|
Του
Αθανάσιου Τσουκαλά Πολιτικού
Επιστήμονα, McGill
University Η
ευελπίδα της δημοσίευσης της παρούσας
πρότασης περί ανέγερσης μουσείου-μνημείου
για την Ημέρα Μνήμης της καταστροφής του
μικρασιατικού και θρακικού Ελληνισμού
είναι να αποτελέσει η απαρχή και
αφετηρία μιας εκστρατείας του απόδημου
απανταχού Ελληνισμού για να πιέσει τον
υπουργό Γιώργο Παπανδρέου να υποκύψει
και να αφήσει τον πρόεδρο Στεφανόπουλο
να υπογράψει τελικά τη νομοθεσία περί
κηρύξεως της 14 Σεπτεμβρίου ως ημέρας
μνήμης της καταστροφής του οθωμανικού
Ελληνισμού όπως αυτή καθορίστηκε με την
έννομη ψήφο της Βουλής τον 1996, μιας
δημοκρατικής βουλής, η οποία έκφρασε και
την ομόψυχη θέληση και επιθυμία του
ελληνικού λαού για αυτή τη πράξη. Η
όλη αυτή η ιστορία ξεκίνησε από το
Φεβρουάριο του 2001, όταν ο Γιώργος
Παπανδρέου έσπευσε να κατατοπίσει τον
πρωθυπουργό, Κώστα Σημίτη, ότι ο αρχικός
προσδιορισμός της ημέρας ως μνήμης της Γενοκτονίας
ήταν ανακριβής, σύμφωνα με τις
εισηγήσεις των συμβούλων του, που έκαναν
λόγο και αναφορές στο Διεθνές Δίκαιο
περί αυστηρής έννοιας και διερμηνείας
του αυτού όρου. Έτσι απαλείφθηκε η λέξη γενοκτονία
από το διάταγμα. Παρέλειψε, όμως, να
αναφέρει δημοσίως το ότι αυτό που του
καταστενοχωρούσε ήταν ότι θα
διακυβεύονταν, αν όχι και διακινδύνευαν,
οι εν δυνάμει ευκαιρίες εμπορικών
επενδύσεων Ελλήνων μεγιστάνων
επενδυτών-επιχειρηματιών στις
επικείμενες ιδιωτικοποιήσεις στην
Τουρκία. Φρέσκο ήταν ακόμη το παράδειμα
το τί έπαθε η Γαλλία ένα μήνα πριν,
δηλαδή τον Ιανουάριο του 2001, όταν έχασε
πολύτιμα στρατιωτικά συμβόλαια αξίας
δεκάδων δισεκατομμυρίων δολλαρίων για
τη συμπαραγωγή όπλων προς εφοδιασμό των
τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, καθώς και
την εκτόξευση του πρώτου τουρκικού
στρατιωτικού δορυφόρου κατασκοπείας
γαλλικής κατασκευής (spy satellite) κτλ., όταν η
γαλλική βουλή ψήφισε υπέρ του
διατάγματος, αναγνωρίζοντας την
Αρμενική Γενοκτονία. Σήμερα, όμως, έχουν
βελτιωθεί οι σχέσεις μεταξύ των δύο
χωρών. Με την επίσκεψη που έκανε ο
υπουργός Άμυνας της Γαλλίας, Alain
Richard,
στην Τουρκία στις 25 και 26 Ιανουαρίου του
2002, όπου είχε συζητήσεις με τον Τούρκο
ομόλογό του, Sabahattin Çakmakoğlu,
άνοιξε και ο δρόμος για τη δημιουργία
κοινού αμυντικού συστήματος Γαλλίας-Τουρκίας,
μακροπρόθεσμης αξίας τρισεκατομμυρίων
δολλαρίων. Ίσως
οι σύμβουλοι του υπουργού Εξωτερικών
δεν γνωρίζουν καλά ότι το Συμβούλιο
Εθνικής Ασφαλείας της Τουρκίας
αποκλείει ελληνικές επενδύσεις σε
ζωτικούς τομείς-κλειδιά της τουρκικής
οικονομίας για λόγους εθνικής ασφαλείας
και κυριαρχίας. Το ίδιο ισχύει και στην
