις της Ουάσιγκτον, την οποία εξάλλου εκφράζει απόλυτα ο εντιμ. Γιώργος Παπανδρέου.