|
|
|
| Ιούλιος 2010 | |
Κύπρος:
Ο Φαύλος Κύκλος Συνεχίζεται.
Του Θωμά Στεφ. Σάρα Δεν
έχω καμιά αμφιβολία ότι τριάντα έξι
χρόνια “πολιτικής δυσκαμψίας”
αποτελούν κάτι περισσότερο από μια απλή
έλλειψη ενθουσιασμού ή και θέλησης για
συνεννόηση. Ακόμα και με τα γνωστά
διεθνή μέτρα μέτρησης του χρόνου, η
συνεχιζόμενη άρνηση της Τουρκίας να
παραιτηθεί των δικαιωμάτων που της
εκχώρησαν οι Έλληνες πολιτικοί εδώ και
έναν περίπου αιώνα, αναγορεύοντας την σε
“εγγυήτρια” δύναμη της νεαρής
δημοκρατίας του νησιού, κάτι παρόμοιο
δεν μπορεί παρά να χαρακτηρισθεί ως
υπέρβαση κάθε, ακόμα και έννομου
δικαιώματος που της έχει παραχωρηθεί ή
και αναγνωρισθεί μέσω μυστικών
συμφωνιών. Αυτά βέβαια, με την ευκαιρία
της “μαύρης” επετείου για Κυπριακό
Ελληνισμό, και πανηγυρικής για τα μέλη
της Τούρκο- κυπριακής κοινότητας του
νησιού, είτε αυτή αποτελείται από
γηγενείς Κύπριους πολίτες είτε από
αποίκους που μετέφερε η κατά πάντα
πονηρή διπλωματική και πολιτική
ηγεσία της Τουρκίας. Και όλα αυτά τα
χρόνια το ερωτηματικό που βασανίζει τη
σκέψη του κάθε πληγωμένου Έλληνα είναι
το τι συμβαίνει άραγε και η Άγκυρα
συνεχίζει να παραμένει ακλόνητη στις
αρχικές της θέσεις, παρά τις πιέσεις του
διεθνούς παράγοντα και κυρίως των μελών
της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βέβαια για την
ηγεσία της Τουρκίας η όλη κατάσταση
δικαιολογείται και ωραιοποιείται με το
περιτύλιγμα της “ειρηνευτικής επιχείρησης”,
της σωτηρίας του πληθυσμού από τους “επικίνδυνους”
μπράβους των συνταγματαρχών της Αθήνας.
Αλλά όμως το ερώτημα που δημιουργείται
σήμερα είναι γιατί μετά από τριάντα έξι
ολόκληρα χρόνια από
την ημέρα εκείνη, επιμένει η Άγκυρα στην
ανάγκη διατήρησης του ασκεριού της πάνω
στα κατεχόμενα, ενώ η μίζερη και θλιβερή
Αθήνα συνεχίζει να εμπαίζει έναν
ολόκληρο λαό, αρνούμενη να ανοίξει τον
περίφημο “φάκελο της Κύπρου”
προκειμένου να δώσει την ευκαιρία στις
σημερινές γενιές να πληροφορηθούν ποιό,
επιτέλους, ήταν το στοιχείο εκείνο που
μας οδήγησε σε αυτή την απαράδεκτη,
υποτιμητική και προσβλητική εθνική τραγωδία.