Αμερική, όπου υπάρχουν πολλαπλοί κλάδοι
και τομείς-κλειδιά της οικονομίας όπου
απαγορεύονται πωλήσεις σε ξένους ή σε
ξένες εταιρείες, όπως
επίσης απαγορεύεται και ο
επενδυτικός έλεγχος και η συμμετοχή με
ελεγχτικές μετοχές, λόγου χάριν, στους
ακόλουθους τομείς:
γεωργική γή μεγάλης έκτασης,
στρατιωτική βιομηχανία, υψηλή
τεχνολογία ηλεκτρονικών και
τηλεπικοινωνιών, πυρηνική βιομηχανία,
γιγανταία σούπερ κομπιούτερ,
ενεργειακός τομέα κ.ο.κ. Εδώ
βέβαια προκύπτει και το ερώτημα: Το 1996
δεν ψήφισε ο Γιώργος Παπανδρέου, που
ήταν τότε υφυπουργός, μαζί με τον τότε
υπουργό-αφεντικό του στο Υπουργείο
Εξωτερικών, Θόδωρο Πάγκαλο, υπέρ του
διατάγματος, αναγνωρίζοντας τη 14η
Σεπτεμβρίου ως Ημέρα Μνήμης της
Γενοκτονίας του Μικρασιάτικου
Ελληνισμού; Δηλαδή έπρεπε να περάσουνε 5
χρόνια για ν’ αλλάξει γνώμη;
Εν
πάσει περιπτώσει, δεν είχε και τελείως
άδικο ο Γιώργος Παπανδρέου. Γιατί, μετά
από 74 χρόνια και βάλε, μας θυμηθήκανε οι
βουλευτές και άλλοι πολιτικοί μας
παράγοντες να τιμήσουν τη μνήμη της
Καταστροφής του Οθωμανικού Ελληνισμού
του 1922; Τί άραγε
ήταν όλα αυτά τα χρόνια; Και γιατί
αποφασίσανε στα πρόθυρα του 21ου
αιώνα να την αποκαλέσουνε και Γενοκτονία,
ενώ πριν πάντα αναφέρονταν ως η Μεγάλη
Καταστροφή; Ή μάλλον θέλησαν να
μιμηθούν τους Αρμεναίους και τη δική τους
δίκαιη εκστρατεία για αναγνώριση της
Αρμενικής Γενοκτονίας από τις μεγάλες
δυτικές χώρες; Τέλως πάντων... Σημασία,
όμως, τώρα έχει η προώθηση της ανέγερσης
Μουσείου-Μνημείου της Καταστροφής του
Μικρασιατικού και Θρακικού Ελληνισμού.
Καταστροφή μεγάλη βέβαια ήταν, και με
σφαγιές και ξεκληρίσματα οικογενειών
και ολάκερων σογιών. Έτσι θα χρειαστεί
όχι μόνο η επιστράτευση των οργανωμένων
φορέων του απόδημου ελληνισμού αλλά και
των απλών ανοργάνωτων μελών. Επίσης η
Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία και οι
διάφορες ενορίες της πρέπει να
συμμετάσχουν σε αυτό το έργο. Ως
κηδεμόνας του ελληνισμού και της
ιστορικής του κληρονομιάς δεν πρέπει να
μένει η Ορθόδοξη Εκκλησία αδιάφορη ή,
ακόμη χειρότερα, εσωστρεφής στα ουσιώδη
και ζωτικά θέματα και ζητήματα του
ποιμνίου της, όπως και γενικότερα του
Ελληνισμού και της γλώσσας του, που
συνιστά την πεμπτουσία της ταυτότητας
του ίδιου αυτού
ποιμνίου. Δεν
πρέπει να καταφεύγει, όπως είπε ο
διάσημος Γερμανός θεολόγος και
φίλος της Ορθοδοξίας, Ernst
Bentz,
στην απομόνωση της θείας λειτουργίας,
δηλαδή στην εσωστρέφεια,
ολιγωρώντας επίγεια ζητήματα που
αφορόυν το ποίμνιο της. Εδώ
θα είναι, λοιπόν, που θα φανεί αν ο
απόδημος απανταχού ελληνισμός και οι
θελήσεις και η βούληση του πράγματι
μετρούν απέναντι στην ελλαδική
