![]()
|
||
|
|
||
|
|
||
|
Το
τέλος του μύθου
Του
Θωμά Στφ. Σάρα
Το
κυνήγι για χημικά, βιολογικά και
πυρηνικά όπλα στο Ιράκ δυστυχώς για τον
πρόεδρο και τους συνεργάτες του δεν
απέφερε κανένα αποτέλεσμα. Στο
εσωτερικό της χώρας οι περικοπές της
φορολογίας αποδεικνύεται ότι δεν
υποβοηθούν καθόλου στα εκατομμύρια των
φορολογουμένων με μικρό εισόδημα. Είναι
επόμενο, λοιπόν, κάτω από το φως αυτών
των εξελίξεων ορισμένοι Δημοκράτες να
αποδίδουν στον πρόεδρο Μπους ότι
ψεύδεται ασύστολα και με πλήρη γνώση
σχετικά με αυτά και άλλα παρόμοια θέματα,
ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που
προηγούμενοι προεδροι έκαναν ψεύτικους
ισχυρισμούς για το Βιετνάμ, το γνωστό
Γουότεργκέιτ του Νίξον και, φυσικά, την
ερωτική ζωή του Κλίντον. Παρά
το γεγονός ότι ήδη έχουν περάσει περί
τις 100 ημέρες αγωνιώδους έρευνας για την
ανεύρεση των περίφημων όπλων μαζικής
καταστροφής του Ιράκ, στην
πραγματικότητα τίποτα το καινούργιο δεν
ήρθε να επιβεβαιώσει τον πρόεδρο. Είναι
επόμενο, λοιπόν, η δημιουργία ερωτημάτων
για το εάν και κατά πόσον η διοίκηση
Μπους εν γνώσει της εξαπάτησε την κοινή
γνώμη των ΗΠΑ στο θέμα των όπλων μαζικής
καταστροφής, που δήθεν είχε ο Σαντάμ
Χουσεϊν του Ιράκ.
Για τον πολιτικό παρατηρητή η
πολιτική αποτελεί έναν κύκλο εκπλήξεων
και ειρωνείας. Θα πρέπει δε να αναφερθεί
ότι μια ματιά στην ομιλία του προέδρου
Μπους του Οκτωβρίου 2002, με την οποία
ουσιαστικά παρουσίασε την υπόθεσή του
στον αμερικανικό λαό, αρκεί για να
πείσει τον αναγνώστη γι’ αυτή την
ειρωνεία. Η ομιλία είναι κατοχυρωμένη
στην ηλεκτρονική σελίδα του Λευκού
Οίκου και φέρει τον τίτλο «Άρνηση και
εξαπάτηση».
Σήμερα, μήνες μετά το άνοιγμα του
πολέμου στο Ιράκ, κανένας σχεδόν
Αμερικανός δεν φαίνεται να έχει την
παραμικρή αμφιβολία ότι η διοίκηση
Μπους εξαπάτησε το κοινό, προκειμένου να
υποκλέψει την κοινή γνώμη και
προετοιμάσει θετικά το μέσο ψηφοφόρο
για την έναρξη των πολεμικών
επιχειρήσεων. Ένα
ερώτημα, το οποίο παραμένει ωστόσο,
είναι εκείνο του πώς ένας τόσο μεγάλος
αριθμός Αμερικανών με δύναμη και
γνώσεις συνεχίζουν να αρνούνται κάτι, το
οποίο είναι αντιληπτό από τη διεθνή
κοινότητα.
Σχετικά με την εξαπάτηση του
αμερικανικού κοινού γίνεται αναφορά από
ειδικούς αναλυτές των υπηρεσιών
πληροφοριών των ΗΠΑ, οι οποίοι είναι
πραγματικά εξοργισμένοι για τον τρόπο,
με τον οποίο κακοποιήθηκαν οι
πληροφορίες των υπηρεσιών ασφαλείας,
προκειμένου να επηρεασθεί η κοινή γνώμη
της Αμερικής στην προετοιμασία της για
τον πόλεμο. Το
γεγονός αρχίζει πλέον να γίνεται
καταφανές από μια σειρά σχετικής
αρθρογραφίας των πλέον γνωστών αναλυτών
και αρθρογράφων της “New York Times”
και “Washington Post”.