Το χειρότερο, όμως, έγκειται στο γεγονός
της επιτυχίας του πολιτικού
κατεστημένου της Αθήνας, με το πέρασμα
των χρόνων, να αποσπάσει τελείως την
προσοχή μας και να την
αποπροσανατολίσει από την αναζήτηση
ευθυνών, με την
αιτιολογία δε του “εθνικού συμφέροντος”
να βάλει ταφόπλακα πάνω σε ένα από τα
τραγικότερα γεγονότα του πρόσφατου
παρελθόντος. Το αστείο είναι ότι οι
διάδοχοι των δημιουργών της δημοκρατίας,
οι κληρονόμοι των αγωνιστών του
Μαραθώνα, οι απόγονοι του λαού που έδεσε
τις τύχες και την ιστορία του με τις
αρχές του δικαίου, της ελευθερίας , και
της αρετής, έχουν αφεθεί στα σκοτάδια
της μη ενημέρωσης, προκειμένου να
διασφαλιστούν τα πολιτικά συμφέροντα
του διεφθαρμένου και αναξιόπιστου
κατεστημένου της Αθήνας. Πέραν δε αυτού
και προκειμένου να αποφευχθούν τυχών
δυσμενείς επιπτώσεις πάνω σε εκείνους
που με κληρονομικό
δικαίωμα, ασκούν σήμερα την εξουσία πάνω
στον δοκιμαζόμενο Ελληνικό
λαό. Είναι δε να απορεί κάποιος για το τι
άραγε συμβαίνει με την πνευματική
ηγεσία των Αθηνών, που βρίσκονται,
αλήθεια, τα μέλη της ακαδημαϊκής
κοινότητας; Οι διανοούμενοι, οι άνθρωποι
του πνεύματος, οι ερευνητές; Κατά
κάποιον περίεργο τρόπο φαίνεται ότι
όλοι τους έχουν κατά
κάποιον τρόπο εξαφανιστεί από την
Ελληνική κοινωνία, η οποία ριγμένη μέσα
στα λασπόνερα των βάλτων της πολιτικής
διαπλοκής, σκοπιμότητας, ιδιοτέλειας
και της διαφθοράς, καρτερικά συνεχίζει
να περιμένει το άδοξο τέλος μιας ένδοξης
ιστορίας αιώνων πνευματικής
δημιουργίας και πολιτισμού. Κάπως
έτσι θα πρέπει να ερμηνευθεί και η
δήλωση του πρώτου πολίτη της Ελλάδας,
του προέδρου της δημοκρατίας, ο οποίος
στη νιότη του διακρίθηκε για τους αγώνες
του για μια δημοκρατική και φιλελεύθερη
Ελλάδα. “Παρά την άνοδο του βιοτικού
επιπέδου, η διοίκηση δεν
εκσυγχρονίστηκε, οι σχέσεις πολιτών και
πολιτικού συστήματος παρέμειναν
πελατειακές, το κράτος δικαίου δεν
αναπτύχθηκε επαρκώς. Στην ελληνική
κοινωνία επικράτησαν νοοτροπίες
κοντόθωρες και τελικά καταστροφικές”,
τόνισε και συνέχισε: “Παρά τη διεθνή
συγκυρία, αν είμαστε ειλικρινείς, θα
αναγνωρίσουμε ότι η ευθύνη για την
ελληνική παρακμή βαραίνει κυρίως την
πολιτική τάξη, που έχει την υποχρέωση να
καθοδηγεί τις εξελίξεις. Η αποδοκιμασία
που δέχεται σήμερα το πολιτικό
σύστημα είναι πολλές φορές ακατέργαστη
μέσα στη γενίκευσή της, είναι όμως –
στον πυρήνα της- δίκαιη...” Το
Κυπριακό έρμαιο της Διαπλοκής. Η
κατάσταση αυτή δυστυχώς συνεχίζει να
αγκαλιάζει απόλυτα και το κυπριακό,
καθώς για 36 ολόκληρα χρόνια ορισμένοι
πολιτικοί της Κύπρου που το
διαχειρίστηκαν, κατόρθωσαν να γίνουν
πλούσιοι, ενώ άλλοι προτίμησαν να
αποσυρθούν από τα κοινά, αηδιασμένοι από
την ανωριμότητα και την αδιαφορία του
λαού. Καθένας, ωστόσο, από αυτούς
κατόρθωσε να αφήσει στο πέρασμα του και
ένα ακόμα λάθος τοποθετημένο πετραδάκι,
στην καλούμενη προσπάθεια επίλυσης του
προβλήματος, με αποτέλεσμα με την πάροδο
των 36 χρόνων να μην έχει μείνει κανένα
στοιχείο που να μην έχει
διαπραγματευθεί και καμία απαίτηση των
φερέπονων της Άγκυρας που να μην έχει
γίνει αποδεκτή. Χωρίς ωστόσο και πάλι να
επιτευχθεί κάποια πρόοδος στις, κατ’
επίφαση, διαπραγματεύσεις. Στο
σημείο αυτό ας μου επιτραπεί να
υπενθυμίσω το γνωστό δημοψήφισμα για
τις προτάσεις του τότε γενικού
γραμματέα ΟΗΕ Ανάν. Ολόκληρο σχεδόν το
πολιτικό κατεστημένο της Αθήνας καθώς
επίσης και της Λευκωσίας, με αρχηγούς
τους σημερινούς ηγέτες, πρωθυπουργό της
Ελλάδας Γιώργο Παπανδρέου, και πρόεδρο
της Κυπριακής δημοκρατίας Χριστόφια,
είχε ταχθεί υπέρ της αποδοχής του, πλην
του φυσικού ηγέτη του Κυπριακού
Ελληνισμού, αείμνηστου Παπαδόπουλου, ο
οποίος φάνηκε ισάξιος των αγώνων της
αντίστασης του κυπριακού Ελληνισμού
ενάντια στους αποικιοκράτες της εποχής.
