|
|
|
Μακεδονικό:
Η λογική του παράλογου.
Του Θωμά
Στεφ. Σάρα Ο
Γιώργος Ευστρατιάδης, για όσους είχαν
την τύχη να τον γνωρίσουν, είχε μια
μοναδική και πολυσύνθετη φυσιογνωμία
και μια σπάνια προσωπικότητα. Με
καταγωγή από τα Δωδεκάνησα ο Γιώργος
έζησε και σπούδασε στην Αλεξάνδρα της
Αιγύπτου μέσα σε ένα πραγματικά
θαυμάσιο ελληνικό περιβάλλον. Αγαπούσε
τον άνθρωπο και λάτρευε την Ελλάδα και
κάθε τι το Ελληνικό. Ήταν φιλαλήθης και
εκφραστής του δικαίου όπως τουλάχιστον
το αισθανόταν ο ίδιος. Ο Γιώργος, με λίγα
λόγια, αποτελούσε εκείνο που οι αρχαίοι
Έλληνες χαρακτήριζαν ως “καλός κ’αγαθός”,
ή εκείνο που οι Αγγλοσάξονες
χαρακτηρίζουν ως “Gentleman”.
Σοβαρός και σεβαστός στην παροικία ο
Γιώργος έχαιρε της αγάπης και του
σεβασμού εκείνων που τον γνώριζαν.
Εργαζόταν στο γραφείο υποδοχής νέο
μεταναστών της επαρχίας του Οντάριο και
υπηρετούσε ως δάσκαλος διδαχής της
Ελληνικής γλώσσας στα σχολεία της
κοινότητας όπου και κατ’ επανάληψη είχε
εκλεγεί και εκπροσώπησε τους
συναδέλφους του ως πρόεδρος του
συλλόγου διδασκάλων της Ελληνικής
γλώσσας, καθώς επίσης και σε διάφορα
αξιώματα του συλλόγου ομογενών εξ
Αιγύπτου. Γνώρισα
τον Γιώργο σαν στέλεχος του οργανωμένου
εργατικού κινήματος του Καναδά , όπου
υπηρετούσαμε και οι δύο ως εκλεγμένοι
αντιπρόσωποι των συναδέλφων μας. Μέσα
στα πλαίσια αυτού του κινήματος, τακτικά
βρισκόμασταν με τον Γιώργο και
χαράσσαμε από κοινού πολιτική πάνω στα
διάφορα θέματα και προβλήματα που μας
απασχολούσαν. Οφείλω δε να τονίσω ότι
για τον Γιώργο είχε πρωταρχική σημασία η
κοινή μας “πολιτιστική καταγωγή” και
ύστερα ερχόταν οι πολιτικές
σκοπιμότητες που υπαγόρευαν τις
πολιτικές μας αποφάσεις κατά την
διάρκεια των ψηφοφοριών. Ήταν
ακριβώς σε ένα από αυτά τα εργατικά
συνέδρια όταν κατά την ώρα του
μεσημβρινού γεύματος ήλθε ο Γιώργος στο
τραπέζι μου και ρώτησε εάν μπορούσε να
καθίσει με την ομάδα μου για το γεύμα.
Του δήλωσα ότι θα το θεωρούσα ιδιαίτερη
τιμή εάν πραγματικά καθόταν μαζί μου.
Μόλις είχα κάνει μια εισήγηση στους
συνέδρους και περίμενα τις αντιδράσεις
τους γύρω από αυτήν. Ο Γιώργος μου έδωσε
συγχαρητήρια και δήλωσε ότι η
πλειοψηφία των εκλεκτόρων διάκειτο
θετικά και με διαβεβαίωσε ότι η πρότασή
μου θα περάσει. Κάποια
στιγμή ο συνομιλητής μου δήλωσε, “Θωμά
πρέπει να ομολογήσω ότι μέχρι τώρα
ελάχιστα γνώριζα για εσένα, ήμουν δε
επηρεασμένος αρνητικά απέναντί σου,
κυρίως εξ αιτίας των σχολίων που
ακούγονται στην κοινότητα. Παρ’
όλα αυτά θα μου επιτρέψεις να σου πω ότι
ύστερα από την προσωπική μας γνωριμία
και την συνεργασία αυτής της περιόδου η
προσωπικές αντιλήψεις έχουν
διαφοροποιήσει αυτή την εικόνα καθώς σε
γνωρίζω σαν ένα δυναμικό στέλεχος της
ομογενειακής παροικίας και ένα
θαυματουργό εργάτη στην προώθηση
ανθρωπιστικών προγραμμάτων. Θέλω να σου
διαβεβαιώσω για την προσωπική μου
εκτίμηση και βοήθεια οπουδήποτε
πιστεύεις ότι μπορώ να συνδράμω.”