Τα άρθρα αυτά, σε γενική ανάλυση, δεν
αφήνουν καμιά αμφιβολία στον αναγνώστη,
ότι οι πληροφορίες οι σχετικές με τον
κίνδυνο του Ιράκ, ουσιαστικά δεν
προέρχονταν από τις εκθέσεις και
αναφορές των υπηρεσιών κατασκοπίας και
πληροφοριών. Συγκεκριμένα,
ουδέποτε υπήρξε κάποιο στοιχείο, το
οποίο συνέδεε τον Σαντάμ του Ιράκ με την
τρομοκρατική οργάνωση Αλ Κάιντα. Παρ’
όλ’ αυτά και με πλήρη γνώση της αλήθειας,
η διοίκηση ισχυρίσθηκε ότι, σύμφωνα με
παρόμοιες πληροφορίες ότι υπήρχαν
υποτιθέμενα στοιχεία για ένα υπό
ανάπτυξη πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράκ,
αποδεικνύονται ανύπαρκτα.
Το σπουδαίο είναι ότι σήμερα ακόμα
ειδικοί σύμβουλοι του προέδρου
αρνούνται την ύπαρξη ενός παρόμοιου
προγράμματος στο Ιράκ, από το οποίο
πραγματικά διαφαινόταν κάποιος
πυρηνικός κίνδυνος από το Ιράκ.
Συζητήσεις με αξιωματούχους των
υπηρεσιών πληροφοριών της Ουάσιγκτον
έρχονται να επιβεβαιώσουν ότι η
διοίκηση εψεύδετο στο αμερικανικό κοινό,
προκειμένου να επιτύχει να κερδίσει την
κοινή γνώμη για μια επίθεση εναντίον του
Ιράκ. Μέσα, εξάλλου, στις τάξεις της
διοίκησης είχε αρχίσει ένας αγώνας
επικράτησης μεταξύ του τμήματος του
υπουργείου Εξωτερικών και εκείνου της
Εθνικής Άμυνας.
Παρ’ όλ’ αυτά, τόσο οι πολιτικοί
αναλυτές όσο και το κατεστημένο των
μέσων μαζικής ενημέρωσης συνεχίζουν να
προσποιούνται ότι δεν καταλαβαίνουν.
Προσπαθούν, θα μπορούσα να ισχυρισθώ, να
βρουν κάποια δικαιολογία για να
καλύψουν το γεγονός, ότι η διοίκηση
εξαπάτησε με παραπληροφόρηση τόσο το
Αμερικανικό Κογκρέσο όσο και τον κόσμο.
Ορισμένοι από αυτούς, μάλιστα, έφθασαν
στο σημείο να δηλώσουν ότι θα πρέπει να
αφεθεί ο πρόεδρος έξω από κάθε κριτική
για τις προ των πολεμικών επιχειρήσεων
δηλώσεις του, δεδομένου ότι αυτές
αποτελούσαν μέρος της στρατηγικής.
Είναι ίσως μια λεπτομέρεια, η οποία,
εάν βρεθεί κάτω από το μικροσκόπιο της
πολιτικής ανάλυσης, αποδεικνύει πολλά
και καταρρίπτει σε ερείπια το μύθο της
ελευθερίας, της απόλυτης δημοκρατίας
και της ενημέρωσης των πολιτών. Διότι,
εάν οι ομιλίες του προέδρου έδωσαν στο
αμερικανικό κοινό την εσφαλμένη εικόνα,
ότι πράγματι γνώριζε απόλυτα και είχε
στοιχεία για ό,τι έλεγε και ισχυριζόταν,
κάτω από το φως της ανάλυσης
αποδεικνύεται ότι ο πρόεδρος εν γνώσει
του παραπλάνησε τους πολίτες,
προκειμένου να εξυπηρετήσει τα σχέδια
των γερακιών που τον περιτριγυρίζουν.