επικράτεια και τις διάφορες κυβερνήσεις
της, ή απλώς αποτελείται από μια άσχετη
πειθήνια και άβουλη οντότητα, που
σέρνεται από τις όποιες πολιτικές
σκοπιμότητες της εκάστοτε κυβέρνησης
και των διαφόρων κυνικών υπουργών και
πολιτικών της, όπου η μουλωχτότητα και η
διπλοπροσωπία - τώρα λέγεται διγλωσσία -
περνούνι για ύψιστη μορφή αρετής
επιτήδειου πολιτικού. Πολλές φορές οι
ίδιοι οι λαοί αξίζουν τη μοίρα τους
καθώς και τους αρχηγούς και υπουργούς
που διαλέγουν ή συναινούν με την απραξία
ή με τη σιγή τους. Σε πείσμα όλων αυτών, ας γίνει
αυτό το πρώτο προβάδισμα μιας δυναμικής
και αυτόνομης στάσης. Ας μη ξεχνάμε οτι
το έτος 2002 είναι
η
80η επέτειος της Μεγάλης
Καταστροφής του Μικρασιάτικου και
Θρακικού Ελληνισμού του 1922. ΠΡΟΤΑΣΗ
Η
14η Σεπτεμβρίου έχει καθιερωθεί από τη
βουλή ως ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗΣ
ΚΑΙ ΘΡΑΚΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ, παρόλο που
ακόμη εκκρεμεί η προεδρική υπογραφή,
έγκριση και επισφράγιση καθιστώντας την
επίσημη. Η καθυστέρηση αυτή είναι και
αδικαιολόγητη και ακατανόητη. Οι
δικαιολογίες, το ότι θα οξύνει τις
τριβές με την Τουρκία, βλάπτοντας ιδίως
τις εν δυνάμει προσπάθειες αυξανόμενων
εμπορικών ευκαιριών Ελλήνων μεγάλων
επιχειρηματιών-επενδυτών σε τούτη τη
χώρα καθώς επίσης του ότι θα πληγώσει τα
πολιτικά αισθήματα
και ευαισθησίες της τουρκικής ελίτ,
είναι απλώς μεγαλοποιημένες. Πρωτ’ απ’
όλα, σε καμιά χώρα δεν πέφτει λόγος στο
πώς μια άλλη χώρα τιμά και θυμάται την
ιστορική μνήμη της. Αυτή η πράξη της
βουλής ούτε αποτελεί
ενθάρρυνση και παρότρυνση μίσους
ούτε διαιώνιση έχθρας ενάντια στους
Τούρκους και την Τουρκία. Όταν
οι εβραίοι ανήγειραν το Μουσείο-Μνημείο
εις μνήμην των θυμάτων του
Ολοκαυτώματος του 1939-45 στα Ιεροσόλυμα, η
ειλικρινώς μεταννοούσα και πολιτισμένη
Γερμανία δεν έφερε καμιά αντίρρηση.
Αντιθέτως, το τίμησε, και οι ίδιοι οι
Γερμανοί πολιτικοί ηγέτες και άλλοι
θέτουν στεφάνια, όταν κάνουν εκεί
επίσημες επισκέψεις. Μη ξεχνάμε ότι
ακόμα και οι εβραϊκές κοινότητες της
διασποράς έχουν χτίσει μουσεία-μνημεία
στη μνήμη των θυμάτων του Ολοκαυτώματος
σε διάφορες πόλεις των χωρών όπου μένουν,
για να μη ξεχαστεί ποτέ αυτό το δείγμα
ανθρώπινης βαρβαρότητας και
μισανθρωπιάς. Ένα μεγαλειώδες και
τεράστιο μουσείο στην Μνήμη του
Εβραϊκού Ολοκαυτώματος και της ιστορίας
και συνεισφοράς των εβραϊκών κοινοτήτων
της Γερμανίας εγκαινιάστηκε στο
Βερολίνο στις 9 Σεπτεμβρίου 2001 από τον
καγκελλάριο (πρωθυπουργό) της Γερμανίας,
Gerhard Schroeder. To μουσείο
αυτό στεγάζεται σ’ ένα νεόχτιστο κτίριο,
το οποίο θεωρείται διεθνώς ως θαύμα