Ευχαρίστησα τον συνομιλητή μου για τα
ευγενικά του λόγια και τον διαβεβαίωσα
ότι πάντοτε υπολόγιζα και θα υπολογίζω
στην συνδρομή και συμπαράστασή του. Τον
ρώτησα ωστόσο να μου πει, εάν μπορούσε,
τις πηγές αυτών των αρνητικών σχολίων. “Το
Γενικό μας Προξενείο στο Τορόντο”, μου
δήλωσε. Έμεινα με το στόμα ανοικτό.
Δηλαδή του ρώτησα, τι έκανε το Γενικό
Προξενείο; Υπηρετώ το σύλλογο των
ομογενών εξ Αιγύπτου ως γενικός
γραμματέας, απάντησε ο Γιώργος. Πρόσφατα
κάλεσε την διοίκηση του συλλόγου ο
γενικός πρόξενος στο γραφείο του και μας
ζήτησε να στραφούμε δικαστικά εναντίον
σου για την πολιτική που κάνεις. Ομολογώ
ότι για κάποιες στιγμές έμεινα άφωνος. “Και
ο λόγος;” τόλμησα να ρωτήσω τον
συνομιλητή μου. “Θέλουν να κλείσουν την
επιθεώρηση για να μην μπορείς να γράφεις
αυτά που γράφεις για το Μακεδονικό και
ξεσηκώνεις την ομογένεια.” Και ποια
σχέση έχει ο σύλλογος σας με την
διπλωματική αποστολή των Αθηνών, ώστε να
λαμβάνεται εντολές για το τι θα πρέπει
να κάνετε έναντι των συμπάροικων, και
τέλος γιατί δεν μου κάνατε την μήνυση
τον ρώτησα; “Θα σου πω την αλήθεια”,
απάντησε, “πήγαμε σε δικηγόρο αλλά
εκείνος μας δήλωσε ότι δεν μπορούσε να
σταθεί κάτι παρόμοιο εναντίον της
εφημερίδας και του εκδότη, επειδή δεν
είχε να κάνει τίποτα εναντίον των μελών
του συλλόγου.” Ευχαρίστησα τον
συνομιλητή μου και του δήλωσα ότι είμαι
αποφασισμένος να αντιμετωπίσω εκατό
δικαστήρια, εάν υπάρξει ανάγκη,
προκειμένου να ενημερώσω τους
συμπατριώτες μου στις ΗΠΑ και Καναδά,
για τα τέρατα και σημεία που σχεδιάζουν
ενάντια στα συμφέροντα της μητρικής γης
και του Ελληνικού λαού. Ο Γιώργος μου
παρακάλεσε να μην γράψω ή αναφέρω τίποτα
σε κανέναν για να μην τον εκθέσω και για
να μην αντιμετωπίσει πιθανές επιθέσεις
από τα υπόλοιπα μέλη της διοίκησης.
Διαβεβαίωσα τον Γιώργο ότι ήμουν
γνώστης του γεγονότος και μάλιστα από
τον ίδιο τον Γιάννη Θωμόγλου, τον τότε
γενικό πρόξενο, ο οποίος προσπάθησε να
με εκφοβίσει ώστε να πάψω να γράφω γύρω
από τις εξελίξεις στο Μακεδονικό.
Μια δεύτερη μαρτυρία.
Πρόσφατα
βρέθηκα τυχαία στην αίθουσα αναμονής
των γραφείων του ομογενούς ιατρού
Δημήτρη Βαβούγιου, ο οποίος είναι ο
προσωπικός μου ιατρός. Κατά σύμπτωση
δίπλα μου βρέθηκε ο ομογενής Γιώργος
Φωτεινός, πατέρας του πρώην δημοτικού
συμβούλου Ντένη Φωτεινού, και για ένα
διάστημα εκδότης παροικιακού εντύπου.