Στη γνωστή ομιλία του προέδρου ως «Άρνηση
και εξαπάτηση», στην οποία προσπαθεί να
αποδείξει τον χαρακτήρα του Σαντάμ
Χουσεϊν, ο Αμερικανός πρόεδρος
υποστηρίζει ότι υπήρχαν διασυνδέσεις
και συνεργασία μεταξύ του Σαντάμ και του
Οσάμα. Σύμφωνα, μάλιστα, με τον ισχυρισμό
του, υπήρχαν επαφές υψηλού επιπέδου, οι
οποίες πήγαιναν πίσω τουλάχιστον για
μια δεκαετία. Σχετικές πληροφορίες,
ωστόσο, των υπηρεσιών ασφαλείας και
πληροφοριών των ΗΠΑ αναφέρουν ότι οι
υπηρεσίες αυτές γνώριζαν τις επαφές
μεταξύ του καθεστώτος της Βαγδάτης και
μιας μικρής οργάνωσης της Αλ Κάιντα, η
οποία βρισκόταν ακόμα στα σπάργανα, τα
πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1990.
Έκτοτε όμως δεν υπήρχε κανένα στοιχείο,
που να αποδεικνύει ότι οι επαφές αυτές
συνεχίζονταν. Παρ’ όλ’ αυτά, ο πρόεδρος
στην ομιλία του άφησε να πιστευθεί ότι
οι σχέσεις Ιράκ και μπιν Λάντεν
συνεχίζονταν μέχρι εκείνη την ημέρα.
Η προσεκτική μελέτη των γεγονότων
αυτών, κάτω από το ψυχρό μάτι του αναλυτή,
όπως είναι επόμενο, δημιουργεί μια
σοβαρή αλυσίδα ερωτημάτων και ηθικής
γύρω από τις προθέσεις και τον χαρακτήρα
του προέδρου.
Σαν παράδειγμα, ο γερουσιαστής Bob
Graham της
Φλωρίδας, πρώην πρόεδρος της επιτροπής
πληροφοριών και υποψήφιος για τη
διεκδίκηση του τίτλου του υποψηφίου
προέδρου για λογαριασμό των
Δημοκρατικών, πρόσφατα κατηγόρησε τον
πρόεδρο ότι χρησιμοποίησε κάθε τρόπο
για να «εξαπατήσει και διαφθείρει» το
αμερικανικό κοινό στην περίπτωση του
Ιράκ.
Ένας οργανισμός ενάντια στον πόλεμο
πρόσφατα αγόρασε μια ολόκληρη σελίδα
στην εφημερίδα της Νέας Υόρκης “New
York Times”, στην
οποία υποστήριζε ότι «νεαροί άνδρες και
γυναίκες στάλθηκαν στο θάνατο για ένα
ψέμα».
Στην ομιλία του του Οκτωβρίου ο
πρόεδρος ασχολήθηκε κατά κύριο λόγο με
τον κίνδυνο των απαγορευμένων όπλων. Το
Ιράκ, δήλωσε ο πρόεδρος, διαθέτει μια
μεγάλη ποσότητα αποθηκευμένων
βιολογικών όπλων καθώς επίσης και «χιλιάδες
τόνους χημικών» και ότι ξανάρχισε το
πρόγραμμα για την απόκτηση πυρηνικών
όπλων. Κατέληξε δε με το ερώτημα: «Εάν
γνωρίζουμε ότι ο Σαντάμ Χουσεϊν
διαθέτει σήμερα επικίνδυνα όπλα – και
φυσικά το γνωρίζουμε – υπάρχει κάποια
λογική ερμηνεία για την παγκόσμια
κοινότητα να περιμένει προσφέροντάς του
την ευκαιρία να γίνει ακόμα πιο δυνατός
και να δημιουργήσει ακόμη πιο επικίνδυα
όπλα»;
Σε άλλη ομιλία του, τον περασμένο
Μάρτη, τις παραμονές της έναρξης των
πολεμικών επιχειρήσεων, ο Αμερικανός
πρόεδρος δήλωσε ότι: «Σύμφωνα με
πληροφορίες των υπηρεσιών της χώρας,δΔεν
αφήνεται καμιά αμφιβολία ότι το
καθεστώς του Ιράκ συνεχίζει να διαθέτει
και να κρύβει ορισμένα από τα πιο
επικίνδυνα όπλα που έχουν κατασκευασθεί
ποτέ».