αρχιτεχτονικής. Ακόμη και στην
Ουάσιγκτον, πρωτεύουσα των ΗΠΑ, έχει
χτιστεί ένα μεγάλο μουσείο όπως και στη
πόλη του Χιούστον του Τέξας, καθώς
επίσης και σ’ όλες τις μεγαλουπόλεις
του κόσμου, όπου μένουν μεγάλες εβραϊκές
συνοικίες και κοινότητες. Κανείς, μα
κανείς, δεν αντιτάχθηκε σ’ αυτό το έργο
τους, ούτε ήγειραν οι χώρες αυτές ζήτημα
του ότι ζημιώνονται οι σχέσεις τους με
τους Γερμανούς ούτε ακόμη του ότι
σπέρνουν μίσος και έχθρα εναντίον τών
Γερμανών. Κατ’
αρχήν, η Ημέρα Μνήμης της
Μικρασιατικής Κατατστροφής
πρέπει να κάνει μνεία για όλα τα τρία
αποτελούμενα μέρη του οθωμανικού
Ελληνισμού που υπέστησαν την
ολοκληρωτική Καταστροφή, δηλαδή, οχι
μόνο για τον Ιώνιο και Ποντιακό
Ελληνισμό αλλά και για τον Θρακικό
Ελληνισμό. Πρέπει απαραίτητα να γίνει
μνεία και αναφορά για τους 500.000
Θρακιώτες πρόσφυγες, που διώχτηκαν από
την Ανατολική Θράκη με την ανταλλαγή
πληθυσμών του 1923, και οι οποίοι όντως
αποτέλεσαν το ένα τρίτο (1/3) του
συνολικού ανταλλάξιμου ελληνικού
στοιχείου. Πρωτίστως,
αναγκαίο είναι να τιμηθεί αυτή η ημέρα
με ευπρεπώς και τίμια με ανέγερση στην
Αθήνα ενός αξιοπρεπούς Μουσείου-Μνημείου
σ’ ένα καλοσχεδιασμένο και σύγχρονο
πάρκο για τη Μνήμη της Καταστροφής του
Ποντιακού, Ιωνικού και Θρακικού
Ελληνισμού. Το μουσείο-μνημείο
αυτό θα πρέπει
να κατέχει αίθουσες οπτοακουστικών για
προβολή ειδικών ιστορικών και
ανθρωπολογικών ταινίων και ντοκιμαντέρ
γύρω από τον προαναφερόμενο ελληνισμό,
καθώς και τόπο για μουσικές εκδηλώσεις,
χορούς, διαλέξεις και διεθνή συμπόσια
και σεμινάρια επί συναφών ζητημάτων του
αυτού οθωμανικού ελληνισμού, καθώς
επίσης εκθέσεις παραδοσιακών ενδυμάτων,
φωτογραφιών της εποχής, κτλ. Αλλά,
πρώτ’ απ’ όλα, πρέπει νά’ ναι μουσείο
νέου τύπου, σύγχρονο και με τη νέα «interactive» (αλληλεπίδραση), με την κοινή και
ζωντανή μέθοδο προβολής και παρουσίασης,
όπου οι εκθέσεις φέρνουν στη ζωντάνια το
εξαφανισμένο κόσμο αυτών των
ελληνισμών, και όπου θα
αναπαραστάνεται η παρελθούσα ζωή και η
τραγωδία διαμέσου των διαφόρων εκθέσεων.
Έτσι, να προβάλλεται η ιστορία του
Πόντου, της Ιωνίας και της Θράκης από την
εποχή των αρχαιοτάτων χρόνων ίσαμε την Καταστροφή,
καθώς και προβολή ειδικών εκθέσεων των
πόλεων, κωμοπόλεων και χωριών απ’ όπου
κατάγονταν οι πρόσφυγες. Μ’
αυτόν τον τρόπο να δοθεί επίσης έμφαση
και στη συνεισφορά τούτου του
αφανισμένου Ελληνισμού και τις
πατροπαράδοτες εστίες του στον ελληνικό
και δυτικό πολιτισμό (αρχαίοι φιλόσοφοι,
ποιητές, επιστήμονες, πατέρες της
Εκκλησίας, του βυζαντινού πολιτισμού
καθώς και οι συνεισφορές στο νεότερο
ελληνισμό και την παλιγγενεσία του, λ.χ.