Συμπτωματικά, βέβαια, μάθαμε αργότερα
ότι μηδενός εξαιρουμένου, όλοι τους
βρισκόταν στις καταστάσεις εκείνων που
έλαβαν χρήματα από διάφορες πηγές
προκειμένου να βοηθήσουν την καμπάνια
αποδοχής του σχεδίου, το οποίο στην
πραγματικότητα ξεπουλούσε τον
Ελληνισμό του νησιού. Το χειρότερο είναι
ότι ύστερα από την απόρριψη εκείνου του
κατάπτυστου σχεδίου, όλοι τους ξαφνικά ξανάγιναν πατριώτες
εκφράζοντας ανοιχτά την αντίθεσή τους
με τις διατάξεις και προβλέψεις των
άρθρων της συμφωνίας. Μεταξύ αυτών και ο
σημερινός ηγέτης Χριστόφιας, ο οποίος
μάλιστα έφτασε να υποβιβάσει το θεσμό
του προέδρου της δημοκρατίας στο
επίπεδο του κατοχικού ηγέτη των Τούρκο
Κυπρίων, συνεχίζοντας το θέατρο των
λαϊκιστικών εντυπώσεων. Στο σημείο αυτό
θα ήθελα να τονίσω ότι όταν προ μηνών η
επιθεώρηση αναδημοσίευσε αρθρογραφία
της Guardian
σχετική με το Κυπριακό στο οποίο γινόταν
αναφορά στον Τούρκο Κύπριο ηγέτη,
συνομιλητή του προέδρου Χριστόφια, ως
προέδρου της δημοκρατίας της βόρειας
Κύπρου, περιέργως δέχθηκα τηλεφώνημα
από κάποιο υπεύθυνο άτομο, το οποίο μου
υπέδειξε ότι θα έπρεπε να αναγράψω ότι
το άρθρο δεν ήταν δικό μας άλλά
αναδημοσίευση άλλου έντυπου, κάτι που
είναι λογικό άπαξ και έγινε με δική μας
παράληψη. Όταν ρώτησα, ωστόσο, την αιτία
αυτής της παρέμβασης, μου δηλώθηκε
επειδή στην αρθρογραφία γίνεται αναφορά
στον Τούρκο Κύπριο ηγέτη ως προέδρου της
“Τούρκο Κυπριακής δημοκρατίας της
Βόρειας Κύπρου”. Θα πρέπει να ομολογήσω
ότι πραγματικά χαμογέλασα με την
ειρωνεία. Από την μια μεριά, δέχονται
και συνομιλούν με τους εγκάθετους
κατοχικούς ηγέτες της Άγκυρας, ως ίσοι
προς ίσους, από την άλλη όμως τρέμουν μην
τυχόν και κάποιος τρίτος τους
αποκαλέσει με το όνομα του τίτλου που
στην πράξη οι ίδιοι αναγνωρίζουν με την
αποδοχή τους ως ίσων συνομιλητών. Ή
μήπως δεν είναι αλήθεια ότι κατά την
διάρκεια της πρόσφατης επίσκεψής του
στο νησί ο Γ.Γ του ΟΗΕ επισκέφθηκε πρώτα
την Τούρκο Κυπριακή ηγεσία και μάλιστα στο “Προεδρικό Μέγαρο”
και στη συνέχεια πήγε να συναντηθεί με
τον Πρόεδρο της διεθνώς αναγνωρισμένης
δημοκρατίας της Κύπρου. Ακόμη, είναι
πραγματικά να απορεί κανείς για τους
τόσους συμβιβασμούς και υποχωρήσεις που
έγιναν στην περίοδο αυτή των 36 χρόνων. Υποχωρήσεις
και συμβιβασμούς οι οποίοι επέτρεψαν
στην Άγκυρα να παρουσιαστεί ήρωας και
φιλειρηνική δύναμη η οποία πήγε στο νησί
ως ειρηνοποιός, ενώ οι εκπρόσωποι του
θύματος συνεχίζουν να μιλούν για την “καλύτερη
δυνατή λύση κάτω από τις περιστάσεις”,
το οποίο μεθ’ ερμηνευόμενο υποδηλεί,
εάν τίποτα άλλο, τουλάχιστον μειοδοσία. Μετά
36 Χρόνια. Γνωρίζουν