Αλλά, ακόμα και σήμερα υπάρχουν
στελέχη της αμερικανικής διοίκησης, τα
οποία ισχυρίζονται ότι το Ιράκ διέθετε
τα όπλα αυτά, τα οποία σε τελική ανάλυση
και θα βρεθούν.
Παρ’ όλ’ αυτά, είναι βέβαιο ότι ο
φόβος των απαγορευμένων όπλων δεν ήταν
εκείνος που έφερε τις ένοπλες δυνάμεις
των ΗΠΑ στα θέατρα του πολέμου.
Περισσότερο θα μπορούσε να αποδοθεί η
προσπάθεια αυτή του προέδρου στην
επιθυμία της διοίκησης να μπορεί να
ελέγχει την περιοχή της Μέσης Ανατολής,
και την αποτίναξη ενός δικτάτορα, ο
οποίος για χρόνια ολόκληρα συνέχισε να
αντιστέκεται στη θέληση και τις
επιθυμίες των ΗΠΑ, κάτι που παρουσίαζε
την αμερικανική αυτοκρατορία
πραγματικά αδύναμτη.
Μιλώντας την περασμένη εβδομάδα
στην Νέα Ιερσέη, ο Αμερικανός πρόεδρος,
για πρώτη ίσως φορά, δεν έκανε καν
αναφορά σε ιρακινά όπλα μαζικής
καταστροφής. Αντ’ αυτού, στη νέα ομιλία
του, αναφέρθηκε στην άρνηση του Σαντάμ
Χουσεϊν να υπακούσει στις απαιτήσεις
του «ελεύθερου κόσμου», και πρόσθεσε: «Εκείνο
που είναι βέβαιο σήμερα είναι το γεγονός
ότι ο Σαντάμ δεν αποτελεί πλέον κίνδυνο
για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους
φίλους και συμμάχους μας».
Το γεγονός είναι πλέον ενδεικτικό
της επιθυμίας του στενού κύκλου
συνεργατών του Αμερικανού προέδρου να
αφαιρέσουν από τη ζεστή περιοχή της
Μέσης Ανατολής έναν πραγματικά
επικίνδυνο για τα αμερικανικά
συμφέροντα ηγέτη. Η πρακτική δεν είναι
καινούργια ή δημιούργημα της διοίκησης
Μπους. Έτσι γινόταν από τους
προϊστορικούς χρόνους, όταν π.χ. οι
Έλληνες αποφάσισαν να εκστρατεύσουν
εναντίον της Τροίας «ζητώντας εκδίκηση
για την αρπαγή της Ελένης». Στην ουσία,
εκείνο, που τους ανάγκασε να ενωθούν και
να πολεμήσουν για μια ολόκληρη δεκαετία,
ήταν το γεγονός της φορολογίας διοδίων,
που η διοίκηση της πόλης επέβαλλε πάνω
στα διερχόμενα το Βόσπορο ελληνικά
εμπορικά καράβια.
Μια προσεκτική ματιά σε όλους τους
γνωστούς και άγνωστους πολέμους αρκεί
να πείσει τον αναγνώστη, ότι ο
Αμερικανός πρόεδρος απλά χρησιμοποίησε
την ίδια τακτική παραπληροφόρησης,
προκειμένου να αποσπάσει τη συμπάθεια
και ν’ αφυπνίσει τον έντονο πατριωτισμό
των Αμερικανών ψηφοφόρων. Είναι βέβαιο
ότι προς την κατεύθυνση αυτή βρέθηκε
υποχρεωμένος να κινηθεί ο ομιλητής, άπαξ
και η όλη εκστρατεία δεν μπορούσε να
χαρακτηρισθεί σαν ένα μέτρο πρόνοιας
ενάντια στην καθημερινά αυξανόμενη
επιρροή των φανατικών μουσουλμάνων της
περιοχής. Είμαι δε πεπεισμένος ότι αυτός
ήταν και ο λογος της συμμετοχής της
Βρετανίας.
