Τί
πήραμε και τί πήρανε
Του
Νίκου Α. Τούλιου Πώς
διαμορφώνονται οι σχέσεις Αθήνας-Τουρκίας-ΗΠΑ-ΕΕ
μετά τις επισκέψεις Σημίτη και Ετζεβίτ
στις ΗΠΑ.
Οι σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας, όπως
και η πολιτική που θα ακολουθηθεί το
επόμενο διάστημα, έχουν καθορισθεί
πλήρως και με σαφήνεια μετά τις
διαδοχικές επισκέψεις του Κώστα Σημίτη
και Ετζεβίτ στην Ουάσιγκτον 1.
Βασική επισήμανση είναι ότι το
σκαληνό τρίγωνο Αθήνας-Άγκυρας-Ουάσιγκτον
ζει και βασιλεύει, ενώ η Ευρώπη
παραμένει μια βασική μεταβλητή. Για την
Ουάσιγκτον η Ελλάδα παραμένει μια πιστή
και χρήσιμη σύμμαχος, ενώ η Άγκυρα
αναβαθμίζεται σε «χώρα μοντέλο» για το
Αφγανιστάν και τον υπόλοιπο
μουσουλμανικό κόσμο, καθώς η «Τουρκία
είναι κοσμικό κράτος και δεν επιτρέπει
την ανάμιξη της θρησκείας στην άσκηση
της πολιτικής». Γι’ αυτό και αφήνει
ανοικτό – έστω και για τις εντυπώσεις –
το ενδεχόμενο να ηγηθεί η Τουρκία της
πολυεθνικής δύναμης στο Αφγανιστάν. 2.
Οι ΗΠΑ δείχνουν πρόθυρες να «ξελασπώσουν»
οικονομικά την Τουρκία με δάνεια από την
Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές
Νομισματικό Ταμείο, ενώ ανοίγουν το
δρόμο για παραγραφή στρατιωτικών χρεών
ύψους 55 δισ. δολαρίων. 3.
Φαίνεται ότι είναι ψιλά γράμματα για
την Ουάσιγκτον η βασική διαφορά της
Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Τουρκία για τα
ανθρώπινα δικαιώματα και την ανάμιξη
του στρατού στην άσκηση της πολιτικής…
Ο πρόεδρος Μπους τόνισε στον
πρωθυπουργό την αναγκαιότητα να
συνεχιστεί η ευρωπαϊκή πορεία της
Τουρκίας και του υπενθύμισε σαφώς τις
ανειλημμένες υποχρεώσεις του στην
πολιτική ύφεσης. 4.
Όπως υποστήριξε ο Μπουλέντ Ετζεβίτ,
ο Αμερικανός πρόεδρος συμφώνησε στην
προώθηση του διμερούς διαλόγου Αθήνας
και Άγκυρας. Ως εκ τούτου Ελλάδα και
Τουρκία επαναφέρουν στο επίκεντρο του
λεξιλογίου τους και της πολιτικής τους
το ακανθώδες θέμα του διαλόγου. Μόλις
πριν λίγες μέρες το ελληνικό υπουργικό
συμβούλιο συμφώνησε στην ανάγκη
αναβαθμισμένου διαλόγου με την Τουρκία.
Ο Τούρκος πρωθυπουργός αντιστοίχως
χρησιμοποίησε τον άγνωστο μέχρι τώρα
όρο «πολιτικό συμβιβασμό» στο Αιγαίο.
Είναι προφανές ότι και οι δύο χώρες θα
επιχειρήσουν να επιδείξουν καλή διάθεση
ως προς τον απευθείας διάλογό τους για
τις διαφορές στο Αιγαίο. 5.
Η ελληνική κυβέρνηση θα επιχειρήσει
άλμα προς τα εμπρός, δηλώνοντας έτοιμη
να «εμβαθύνει» το διάλογο με την Τουρκία,
επικαλούμενη τις αποφάσεις του Ελσίνκι,
που καλούν τις υποψήφιες χώρες να λύσουν
τα συνοριακά και άλλα εκκρεμή ζητήματα
με διάλογο, διαφορετικά να προσφύγουν
στο Δικαστήριο της Χάγης, πριν από το
Συμβούλιο του 2004. ·
Έτσι, επιδιώκοντας να κερδίσει τις πρώτες
εντυπώσεις, η Αθήνα ανοίγει τον ασκό του
Αιόλου, αφήνοντας να εννοηθεί ότι το
θέμα διαπραγμάτευσης είναι τα 12 ναυτικά
μίλια και προσδοκώντας ότι το θέμα θα
φτάσει στη Χάγη. ·
Λίγες μόνον ώρες αργότερα ο Ετζεβίτ, από
την Ουάσιγκτον, απορρίπτει την
προοπτική της Χάγης, επιμένοντας ότι το
πρόβλημα είναι πολιτικό και όχι νομικό,
υπενθυμίζοντας ότι Ελλάδα και Τουρκία
έχουν «ισότιμα δικαιώματα» στο Αιγαίο (παραπέμποντας
προφανώς στην ξεχασμένη για την ώρα
Συμφωνία της Μαδρίτης). ·
Ο πρωθυπουργός της Τουρκίας, επιμένοντας
στον «πολιτικό συμβιβασμό» στο Αιγαίο,
εισήγαγε ευθέως τη θέση του περί
επαναπροσδιορισμού όλων των συνθηκών
που διέπουν το status
quo στο Αιγαίο τονίζοντας: «Το
Αιγαίο πρέπει να επαναπροσδιοριστεί εν
όψει μεταβαλλόμενων καταστάσεων και
νόμων που αλλάζουν. Πρέπει να
συζητήσουμε αναγκαιότητες στο Αιγαίο…
με λύση που δεν θα δημοσιοποιηθεί…». Είναι
προφανές, λοιπόν, ότι η νέα παρτίδα
πολιτικού διμερούς διαλόγου Αθήνας-Άγκυρας
έχει ήδη αρχίσει, με την προτροπή, αν όχι
την εποπτεία της Ουάσιγκτον.
Η κυβέρνηση Σημίτη, επιχειρώντας να
σπάσει τα ταμπού του παρελθόντος σε ό,τι
αφορά το διάλογο με την Τουρκία, δηλώνει
άνετη και ισχυρή να μπει σε διάλογο,
κρατώντας, για την ώρα τουλάχιστον, το
πλαίσιο των αρχών του διεθνούς δικαίου.
Η Άγκυρα, πιο μοντέρνα σε αντιλήψεις
για ρυθμίσεις εκτός πλαισίου διεθνούς
δικαίου (σε πλήρη αρμονία με την
τρέχουσα πολιτική των ΗΠΑ, που ρυθμίζει
πλέον και δημιουργεί η ίδια κανόνες και
αρχές), επιμένει σε «επαναπροσδιορισμό»
του status quo
στο Αιγαίο.
Το πλέον σίγουρο είναι ότι η
ελληνική κυβέρνηση θα προχωρήσει
οικειοθελώς σε πολιτικό διάλογο με την
Άγκυρα, με κάλυψη τις δεσμεύσεις της από
το Ελσίνκι. Τα όρια αυτού του δύσκολου
και ασαφούς διαλόγου, όμως, δεν
προσδιορίζονται από τα πιθανά σημεία
σύγκλισης ή απόκλισης αλλά από τις
επερχόμενες εκλογές! |