οι αναγνώστες της στήλης ότι τα
τελευταία τριάντα
χρόνια έχω αναφερθεί κατ’ επανάληψη
πάνω στο Κυπριακό και τις πολιτικές
σκοπιμότητες που κρύβονται πίσω από
αυτό. Είναι βέβαιο ότι οι
διαπραγματευτές είχαν πραγματικά
φθάσει τόσο κοντά σε λύση, την περίοδο
που υπηρετούσε ως ειδικός εκπρόσωπος
του ΓΓ του ΟΗΕ ο πρώην Καναδός
πρωθυπουργός Joe Clarke. Θυμάμαι σήμερα μια συνέντευξη που μου είχε δώσει
την περίοδο εκείνη και στην οποία
υποστήριζε ότι από βραδύς οι δύο πλευρές
συμφώνησαν σε κοινό σχέδιο λύσης και την
επόμενη μέρα το πρωί η Λευκωσία δήλωσε
ότι άλλαξε γνώμη. Και όμως με την
συμφωνία εκείνη μας δινόταν πίσω η
Αμμόχωστος, ή όπως ήθελε να ονομάζει την
περιοχή ο Καναδός πολιτικός, τα “Βαρόσια”.
Θυμάμαι
αυτήν την λεπτομέρεια σήμερα καθώς
πληροφορούμαι τις νέες προτάσεις του
προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας
Χριστόφια προς τον Τούρκο συνομιλητή
του να δοθεί η
περιοχή στους δικαιούχους της και να
λειτουργήσει κάτω από την εποπτεία των
ΗΕ και την άρνηση του τελευταίου να αποδεχθεί την πρόταση. Με
δηλώσεις του, εξ άλλου, ο Τούρκο Κύπριος
ηγέτης τόνισε, για άλλη μια φορά, ότι στο
νησί υπάρχουν δύο κράτη και δύο λαοί.
Για τον πολιτικό παρατηρητή, ας μου
επιτραπεί να προσθέσω, αυτό αποτελεί
πραγματικότητα εκ των πραγμάτων, από
στιγμή που ο πρόεδρος Χριστόφιας έδωσε
το χέρι του στον εκπρόσωπο των κατοχικών
δυνάμεων και του έκανε τη τιμή να τον
αναβαθμίζει σε ισότιμο συνομιλητή του.
Μήπως όμως δεν έκανε η Αθήνα το ίδιο και
με τα Σκόπια, όταν ο στρατηγός Γριλάκης
συμφώνησε με τον Μπίτωφ να ονομασθεί η
δημοκρατία ως “Δημοκρατία της Σλάβο
Μακεδονίας”, και ύστερα από τρεις μέρες
η Αθήνα άλλαξε γνώμη, με αποτέλεσμα ο μεν
πρόεδρος της νέας δημοκρατίας Γλιγόρωφ
να κινδυνέψει να χάσει την ζωή του, η δε
εκκρεμότητα να συνεχίζει να μας
ταλαιπωρεί μέχρι σήμερα και μάλιστα με
πολύ ποιό δυσάρεστες πολιτικές
συνέπειες σε βάρος της Αθήνας. Το αστείο
είναι ότι ο σημερινός “ισότιμος”
διαπραγματευτής του προέδρου Χριστόφια,
δηλώνει ότι δεν δέχεται υποδείξεις από
τον συνομιλητή του και ότι δεν έχει
τίποτε καινούργιο στα θέματα της
Αμμοχώστου. Κατηγορεί δε την Έλληνο Κυπριακή
πλευρά ότι “προωθεί προσεγγίσεις
απαράδεκτες”. Όσο για τον ίδιο τον
Έρογλου, δηλώνει ότι υποστηρίζει τη
πρόταση της Τουρκίας για τριμερή
διάσκεψη, επειδή η πρόταση της “Ελληνοκυπριακής
πλευράς” για διεθνή διάσκεψη
υπό την αιγίδα του ΟΗΕ της
ΕΕ και των δύο κοινοτήτων του νησιού,
(σύμφωνα με το Αθηναϊκό και Κυπριακό
πρακτορεία ειδήσεων 10-07-19), δεν είναι “ούτε
ρεαλιστική ούτε και πρακτική”.