Ήταν μια επιχείρηση επιβεβλημένη εκ
των πραγμάτων, η οποία όμως έπρεπε να
καλυφθεί απόλυτα πίσω από κάποια σοβαρή
αιτία από το φόβο του ξεσηκωμού ενός
δισεκατομμυρίου μουσουλμάνων. Το
μοναδικό κακό σ’ αυτή την περίπτωση
ήταν η αδυναμία της διοίκησης να
χρησιμοποιήσει κάποια αιτία, την οποία
ίσως θα μπορούσε να αποδείξει. Διότι,
κάτω από το φως των εξελίξεων σήμερα,
στον αιώνα της πληροφόρησης και των
επικοινωνιών, καθώς καθημερινά νέες
λεπτομέρειες βλέπουν το φως της
δημοσιότητας, τόσο και μειώνεται το
ηθικό κύρος του προέδρου της μοναδικής
υπερδύναμης του πλανήτη. Με τον τρόπο
αυτόν, όμως, η προσπάθεια, που απέβλεπε
στην πρόληψη μιας πιθανής αναταραχής,
αρχίζει να γίνεται η αιτία της
συσπείρωσης των φανατικών στοιχείων,
και να ενισχύεται καθημερινά και
περισσότερο το κίνημα των ισλαμιστών. Είναι
επόμενο, κάτω από αυτές τις διαμορφώσεις,
ότι ο Πόλεμος του Κόλπου κάθε άλλο παρά
θα πρέπει να θεωρηθεί ότι τελείωσε.
Καθώς δε καθημερινά οι αμερικανικές
δυνάμεις συνεχίζουν να δέχονται
επιθέσεις των αντιστασιακών ομάδων του
Ιράκ, αρχίζει να γίνεται ολοκάθαρο το
στρατηγικό σχέδιο του Σαντάμ. Μια εύκολη
νίκη στις δυνάμεις εισβολής κι ένας
εφιάλτης θανάτου και βίας στις δυνάμεις
κατοχής. Και
όσο περνούν οι μέρες, τόσο φαίνεται να
ανασυντάσσονται οι αντίπαλες δυνάμεις.
Είναι ένα σχέδιο αργού θανάτου, το οποίο
σπάει το φρόνημα των Αμερικανών
στρατιωτών και υποχρεώνει τη διοίκηση
να διαθέτει καθημερινά και περισσότερα
χρήματα. Το γεγονός αυτό, από κοινού με
την οικονομική κρίση, που διέρχεται η
Αμερική, την πολιτική της περικοπής της
φορολογίας του προέδρου, που ήδη
εφαρμόζεται, και την αυξανόμενη ανεργία
αποτελούν τις βάσεις μιας καταιγίδας, η
οποία αρχίζει να σχηματίζεται πάνω από
τις ΗΠΑ. Είναι
βέβαιο ότι οι αμερικανικές λεγεώνες με
σχετική ευκολία κατόρθωσαν να διαλύσουν
τον ιρακινό στρατό. Το ερώτημα παραμένει,
ωστόσο, για το κατά πόσον θα μπορέσουν να
υπομείνουν την στρατηγική του αργού
θανάτου του ανταρτοπόλεμου, που ήδη
άρχισε να χρησιμοποιεί ο εχθρός. Και τη
φορά αυτή, δυστυχώς, δεν θα υπάρχουν
ψεύτικες αιτιολογίες για την
παραπληροφόρηση του αμερικανικού
κοινού. Απλώς, τώρα ο πόλεμος
συνεχίζεται.
|
|
|