The strong voice of a great community
Ιούλης, 2008

Πίσω στο ευρετήριο

 

 Παιδεία, η πιο σημαντική επένδυση για το μέλλον!

 

 

  Του ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΤΣΟΥΡΗ, Καθηγητή Φιλολογίας Παν/μίου Ιωαννίνων

 Επανίδρυση του κλασσικού λυκείου ζητά ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Νομού Ιωαννίνων. Παρόμοια αιτήματα υποβάλλονται τελευταία και από άλλους παράγοντες. Την επαναφορά του πολυτονικού συστήματος, την ενίσχυση της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών από το πρωτότυπο και της γλωσσικής παιδείας των ελληνοπαίδων ζητούν άλλοι φορείς. Όλο και περισσότερες φωνές ακούγονται τα τελευταία χρόνια προς την κατεύθυνση αυτή, οι οποίες είναι η φυσική αντίδραση των πολιτών στο φαινόμενο που παρατηρείται, της ανορθογραφίας, της ασυνταξίας, της λεξιπενίας, της αδυναμίας εν γένει για σωστή προφορική και γραπτή έκφραση των ιδεών.

Ένα ερώτημα που συχνά τίθεται στους διδάσκοντες τα ανθρωπιστικά γράμματα, ιδιαίτερα σε όσους διδάσκουν την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα και λογοτεχνία, είναι σε τι μας χρησιμεύουν. Η πρακτική ωφελιμότητα ενός μαθήματος  γίνεται, με το ερώτημα αυτό, το κριτήριο αξιολόγησης τόσο για γονείς όσο και για μαθητές και φοιτητές. Ωστόσο, η χρηστικότητα νοείται συνήθως ως η δυνατότητα επαγγελματικής/οικονομικής αξιοποίησης του διδαχθέντος γνωστικού πεδίου αμέσως με την περάτωση των σπουδών. Επηρεασμένοι από την τεχνολογία και τη βιομηχανική παραγωγή, ιδιαίτερα την μαζική, όπου τα αποτελέσματα είναι άμεσα ορατά, δημιουργούνται ανάλογες προσδοκίες για τα ανθρωπιστικά μαθήματα. Εφαρμόζοντας, ωστόσο, το ίδιο κριτήριο θα μπορούσε με ευχέρεια ο καθένας, ανάλογα με την περίπτωσή του, τις επιθυμίες, τις προδιαθέσεις και τις προσδοκίες του, να αποφανθεί για τη μη χρησιμότητα αρκετών άλλων μαθημάτων. 

Το πρόβλημα δημιουργείται από τη στιγμή που τίθεται ως μοναδικός στόχος της εκπαίδευσης η επαγγελματική αποκατάσταση και η χωρίς χρονοτριβή άμεση οικονομική «εκμετάλλευση» της αποκτηθείσας γνώσης. Με αναντίρρητη βεβαιότητα θα μπορούσε να υποστηριχθεί όμως και πάλι ότι θα ήταν αδύνατο να συμφωνήσουμε ποια μαθήματα είναι χρήσιμα γιʼ αυτό το σκοπό και ποια όχι, γιατί θα εξαρτηθεί από το επιδιωκόμενο από τον καθένα επάγγελμα.

Ο προβληματισμός αυτός δεν είναι βέβαια καινούργιος. Ήδη στην αρχαιότητα, όπως μαρτυρεί ο Αριστοτέλης, «δεν είχαν όλοι την ίδια αντίληψη για το τι πρέπει να μανθάνουν οι νέοι ούτε σχετικά με την αρετή ούτε σχετικά με τον άριστο βίο, ούτε και ήταν ξεκάθαρο κατά πόσο θα έπρεπε η παιδεία να αποβλέπει στη διανοητική ανάπτυξη (διάνοια) μάλλον παρά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα (ήθους)» και υπήρχε σαφής διαφωνία μεταξύ εκείνων που υποστήριζαν ότι πρέπει να διδάσκονται «τα χρήσιμα προς τον βίον» και εκείνων που είχαν την αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή πρέπει να διδάσκονται οι νέοι «τα τείνοντα προς αρετήν». Το πρόβλημα γεννάται από την απάντηση που δίνεται στην ερώτηση «τίνος ένεκεν μανθάνει τις;».

