Αριστοτέλης, Επίκουρος και Γαλιλαίος

Περί της βαρύτητας

 

Του Γεράσιμου Καζανά

 

            Στην εγκυκλοπαίδια Grand Larousse, στον 7ο τόμο και στο θέμα «Μηχανική» αναγράφεται πως ο Ιταλός μαθηματικός, φυσικός και αστρονόμος Γαλιλαίος «διατύπωσε πρώτος ότι η ταχύτητα πτώσης ενός σώματος είναι ανεξάρτητη από τη μάζα του». Και συνεχίζει πως «ο Γαλιλαίος (1564-1642) εισήγαγε πολλές από τις θεμελιώδεις έννοιες της δυναμικής, οι οποίες διατυπώθηκαν με μαθηματικούς νόμους από τον Άγγλο μαθηματικό Ισαάκ Νεύτωνα (1642-1727) στο έργο του «Αρχές», που δημοσιεύθηκε το 1687».

Η συμβολή του Γαλιλαίου στη φυσική και αστρονομία είναι αναμφισβήτητη, όταν μάλιστα συνδέεται η επιστημονική του γνώμη για το ηλιοκεντρικό σύστημα, που διατυπώθηκε το πρώτον από τους Ορφικούς - «Χρυσολύρη (ήλιε) κόσμου τον εναρμόνιον δρόμον έλκων» 1 – και παραπέμφθηκε σε δίκη από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Καθώς επίσης αδιαμφισβήτητη είναι η συμβολή και του Νεύτωνα. Όμως η ιστορική αλήθεια πρέπει σε κάθε περίπτωση να αποκαθίσταται.

            Έτσι ο Επίκουρος (341-270 π.Χ.) διατύπωσε την αρχή της βαρύτητας λέγοντας: «Ακόμη είναι αναγκαίο τα άτομα να έχουν ίση ταχύτητα, όταν μετακινούνται διαμέσου του κενού, εφόσον τίποτε δεν αντιστέκεται. Γιατί ούτε τα βαριά θα κινηθούν γρηγορότερα των μικρών και των ελαφρών, όταν τίποτε δεν συναντούν αυτά, ούτε τα μικρά των μεγάλων, όσο κι αν έχουν σύμμετρο πέρασμα, όταν και σ’ εκείνα δεν αντιστέκεται κανένα εμπόδιο». Και μην και ισοταχείς αναγκαίον τας ατόμους είναι, όταν διά του κενού εισφέρονται μηδενός αντικόπτοντος, ούτε γαρ τα βαρέα θάττον οισθήσεται των μικρών και κούφων, όταν γε δη μηδέν άπαντα αυτοίς. Ούτε τα μικρά των μεγάλων, πάντα πόρον σύμμετρον έχοντα, όταν μηθέν μηδέ εκείνοις αντικόπτη», Επίκουρος προς Ηρόδοτον 61).

            Βεβαίως, για να καταλήξει ο Επίκουρος σ’ αυτή τη θαυμάσια επιστημονική ολοκλήρωση περί βαρύτητας προϋπήρξε μεγάλη και μακροχρόνια προετοιμασία περί του κενού και των ατόμων. Ο Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.) καταγράφει τόσο τις απόψεις των παλαιοτέρων, του Δημόκριτου (γεννήθηκε το 470 π.Χ.) και του Λεύκιππου (ε΄αι. π.Χ.), όσο και του ίδιου για το κενό και την κίνηση των ατόμων, ως εξής:

            «Κι αν το παν δεν είναι συνεχές, αλλ’ όπως λέει Δημόκριτος και Λεύκιππος διαχωρισμένο στο κενό, είναι ανάγκη πάντα να έχουν μια κίνηση. Γιατί διαχωρίζονται μεν από το σχήμα, η δε φύση τους λέγουν πως είναι μία, όπως αν ήταν το καθένα από χρυσό διαχωρισμένο. Αυτών δε, όπως λέμε, είναι αναγκαίο να έχουν την ίδια κίνηση, γιατί όπου ένας σβώλος κινείται και ολόκληρη η γη κινείται, και ακόμη στον ίδιο τόπο συμβαίνει με μια μεγάλη φωτιά κι ένα σπινθήρα. Ώστε ούτε ελαφρό απλά κανένα από τα σώματα δεν είναι, αν τα πάντα έχουν βάρος. Αν δε ελαφρότητα, βαρύ κανένα» Ει δε μη συνεχές παν, αλλ’ ώσπερ λέγει Δημόκριτος και Λεύκιππος, διωρισμένος τω κενώ, μίαν αναγκαίον είναι πάντων την κίνησιν. Διώρισται μεν γαρ τοις σχήμασιν. Την δε φήσιν φασίν αυτών είναι μίαν, ώσπερ αν ει χρυσός έκαστον είη κεχωρισμένος. Τούτω δε καθάπερ λέγομεν, αναγκαίον είναι την αυτήν κίνησιν. Όπου γαρ μία βώλος, και η σύμπασα γη φέρεται, και τότε παν πυρ και σπινθήρ εις τον αυτόν τόπον. Ωστ’ ούτε κούφον απλώς ουθέν έσται των σωμάτων, ει παντ’ έχει βάρος. Ει δε κουφότητα, βαρύ ουδέν», Αριστοτέλους, Περί Ουρανού 275b30, 276).