Ο πρόεδρος, ωστόσο, τόνισε ότι “έχουμε
να κάνουμε με έναν δύσκολο συνομιλητή ο
οποίος πολλές φορές πιστεύει ότι τα
τετελεσμένα της βίας μπορούν να γίνουν
αποδεκτά ως πραγματικότητες.” Τριάντα
έξι χρόνια μετά την εισβολή και καμία
δύναμη δεν μπόρεσε να ανατρέψει τα
πεπραγμένα της Τουρκίας πάνω στο νησί.
Σε πρόσφατο μήνυμά του, ωστόσο, ο
πρόεδρος Χριστόφιας τόνισε: “δεν
συμβιβαζόμαστε με το στάτους κβο που θα
υποθηκεύει την ίδια την ύπαρξη της
πατρίδας μας και θα σταθούμε στο ύψος
των περιστάσεων, διεκδικώντας αίσια
κατάληξη και ένα έντιμο συμβιβασμό”,
πρόσθεσε ωστόσο: “η παρέλευση του
χρόνου βαθαίνει τα τετελεσμένα και δεν
έχουμε την πολυτέλεια να ολιγωρούμε.”
Λόγια σοφά, τα οποία όμως θα έπρεπε
να είχε σκεφτεί πολύ καλά πριν
αποφασίσει να υποβιβάσει το “στάτους
κβο” του προέδρου μιας αναγνωρισμένης
παγκοσμίως δημοκρατίας σε ισότιμο ηγέτη
“κοινότητας εγκάθετων” των κατοχικών
δυνάμεων στο νησί. Αποτελεί
μια τραγική πραγματικότητα το γεγονός
ότι για 36 ολόκληρα χρόνια το μόνο που
πέτυχε η διπλωματία Αθήνας-Λευκωσίας
ήταν να προσφέρει τον απαραίτητο χρόνο
στους κατακτητές για να νομιμοποιήσουν
την παρανομία. Και αφού απέτυχε κάθε
προσπάθεια του ΝΑΤΟ και της Ουάσιγκτον
να επιβάλουν την λύση που ήθελαν με το
κωδικό σχέδιο “Φαιδώρα”, κάνοντας
μάλιστα χρήση κάθε πολιτικής απόχρωσης
στο νησί, από την άκρα δεξιά μέχρι και
τους κομουνιστές, και παρά τις αιτιάσεις
και υποσχέσεις του προέδρου Χριστόφια,
το βέβαιο είναι ότι περί τα τέλη του
τρέχοντος έτους και ύστερα από το
δημοψήφισμα που ετοιμάζει η Άγκυρα για
την αλλαγή του συντάγματος της Τουρκίας,
στις 12 του Σεπτέμβρη του 2010,
και εξ αιτίας της ευρείας αποδοχής
των προτεινόμενων αλλαγών η χώρα θα
ζήσει μια από τις πλέον δύσκολες
περιόδους πολιτικών αναταραχών της
ιστορίας της. Το αποτέλεσμα αυτής της
περιόδου θα είναι η αναζωπύρηση των
πολιτικών παθών, η βία, η καταστροφή και
η επιστροφή της Τουρκίας σε έναν νέο
Μεσαίωνα της Ιστορίας της, με συνέπειες
πάνω της πολιτικό γεωγραφικές και την
αλλαγή των συνόρων της. Το πολύ άσχημο
είναι ότι ακόμα και κάτω από αυτές τις
συνθήκες η Άγκυρα θα συνεχίσει να
διεκδικεί και πάλι τα εδάφη της Κύπρου.
Μιας Κύπρου όπου θα συναντώνται η Ευρώπη
με τον Μουσουλμανικό κόσμο. Όπου τα
σύνορα της Κυπριακής πολιτείας θα
σταματούν εκεί που θα αρχίζει το νέο
κράτος της Τουρκίας, όπως
αυτό πρόκειται να διαμορφωθεί μέχρι
τα μέσα του εικοστού πρώτου αιώνα.
|
|