|
«Αυτά
τα φύλλα» Του Γιάννη Χ. Κουριαννίδη Πάψαμε προ πολλού ν’
αναρωτιόμαστε μήπως και αν και ίσως. Σιγουρευτήκαμε. Αν αυτά τα ανεμόφυλλα δεν τα
μαζέψουμε εμείς, θα σωρευθούν και θα μας
θάψουν. Τα βλέπουμε πεσμένα κάτω και τα
πατούμε, ξεχνώντας πως κάποτε τα
θαυμάζαμε για τη στιλπνότητά τους, που
μας γέμιζε θαυμασμό και μας ευφρόσυνε
την ψυχή. Σαπίζουν και στρέφουμε
αηδιασμένοι αλλού το βλέμμα,
λησμονώντας ότι κάποτε δεν χορταίναμε
να βλέπουμε το λαμπύρισμά τους στον ήλιο. Βλέπουμε την αδυναμία τους στο
δυνατό αγέρι που τα παρασέρνει, τα χτυπά
και τα στοιβάζει σε αδύναμη και άβουλη
μάζα. Και δεν θυμόμαστε πως κάποτε,
σφριγηλά και γαντζωμένα πάνω στον κορμό
και στα κλαδιά, επέμεναν να
αντιστέκονται στις θύελλες και στις
μπόρες. Βιώνουμε απελπισμένα το
φθινόπωρο του περίγυρού μας, χωρίς να
συνειδητοποιούμε την άνοιξη, που θάλλει
βαθιά στην ψυχή μας. Ναι, αυτά τα φύλλα του
φθινόπωρου εμείς πρέπει να τα μαζέψουμε,
επειδή συμβολίζουν τη νιότη της ψυχής
μας. Γιατί ανήκουν στην άνοιξη που
χάσαμε. Γιατί πρέπει να σώσουμε όσα
απέμειναν πάνω στο δένδρο. Πού ακούστηκε αειθαλές δένδρο
να ρίχνει τα φύλλα του; Μόνον όταν
ξεραίνεται. Και αυτό το δένδρο, που λέγεται
Ελλάδα, δεν ξεράθηκε ακόμη και ούτε
πρόκειται να το αφήσουμε να ξεραθεί. Ακόμη και σήμερα μπορεί να
σωθεί. Ίσως αύριο θα είναι πια πολύ
αργά, σήμερα όμως σώζεται… Αναδημοσίευση
από το περιοδικό της Αλεξανδρούπολης «Ενδοχώρα»,
τεύχος 78.
|