Αν όμως θεωρήσουμε ως στόχο της εκπαίδευσης τη συνολική διαμόρφωση της προσωπικότητας των μαθητευομένων, πράγμα που είναι η πραγματική ουσία της εκπαιδευτικής διαδικασίας, δηλαδή, αφενός, η παροχή των γνώσεων εκείνων που είναι απαραίτητες για να μπορέσει το άτομο να επιτύχει τους επαγγελματικούς του στόχους και, αφετέρου, η ανάπτυξη των διανοητικών και πνευματικών δεξιοτήτων, καθώς και η διαμόρφωση ενός χαρακτήρα θεμελιωμένου στις ηθικές και ανθρωπιστικές αξίες, δηλαδή με άλλα λόγια η ισόρροπη ανάπτυξη του γνωστικού και του ηθικού βίου του ατόμου, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι η αρχική ερώτηση για το τι είναι χρήσιμο και τι όχι αποκτά άλλη διάσταση. Διότι, στόχος δεν είναι ή τουλάχιστον δεν πρέπει να είναι μόνο η επαγγελματική/οικονομική αποκατάσταση και ανεξαρτησία, που θα προσφέρει στο άτομο το ζην, αλλά το ευ ζην. «Το να επιζητεί κάποιος παντού και πάντοτε το χρήσιμο ελάχιστα αρμόζει στους ελεύθερους ανθρώπους».

Έχει αποδειχτεί από την πείρα αιώνων πως η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας και η σε βάθος γνωριμία με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό οξύνει το πνεύμα, γαλουχεί τα άτομα με τις αιώνιες αξίες της ανθρωπότητας, και γενικά δημιουργεί άτομα με  σωφροσύνη και αξιοπρέπεια, αλληλοσεβασμό και αλληλεγγύη, φιλελεύθερα, δημοκρατικά και φιλοδίκαια, φιλοπρόοδα και δημιουργικά. Οι σπουδαιότεροι πνευματικοί άνθρωποι στην Ελλάδα και στον κόσμο και οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες  ήταν και είναι άνθρωποι που γνώρισαν βαθιά και αγάπησαν τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Το φύραμα για κάθε μεγάλη ατομική δημιουργία το παίρνει κανείς από το πλούσιο αρχαιοελληνικό παρελθόν, το οποίο επίσης διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για τις γνωστές αναγεννήσεις των γραμμάτων και των τεχνών και την ανάπτυξη των επιστημών.

Όπως επισημαίνει ένας γνωστός γερμανός καθηγητής της ιστορίας, ο Rudolf Schloegl, «θα ήταν καταστροφικό για μια σύγχρονη κοινωνία να εστιάσει αποκλειστικά στο οικονομικό κέρδος. Η κοινωνία έχει ανάγκη μιας ταυτότητας και θα πρέπει να γνωρίσει την δική της υφή. Οι ανθρωπιστικές σπουδές αποτελούν μια εντελώς απαραίτητη συμβολή σʼ αυτό. Η παγκοσμιοποιημένη οικονομία μας φέρνει αντιμέτωπους με διαφοροποιημένα και πολυσύνθετα προβλήματα, τα οποία μπορούν να αντιμετωπισθούν μόνο με τη βοήθεια μεθοδικά ελεγχόμενης επιστημονικής ενδοσκόπησης». Δυστυχώς, τα σύγχρονα κράτη και οι κυβερνήσεις προτάσσουν την επιλογή «μιας αμιγώς εργαλειακής εκπαίδευσης» που οδηγεί αναπόφευκτα στην παρατηρούμενη σε όλα τα κράτη «κατάλυση του ηθικού πλαισίου των κοινωνιών», σύμφωνα με την αξιόλογο ιστορικό της πολιτικής επιστήμης στο London School of Economics, Τζάνετ Κολμαν (βλ. Καθημερινή, 17.02.2008).