            Διαγράψαμε τη διαχρονική πορεία της επιστημονικής σύλληψης του νόμου της βαρύτητας για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας, όπως έχουμε όλοι μας καθήκον να κάνουμε, όταν διαπιστώνουμε ιστορικές ανακρίβειες.

 

Σημείωση:

1 – Ορφικά: Ύμνος Ηλίου VII

 

Το ηλιοκεντρικό σύστημα

 

            Τα σχολικά μας βιβλία δεν μας βοηθούν να γνωρίζουμε την ιστορία του ηλιοκεντρικού συστήματος. Έτσι οι περισσότεροι νομίζουν ότι το ηλιοκεντρικό σύστημα διατύπωσε ο Κοπέρνικος.

            Βεβαίως ο Κοπέρνικος καθιέρωσε με τη συνδρομή του Κέπλερ, του Νεύτωνα και του Γαλιλαίου το ηλιοκεντρικό σύστημα στη νεότερη ιστορία.

            Όμως, και από τις σημειώσεις, που βρέθηκαν στα χαρτιά του, είναι γνωστό ότι στηρίχθηκε στον Αρίσταρχο το Σάμιο. Αλλά η ιστορία της ανθρωπότητας δεν είναι μόνον η νεότερη ιστορία της Αναγέννησης. Υπάρχει και η Αρχαιότητα πριν από τον σκοτεινό Μεσαίωνα. Έτσι η ιστορία του ηλιοκεντρικού συστήματος ξεκινά από τους Ορφικούς (11.835 π.Χ.):

            «Ήλιε (χρυσολύρη) κόσμου τον εναρμόνιον δρόμον έλκων».

            Κατόπιν έρχονται οι Πυθαγόρειοι (580 π.Χ.), καθώς αναφέρει ο Αριστοτέλης (Περί Ουρανού, Χ 111, 21):

            «Επί μεν γαρ του μέσου Πυρ είναι φασι, την δε Γην εν τω άστρων ούσαν, κύκλω φερομένην περί το μέσον νύκτα και ημέραν ποιείν». Και προσθέτει π Αριστοτέλης (Περί Ουρανού, Χ 111, 27):

            «Και πολλοί άλλοι συμφωνούν με εκείνους (τους Πυθαγόρειους), ότι δεν πρέπει ν’ αποδώσουν το κέντρο του σύμπαντος στη Γη. Και την απόδειξη δεν την εξάγουν από τα φαινόμενα, αλλά από συλλογισμούς. Γιατί νομίζουν ότι για το ακριβό σώμα αρμόζει ακριβότερος χώρος και το Πυρ είναι ακριβότερο της Γης. Και το όριο του ενδιάμεσου και το έσχατον και το μέσον είναι όρια. Ώστε με αυτή τη συλλογιστική δεν νομίζουν ότι στο μέσο του σύμπαντος βρίσκεται η Γη, αλλά το Πυρ» (Πολλοίς δ’ αν και ετέροις συνδόξειε, μη δειν τη Γη και τη του μέσου χώραν αποδιδόναι, το πιστόν ουκ εκ των φαινομένων αθρούσιν, αλλά μάλλον εκ των λόγων. Τω γαρ τιμιωτάτω οίονται προσήκειν την τιμιωτάτην υπάρχειν χώραν, είναι δε Πυρ μεν Γης τιμιώτερον, το δε πέρας του μεταξύ, το δ’ έσχατον και το μέσον πέρας, ώστ’ εκ τούτων αναλογιζόμενοι ουκ οίονται επί του μέσου της σφαίρας κείσθαι αυτήν, αλλά μάλλον το Πυρ»).

            Μετά έρχεται ο Αρίσταρχος ο Σάμιος (310-230 π.Χ.):

            «Ταν δε Γαν περιφέρεσθαι περί τον Άλιον, κατά κύκλου περιφέρειαν, ος έστιν εν των μέσω των δρόμων κείμενος» (Αρχιμήδης, Ψαμμίτης, Heiberg, 6.218). Και ακολουθεί ο Κοπέρνικος (1473 μ.Χ.), ο οποίος τόνισε σαφώς προς τον Πάπα, ότι το ηλιοκεντρικό σύστημα διατυπώθηκε από τους Έλληνες: Αρίσταρχο τον Σάμιο, Έκφαντο, Φιλόλαο και Ηρακλείδη τον Ποντικό.