Ήταν μια πραγματικά ευχάριστη συνάντηση
και η σύντομη συνομιλία μας είχε
επίκεντρο το παρελθόν. Θυμάμαι ότι
κάποια στιγμή ο συνομιλητής μου δήλωσε
ότι είχαν προσπαθήσει μια ομάδα “κοντοχωριανοί
του” να με περιπλέξουν σε δικαστικούς
αγώνες για εκείνα που έγραφα εναντίον
των διπλωματών, και κυρίως του γενικού
προξένου Σωτηρόπουλου, “με τον πατέρα
του οποίου ήταν προσωπικός φίλος και
κοντοχωριανός, και θεωρούσε υποχρέωσή
του να υπερασπισθεί τον κοντοχωριανό
του διπλωμάτη.” Χαμογέλασα, με τα λόγια
του συνομιλητή μου, δεδομένου ότι είχα
πληροφορηθεί αυτή την λεπτομέρεια την
εποχή που συνέβησαν τα γεγονότα από
κάποια έμπιστη πηγή μου, μέσα από το
Γενικό Προξενείο. Συγκεκριμένα, ύστερα
από την αδυναμία του Σωτηρόπουλου να
πείσει την Αθήνα να του επιτρέψουν να
στραφεί εναντίον μου δικαστικά,
προκειμένου να με υποχρεώσει να διακόψω
την έκδοση λόγω των δικαστικών εξόδων
για τις αποκαλύψεις της επιθεώρησης,
και ύστερα από την άρνηση εκείνων για
κάτι παρόμοιο, είμαι βέβαιος ότι
προσπάθησε να ακολουθήσει το παράδειγμα
του προκατόχου του Θωμόγλου. Χωρίς,
ωστόσο, να μπορώ να ισχυρισθώ ότι
γνωρίζω συγκεκριμένες λεπτομέρειες
γύρω από αυτές τις προσπάθειες. Ομολογώ
ότι ανέκαθεν είχα εμπιστοσύνη στο
πρόσωπο του Γιώργου Φωτεινού, ως πατέρα
και καλού επιχειρηματία, μολονότι η
εκδοτική του προσπάθεια υπήρξε σύντομη
μα πολύ κουραστική. Προσωπικά πιστεύω
ότι τελικά τα γεγονότα εκείνα και η
τελική τους διαμόρφωση ήταν τα κύρια
στοιχεία τα οποία έφεραν τους ίδιους
ομογενείς κοντά μου για μου “πουν”τι
ακριβώς συνέβη στο παρελθόν εναντίον
μου. Ας είναι όλοι του καλά. Νεότερες
πληροφορίες μου, εξ άλλου, ανέφεραν ότι
παρόμοιες κινήσεις δρομολογήθηκαν και
από άλλους διπλωμάτες της Αθήνας στο
Τορόντο και την Οτάβα, όλες τους όμως
τελικά έπεσαν στο κενό είτε λόγω
αδυναμίας να στηριχθούν νομικά οι
αιτιάσεις τους, είτε επειδή οι
εκτελεστές της εντολής πιάστηκαν να
είναι κοινοί συκοφάντες μου. Ένας από
αυτούς υπήρξε στέλεχος της διπλωματικής
αποστολής της Κύπρου, οπαδός της
νεοφασιστικής ομάδας των
πραξικοπηματιών οι οποίοι στην
κυριολεξία κατέστρεψαν παντελώς το νησί,
προσφέροντας στην Τουρκία την αφορμή
που περίμενε για να εισβάλει με τις
στρατιωτικές της δυνάμεις και να
καταλάβει το μισό. Με αποτέλεσμα την
στρατιωτική κατοχή του μέχρις των
ημερών μας, επί 34 συνεχή χρόνια. Πάντως
θα πρέπει να ομολογήσω ότι τους
ευχαριστώ όλους, επειδή με αυτή τους την
πολιτική και ιδέες απέδειξαν το μέγεθος
των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η
Ελληνική διπλωματία.
Έκκληση
του αρχιεπίσκοπου των Σκοπίων.