Η ωφελιμότητα επομένως των ανθρωπιστικών σπουδών δεν είναι πρακτικά μετρήσιμη και αξιολογήσιμη, γιατί δεν είναι βιομηχανικό προϊόν άμεσης κατανάλωσης. Η έκτασή της είναι τα όρια του ανθρώπινου βίου και η ποιότητά της η ισορροπία και η πνευματική διάσταση στη ζωή του ατόμου, δηλαδή η δυνατότητα του ευ ζην. Γιʼ αυτούς ακριβώς τους λόγους, επειδή λανθάνει της άμεσης παρατήρησης και αξιολόγησης, υπήρξε και στη χώρα μας τις τελευταίες δεκαετίες τάση υποβάθμισης αυτών των σπουδών, αποτέλεσμα απαξίωσής τους εκ μέρους πολλών παραγόντων, πολιτικών και κοινωνικών.

Παρατηρείται έτσι το οξύμωρο φαινόμενο λόγω μεν να είμαστε περήφανοι για την πλούσια αυτή κληρονομιά των προγόνων μας, έργω δε να την αγνοούμε οι πλείστοι και να την περιφρονούμε εντός των κρατικών ορίων μας, ομοιάζοντες με μωρούς που είναι περήφανοι για μεγάλο θησαυρό που φυλάνε στα «σεντούκια» τους, αλλά δεν χρησιμοποιούν ουδέ. Κατʼ ελάχιστον αυτό τον θησαυρό για να ζήσουν καλύτερα! Και φυσικά μεταξύ των μωρών αυτών πρώτοι κατατάσσονται οι πολιτικοί εκείνοι που πρωτοστάτησαν και πρωτοστατούν στην απαξίωση της ελληνικής γλώσσας και της αρχαιοελληνικής πνευματικής κληρονομιάς με τις διάφορες γνωστές πολιτικές αποφάσεις τους για τη γλώσσα και την παιδεία.

Και ενώ, για να αναφέρουμε ένα μόνο παράδειγμα, στη Γερμανία το έτος 2007 ήταν αφιερωμένο στις ανθρωπιστικές σπουδές, το τελευταίο έτος από τα συνολικά επτά που ήταν αφιερωμένα στις επιστήμες, στην Ελλάδα “ομφαλοσκοπούμε”, δίκην μεγάλου αδελφού, γύρω από οποιοδήποτε θέμα προσφέρεται για τηλεοπτική κατανάλωση, χωρίς οι κυβερνώντες, τωρινοί και προηγούμενοι, να μπορέσουν να δώσουν ένα αξιόπιστο όραμα στους διψασμένους γιʼ αυτό πολίτες, και χωρίς οι πολίτες να συνειδητοποιήσουν τη σοβαρότητα των εκπαιδευτικών προβλημάτων και να απαιτήσουν, υπερβαίνοντας τις κομματικές πεποιθήσεις και τοποθετήσεις, τη λύση των υπαρχόντων προβλημάτων και αδιεξόδων και την ενίσχυση της διδασκαλίας της γλώσσας και των ανθρωπιστικών μαθημάτων.