δάσκαλοι, έμποροι, πολιτικοί ηγέτες κ.ο.κ.).
Βέβαια, όμως, το μεγαλύτερο μέρος του
μουσείου θα πρέπει να
παρουσιάζει τη ζωή και τη συνεισφορά του
μικρασιατικού και θρακικού
Ελληνισμού κατά την περίοδο της
τουρκοκρατίας, ιδίως του 18ου και
του 19ου αιώνα ίσαμε τις σφαγιές
και τον τελικό ξερριζωμό του κατά το
πρώτο τέταρτο
του 20ου αιώνα. Συν
τοις άλλοις, οι εκθέσεις πρέπει να
παρουσιάζουν τη καθημερινή ζωή σε
εκθέσεις αναπαράστασης εσωτερικών
δωματιών και τόπων εργασίας (παραδείγματως
χάριν, τσαγγάρικο, γεωργία, ψάρεμα κ.ο.κ.)
με αυθεντικά αντικείμενα και κειμήλια
δοσμένα από απόγονους προσφύγων. Έτσι
θα χρειαστεί η αναπαράσταση τριών
αντίστοιχων εκθέσεων-δωματιών, με
μανεκέν στολισμένα σε παραδοσιακές
στολές, ένα για την αναπαράσταση σπιτιού
του Πόντου, το άλλο για την Ιωνία και το
τρίτο για τη Θράκη. Η κάθε παρουσία
έκθεσης μπορεί να παρέχει ακουστική (audio) μαγνητοταινία, όπου θα εξιστορούνται
ιστορίες και έργα στη καθεμιά από τις
τρεις διαλέκτους. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα
γίνουν γνωστές διάπλατα στο ευρύτερο
κοινό οι γιορτές, τα ήθη και έθη τούτου
του εξαφανισμένου ελληνισμού. Γι’αυτόν
το σκοπό, λοιπόν, θα χρειαστεί να
χτιστούν δύο τέτοια μουσεία-μνημεία,
ένα στην Αθήνα σε επιβλητικό, κεντρικό
μέρος προσπελάσιμο στο κοινό, κι ένα
άλλο στη συμπρωτεύουσα, τη Θεσσαλονίκη.
Σημιωτέον ότι η συντριπτική
πλειονότητα των Ελλήνων στη Μακεδονία
και τη Δυτική Θράκη αποτελείται από
απόγονους προσφύγων Ανατολικής Θράκης,
Πόντου και Ιωνίας, που εγκαταστάθηκαν
εκεί το 1922-23. Έτσι,
και στα δύο αυτά μουσεία θα
τελούνται και οι επίσημες τελετές από
διάφορους παράγοντες της επικράτειας (πρόεδρο,
πρωθυπουργό, δήμαρχο, πολιτικούς ηγέτες
κομμάτων, αρχιεπίσκοπο Ελλάδας,
κληρικούς, ανθρώπους της τέχνης και της
διανόησης κ.τ.λ.] καθώς επίσης και από
απλούς πολίτες μνημονεύοντας την Ημέρα
Μνήμης της Καταστροφής του Μικρασιάτικου
και Θρακικού Ελληνισμού στις 14
Σεπτεμβρίου, η ημέρα που καθορίστηκε
από τη βουλή. Παράλληλα,
η κυβέρνηση να παροτρύνει τις τοπικές
επαρχιακές διοικήσεις και δημαρχεία να
ιδρύσουν μικρά τοπικά τέτοια μουσεία ή
οίκους στις κωμοπόλεις και πόλεις της
Μακεδονίας και δυτικής Θράκης, αφού το
μεγαλύτερο μέρος του εκεί πληθυσμού
κατάγεται από το διωγμένο οθωμανικό
ελληνισμό. Προφανώς
εκεί θα εκτελούνται και οι επίσημες
τελετές και εκδηλώσεις. Ωστόσο, τούτα τα
μελλοντικά μικρά τοπικά μουσεία θα
εστιάζονται κυρίως στην προβολή και
έκθεση των διαφόρων τόπων και χωριών,
από όπου κατάγονταν οι πρώτοι πρόσφυγες.