Νωρίς
την δεκαετία του 1990 και δύο χρόνια μετά
την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του
κρατιδίου της FYROM, το Τορόντο και το
γειτονικό Χάμιλτον επισκέφθηκε ο
Αρχιεπίσκοπος των Σκοπίων Κύριλλος.
Ήταν ένα συμπαθητικό και καλόκαρδο
γεροντάκι με μεγάλη καρδιά και πολιτική
διορατικότητα. Με την ευκαιρία εκείνης
της επίσκεψης τον αγαθό γέροντα τίμησαν
με παρελάσεις τα μέλη της σλαβόφωνης
κοινότητας της πρώην Γιουγκοσλαβικής
δημοκρατίας του Χάμιλτον. Θέλοντας να
καλύψω αυτέ τις εκδηλώσεις αποφάσισα να
πάω στη γειτονική πόλη. Κάποια στιγμή
έγινα αντιληπτός από στελέχη του
κινήματος ορισμένα των οποίων
προσπάθησαν να κινηθούν απειλητικά
εναντίον μου ενώ άλλοι κάλεσαν
παρακείμενα αστυνομικά όργανα να με
απομακρύνουν. Όταν ωστόσο παρουσίασα τα
δημοσιογραφικά μου διαπιστευτήρια,
υποχρεώθηκαν να αποχωρήσουν. Έτσι
βρέθηκα κάποια στιγμή δίπλα στο
αυτοκίνητο που μετέφερε τον
αρχιεπίσκοπο. Στην σύντομη συνομιλία
μας ρώτησα να πληροφορηθώ τι σκέψεις του
και πως βλέπει να διαμορφώνονται
μελόντικα οι εξελίξεις. Ο τελευταίος
χαμογέλασε καλοκάγαθα και μου δήλωσε
“εσείς οι Έλληνες πάντοτε στο παρελθόν
μας βοηθήσατε και είμαι βέβαιος ότι το
ίδιο θα κάνετε και τώρα που σας έχουμε
ανάγκη”. Θέλησε να πληροφορηθεί τις
προσωπικές μου εμπειρίες και σκέψεις. “Σεβασμιότατε
του δήλωσε, διαπιστώνω μεγάλο και βαθύ
μίσος και αυτό ομολογώ ότι με τρομάζει.
Διερωτώμαι πως είναι δυνατόν να υπάρξει
κάποια μορφή συνεννόησης και
συνεργασίας με άτομα τα οποία δείχνουν
τόσο μίσος ενάντια σε κάθε τι το
Ελληνικό.” “Αυτό είναι το γνωστό
φαινόμενο των νεοφώτιστων και δεν θα
πρέπει να σε προβληματίζει”, μου
απάντησε εκείνος. “Μέσα στα επόμενα
δέκα χρόνια, σου διαβεβαιώ ότι θα
ξεπεραστούν όλα αυτά τα προβλήματα, τα
εξτρεμιστικά στοιχεία θα
αναγκασθούν να αποσυρθούν και οι
σχέσεις των δύο λαών μας θα οικοδομηθούν
πάνω σε βάσεις κοινής εμπιστοσύνης και
καλής γειτονίας. Οι Έλληνες μας
βοηθήσατε και στο παρελθόν και πρέπει να
μας βοηθήσετε και τώρα, μην ασχολείστε
με τους λίγους ταραχοποιούς. Γράφε σε
παρακαλώ,” συνέχισε, “ να μην δίνει
προσοχή η Αθήνα σε αυτούς, η μεγάλη
πλειοψηφία των πολιτών μας αγαπά και
θέλει την Ελλάδα και αυτό είναι εκείνο
που μετρά.” Δυστυχώς ο αγαθός εκείνος
γέροντας ειρηνοποιός και κήρυκας της
κοινής συνεργασίας και σεβασμού πέθανε
ύστερα από λίγα χρόνια και στην θέση του
βρέθηκε άλλος με τελείως διαφορετικές
ιδέες. Πάνω
στην ανάλυση του σοβαρού αυτού θέματος
όμως θα επανέλθω αμέσως μετά τις
διακοπές του Αυγούστου με την
αντίστοιχη έκδοση του Σεπτέμβρη του
2008. Τέλος η επιθεώρηση θα κυκλοφορήσει
κανονικά και τον Αύγουστο. |
|