Θα πρέπει βέβαια να αναφερθεί ότι η αφιέρωση του έτους 2007 στις ανθρωπιστικές σπουδές στη Γερμανία δεν έχει μόνο συμβολικό χαρακτήρα, αλλά και ουσιαστικό αποσκοπώντας στην αναβάθμισή τους. Μεταξύ άλλων π.χ. προβλέπονται τα εξής: Η διάθεση περίπου 64 εκατομμυρίων ευρώ σε ερευνητικά προγράμματα στις ανθρωπιστικές σπουδές. Η ίδρυση διεθνών ερευνητικών σχολών στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες με την επιδίωξη προσέλκυσης εξαιρετικά προσοντούχων νέων ερευνητών, καθώς και ενός προγράμματος πέντε εκατομμυρίων ευρώ «opus magnum» για προσέλκυση 10 διεθνώς ανεγνωρισμένων επιστημόνων κατʼ έτος, με στόχο την ατομική ή συλλογική έρευνα.

Επιπλέον, θα πρέπει να αναφέρουμε τις δεκάδες χιλιάδες υποτροφίες που χορηγούν γνωστά ερευνητικά ιδρύματα σε νέους με εξαιρετική προοπτική ακαδημαϊκής και ερευνητικής εξέλιξης από όλο τον κόσμο (μόνο το ίδρυμα Alexander von Humboldt έχει χορηγήσει 23.000 υποτροφίες σε νέους επιστήμονες από 134 χώρες!). Αυτή η εκπαιδευτική πολιτική και αυτά τα μέτρα συμβάλλουν τόσο στην ανάπτυξη της έρευνας σε όλους τους τομείς του επιστητού, όσο και στην προβολή σε όλη την οικουμένη της γερμανικής κουλτούρας και τεχνολογίας, με σημαντικά οικονομικά οφέλη.

Συνεπώς, απαιτείται επειγόντως, κατʼ αναλογία προς τον πληθυσμό της χώρας μας και τις υπάρχουσες δυνατότητες, ένα τολμηρό καλομελετημένο και συνδιαμορφωμένο από τους πολιτικοκοινωνικούς και εκπαιδευτικούς φορείς πρόγραμμα αναβάθμισης των σπουδών σε όλες τις βαθμίδες με γενναία χρηματοδότηση, το οποίο θα δίνει ισόρροπη έμφαση τόσο στην τεχνολογική ανάπτυξη, όσο και στην καλλιέργεια των ανθρωπιστικών γραμμάτων, αν θέλουμε να προλάβουμε τις δυσάρεστες κοινωνικές συνέπειες που δημιουργούνται με μαθηματική βεβαιότητα από την υπερτίμηση της πρώτης και την υποτίμηση της δεύτερης και αν δεν θέλουμε η χώρα μας να μείνει ουραγός και καταναλωτής, και όχι πρωτοπόρος στην έρευνα και την τεχνολογία, μέσα στα πλαίσια της παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας.

Απαιτείται ακόμη η αυστηρή και συστηματική αξιολόγηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας σε όλες τις βαθμίδες, ιδιαίτερα των πανεπιστημίων και των πανεπιστημιακών τμημάτων και τομέων, σημαντική αύξηση της χρηματοδότησης η οποία θα πρέπει να συνδεθεί με κάποιον τρόπο με την αξιολογική κατάταξη των ιδρυμάτων και τμημάτων, και προπαντός προσέλκυση σε ειδικά ερευνητικά κέντρα, καθώς και στα ΑΕΙ της χώρας, διεθνώς ανεγνωρισμένων και καταξιωμένων στην ειδικότητά τους επιστημόνων, Ελλήνων και ξένων, με ειδικό μισθολόγιο για την προώθηση ερευνητικών πρωτοποριακών προγραμμάτων. Γιατί πρέπει κάποτε να γίνει συνείδηση όλων ότι η επένδυση στην έρευνα και στην παιδεία γενικότερα είναι η πιο σπουδαία και πολλαπλά χρήσιμη επένδυση για το μέλλον και η μόνη η οποία μπορεί να δώσει μακροπρόθεσμα λύση στα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα της ανεργίας, ιδιαίτερα των νέων επιστημόνων, της φτώχιας, της ανισότητας, της εγκληματικότητας και πολλών άλλων συναφών προβλημάτων.