Έτσι, θα είναι αναγκαία η εξερεύνηση των
τόπων, πόλεων, χωριών απ’ όπου ήρθε αυτή
η προσφυγιά και μ’ αυτόν τον τρόπο
τα μουσεία ή οι οίκοι αυτοί θα
αναπαριστάνουν αυτά τα μέρη προέλευσης,
καθιστώντας τα πιο απτά
και με άμεση σχετικότητα
και δέσμευση με την ιστορία του
τόπου. Η
ίδρυση αυτών των δύο μουσείων-μνημείων,
ένα στην Αθήνα και το άλλο στή
Θεσσαλονίκη, θα βοηθήσει να διαιωνιστεί
έμπρακτα η ιστορική μνήμη και εμπειρία
του εξαφανισμένου Ελληνισμού,
εφόσον στη διάρκεια του χρόνου θα
εκτελούνται εκδρομές και περιηγήσεις-μάθησης
για τα παιδιά των δημοτικών σχολείων,
γυμνασίων και λυκείων. Οι εκδρομές αυτές
θα εξυπηρετούν και θα συμπληρώνουν τη
διδασκαλία και μάθηση αυτής της
ιστορίας και αυτό θα γίνεται ανάλογα με
την ηλικία και το πνευματικό επίπεδο των
μαθητών και φοιτητών, μετατρέποντάς
έτσι τα μουσεία και σε κέντρα μάθησης
και έρευνας. Ακόμη,
και στη διάρκεια της χρονιάς της
Ολυμπιάδας του 2004 να δείξουμε με
πολιτισμένο τρόπο στους ξένους
επίσημους επισκέπτες, καθώς και στους
απλούς τουρίστες, τούτο το θλιβερό
κεφάλαιο της ιστορίας μας. Έτσι, και θα
καθιερωθεί υποχρεωτική και για τον κάθε
επίσημο επισκέπτη ή κεφαλή ξένης
κυβέρνησης (βουλευτές ξένων
κοινοβουλίων, αμερικανικό Κογκρέσο κ.ο.κ.)
η επίσκεψη και η τοποθέτηση στεφάνου στο
Μουσείο-Μνημείο, έτσι ώστε να
τιμάται η μνήμη του χαμένου από σφαγιές
και διωγμούς Ελληνισμού. Τα
μουσεία αυτά, που θα βρίσκονται στην
Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, πρέπει να
δημοσιεύονται και στους τουριστικούς
καταλόγους και οδηγούς, προωθώντας έτσι
και παροτρύνοντας μια επίσκεψη στο μουσείο-μνημείο
για τους ξένους επισκέπτες, ώστε να
εξοικειωθούν και αυτοί με τούτη την
άγνωστη γι’ αυτούς τραγωδία του
Ελληνισμού. Πρωτίστως
αναγκαίο θα είναι να αφήσουμε τα ίδια τα
ιστορικά γεγονότα να μαρτυρήσουν γι’
αυτή τη Καταστροφή, να παpουσιάζεται
η ίδια η ιστορία με σοβαρούς και
χαμηλούς τόνους, και όλο αυτά μόνο με
αντικειμενικά και τεκμηριωμένα
στοιχεία και δεδομένα. Εδώ δεν χωράνε,
ούτε και χρειάζονται, μεροληπτικά
σχόλια, υπερβολές, συναισθηματικά
ρητορικά επίθετα και τονισμένο ύφος
στην παρουσίαση. Μ’
αυτό τον τρόπο ο ίδιος ο ελληνικός λαός,
όχι μόνο μορφώνεται για τις ρίζες του,
αλλά και επιδεικνύει το ότι ποτέ δεν
λησμονεί τη Καταστροφή του Ποντιακού,
Ιωνικού και Θρακικού Ελληνισμού, που
σήμερα έχει ενσωματωθεί και συγχωνευτεί
ακέραια, διαλυτικά και αναπόσπαστα στον
ελλαδικό εθνικό κορμό. Ας μη ξεχνάμε, εν
τούτοις, το ότι σήμερα το ένα τέταρτο (1/4)
ίσαμε το ένα τρίτο (1/3) του συνολικού
ελληνικού λαού κατάγεται από πρόσφυγες
μικρασιατικής και θρακικής προέλευσης.
Έτσι, η ιστορική αυτή μνήμη
της Καταστροφής διαιωνίζεται όσο το
ίδιο αυτό το έθνος, που λέγεται ελληνικό,
θα υπάρχει. Επομένως,
ο σημερινός ελληνισμός δεν περικλείεται
ούτε περιορίζεται μόνο στα υφιστάμενα
όρια του ελληνικού κράτους, αλλά
περικλείεται από την κληρονομιά, τα
κατορθώματα και τα λαμπρά επιτεύγματα
ανδρών και γυναικών του όλου φάσματος
της ελληνικής ιστορίας, από την πρώτη
εμφάνιση διάσπαρτων φυλετικών ομάδων
και, στη συνέχεια, στη συγχώνευση τους σε
πόλεις-κράτη και συμμαχίες με αίσθημα
κοινής γλωσσικής και πολιτισμικής
οντότητας, περνώντας αργότερα από την
ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή στο
Βυζάντιο και κατόπιν, στα δεινά και
μαρτύρια της οθωμανικής υποδούλωσης,
καταλήγοντας στην παλιγγενεσία του το
1832 με τη δημιουργία νεοσύστατου
νεότερου ελληνικού κράτους. Ο 20ός αιώνας,
όμως, εγκαινίασε και τον αιματηρό
ακρωτηριασμό και αφανισμό
του Ελληνισμού της Θράκης, της
Ιωνίας του
Πόντου, και της βορείου Κύπρου. Συνεπώς,
στο κοντινό μέλλον, θα πρέπει να
παρουσιαστούν στο Μουσείο-Μνημείο, και η
ιστορία και η παράδοση των
Βορειοηπειρωτών και αυτής της βόρειας
Κύπρου. Αυτές οι δύο εστίες έρχονται να
προστεθούν στον αφανιζομένο Ελληνισμό
εφόσον, στην περίπτωση των
Βορειοηπειρωτών, η μαζική ροή
μετανάστευσης προς την Ελλάδα έχει
σχεδόν αδειάσει και συρρικνώσει το εκεί
ελληνικό στοιχείο από 60.000 σε 10.000-15.000
άτομα, από τους οποίους οι περισσότεροι
είτε είναι πολύ ηλικιωμένοι είτε
προέρχονται από μικτές αλβανοελληνικές
αφομοιωμένες οικογένειες. Όπως ήδη
έχουν επισημάνει δυτικοί αναλυτές και
σύμβουλοι εξωτερικών υπουργείων, ιδίως
Ιταλοί, ‘Αγγλοι και Αμερικανοί, το
ελληνικό στοιχείο βρίσκεται στα πρόθυρα
του βιολογικού του εξαφανισμού.
Πράγματι, ήδη ραγδαία
κλείνει το φύλλο αυτού του κεφαλαίου. Το
ίδιο συμβαίνει και στην
Κωνσταντινούπολη, όπου μόνο 500 με 1.000
άτομα ελληνικής καταγωγής έχουν μείνει.
Το ορθόδοξο εκεί στοιχείο σήμερα
αποτελείται από 20.000 πρόσφατους
κατοίκους από τη Ρωσία, Ουκρανία,
Ρουμανία και Βουλγαρία, που κατοικούν
κυρίως στη συνοικία Γαλατά, και
από το οποίο τα τρία τέταρτα (3/4)
είναι γυναίκες. Όσον αφορά τη βόρεια
Κύπρο, και εκεί έχει σβήσει ο ντόπιος
Ελληνισμός και για τούτο το λόγο θα
πρέπει, σε βραχυπρόσθεσμο μέλλον, να
προστεθεί κι’ αυτός ο Ελληνισμός στο
μουσείο με τα δικά του εκθέματα και
εκθέσεις. Οι
σημερινές διαβουλεύσεις, ακόμη και με
την προσδοκία κυπριακής ένταξης στην
Ευρωπαϊκή Ένωση, μάλλον και κατά πάσαν
πιθανότητα, το 2004 (χρονιά της Ολυμπιάδας
στην Ελλάδα) ή το πολύ-πολύ το 2005,
αποβλέπουν σε απλώς και μόνο πιέσεις και
διαπραγματεύσεις, πράγματι, παζαρέματα
για ποσοστά επιστροφής κατεχόμενων
εδαφών. Κοντολογής, οι σκληρές εκ του
σύγγενυς διακοινοτικές συζητήσεις
σκοπεύουν στη μείωση από το σημερινό 37%
τουρκοκατεχόμενων εδαφών σε μεταξύ 30%
και 32% σε ένα χαλαρό ομόσπονδο, πράγματι
συνομόσπονδο, κυπριακό κράτος. Ακόμη,
στις εντεταμένες διαπραγματεύσεις του
καλοκαιριού του 1992 μεταξύ Βασιλείου και
Ντενκτάς υπό την αιγίδα του προέδρου του
ΟΗΕ, Boutros
Ghali,
η ελληνοκυπριακή πλευρά ήταν έτοιμη να
δεχτεί το 28% του εδάφους υπό
τουρκοκυπριακό έλεγχο, όμως ο Ντενκτάς
επέμεινε στο 29% (μια μονάδα διαφορά) και
συνεπώς κατέρρευσαν οι συνομιλίες. Ήδη
από το 1974 ο Bulent
Ecevit
πρότεινε την επιστροφή της Αμμοχώστου,
εφόσον θα περίκλειε την επιστροφή
μεγάλου μεριδίου Κυπραίων προσφύγων.
Έτσι, μαζί με την πλήρη ή εν μέρει
επιστροφή της Μόρφου (η επιστροφή της
οποίας είχε συμφωνηθεί ακόμα και το 1992)
θα αφήσει τους υπόλοιπους
Ελληνοκύπριους πρόσφυγες να
αποζημιωθούν με εκτιμήσεις και τιμές
του 1974. Όσον αφορά την Κυρήνεια και τη
γόνιμη γεωργική πεδιάδα, ούτε η
παραμικρή συζήτηση γίνεται. Προφανώς, τα
ορυχεία και οι προσοδοφόρες γόνιμες
πεδιάδες δεν περικλείονται στην
πραγματικότητα, εκτός μόνον τυπικά, στις
διαβουλεύσεις. Ούτε η ΕΕ δεν εμπλέκεται,
εφόσον η ίδια η Ελλάδα και η ΕΕ
ανταγωνίζονται και οι δύο να
διεισδύσουν οικονομικά σε επενδύσεις
και εξαγορές στις εν δυνάμει κερδοφόρες
και επικείμενες ιδιωτικοποιήσεις (αποκρατικοποιήσεις)
στην Τουρκία, οι οποίες υποβάλλονται ως
όροι τελικής τουρκικής ένταξης στην ΕΕ. Εν
κατακλείδι, τα δύο αυτά Μουσεία-Μνημεία
στην Αθήνα και στή Θεσσαλονίκη θα
αποτελέσουν έμπραχτα την τίμια και άξια
υλοποίηση και μνημόνευση της ΗΜΕΡΑΣ
ΜΝΗΜΗΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ ΤΟΥ
ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΘΡΑΚΙΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ.
Έτσι, η Ελλάδα, η κυβέρνηση της, η
επικράτεια, όλα τα πολιτικά κόμματα
καθώς και ο ίδιος ο ελληνισμός και η
διασπορά του πρέπει να δείξουν στον
κόσμο, ότι η Ελλάδα δεν υφίσταται μια
χοντροκομμένη και αμόρφωτη βαλκανική
χώρα, αλλά είναι μια πεφωτισμένη,
σύγχρονη ευρωπαϊκή κοινωνία,
εμπνευσμένη από τα καθολικά ιδεώδη του
αρχαίου ελληνικού και βυζαντινού
ουμανισμού, και η οποία παραμένει πιστά
ο λαμπαδηφόρος και ο θησαυροφύλακας του
ό,τι καλό έχει να προσφέρει και να
διαδόσει ο Ελληνισμός και ο πολιτισμός
του στην ανθρωπιά. Διότι μια χώρα κι’
ένα έθνος που δεν τιμά και θυμάται άξια
τη νεότερη ιστορική του μνήμη και
εμπειρία, καταδικάζεται μόνο του
σε σύγχρονη ιστορική έλλειψη
σχετικότητας και ασημαντοσύνη, αν όχι
και ιστορική λήθη. |