|
|
|
Η
λύση στο Κυπριακό με βάση το διεθνές
δίκαιο!
Του
ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΤΣΟΥΡΗ, Καθηγητή Φιλολογίας
Παν/μίου Ιωαννίνων Τριάντα
τέσσερα χρόνια έχουν παρέλθει από την
παράνομη εισβολή και κατοχή από τον
Τουρκικό στρατό του 40% του Κυπριακού
εδάφους, την εθνοκάθαρση του
κατεχομένου τμήματος από τους 200.000
νόμιμους Ελληνοκυπρίους κατοίκους του,
και η συστηματική καταπάτηση των
ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνεχίζεται,
παρά την καταδίκη της Τουρκίας από το
Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων
Δικαιωμάτων μετά από την προσφυγή της
Κυπριακής Δημοκρατίας για
σειρά πολλαπλών εγκλημάτων που
απαγορεύονται από διεθνείς συμβάσεις.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται παράνομες
συλλήψεις και δολοφονίες απλών πολιτών,
βασανισμοί και εκτέλεση εν ψυχρώ
αιχμαλώτων πολέμου είτε μεμονωμένα είτε
ομαδικά, βιασμοί, βίαιη
εκρίζωση των νομίμων κατοίκων από τις
πατρογονικές τους εστίες, λεηλασίες
σπιτιών, βεβηλώσεις και λεηλασίες
εκκλησιών, μοναστηριών, βιβλιοθηκών,
δημοσίων και ιδιωτικών συλλογών,
ιστορικών και αρχαιολογικών μνημείων,
εξαφάνιση προσώπων που εμφανίζονται
μεταξύ των αιχμαλώτων ή των παράνομα
συλληφθέντων πολιτών σε καταλόγους που
οι ίδιοι οι Τούρκοι έδωσαν στα Ηνωμένα
Έθνη, άρνηση συνεργασίας για την
εξακρίβωση της τύχης των χιλιάδων
αγνοουμένων, καταναγκαστική εργασία,
παράνομη κατοχή και εκμετάλλευση των
ελληνοκυπριακών περιουσιών, παράνομος
εποικισμός με σκοπό τη δημογραφική
αλλοίωση κ.ά. (βλ. σχετικά τόσο την έκθεση
της ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ASME-HUMANITAS
που συνετάχθη από τους Heinrich
Struebig και Alexandra Krieg, καθώς
και τη σχετική καταδικαστική απόφαση
του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων
Δικαιωμάτων). Η
καταπάτηση δεκάδων άρθρων της Σύμβασης
της Γενεύης του 1949 για την προστασία των
ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε καιρό πολέμου,
καθώς και της Σύμβασης και των
πρωτοκόλλων της Χάγης (1954, 1999) για την
προστασία των καλλιτεχνικών και
επιστημονικών ιδρυμάτων και των
ιστορικών και αρχαιολογικών μνημείων
και θησαυρών, δυστυχώς δεν συγκινεί τις
μεγάλες δυνάμεις, και έτσι θησαυροί
ανεκτίμητης αξίας και παγκοσμίου
σημασίας καταστράφηκαν και
λεηλατήθηκαν. Εκκλησίες και μοναστήρια (περίπου
500) βεβηλώθηκαν, άλλες μετατράπηκαν σε
τζαμιά, σε σταύλους, σε αποθήκες, σε
κέντρα διασκέδασης, οι εικόνες και τα
ιερά σκεύη, ακόμη και οι τοιχογραφίες,
αρπάχτηκαν και εξαφανίστηκαν. Δυστυχώς,
ούτε η Κυπριακή πολιτική ηγεσία ούτε οι
Ελληνικές κυβερνήσεις αξιοποίησαν την
καταδίκη της Τουρκίας από διεθνή
δικαστήρια ούτε φυσικά, όσο έπρεπε, τις
αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Αντίθετα, η Ελληνική πολιτική ηγεσία
προσφέρει στην Τουρκία εν λευκώ την
υποστήριξή της στην πορεία της προς την
Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς κανένα απολύτως
αντάλλαγμα! Η εθνοκάθαρση και ο
εποικισμός θεωρούνται, ως γνωστόν, από
διεθνείς συμβάσεις ως εγκλήματα πολέμου,
ωστόσο ούτε η Κυπριακή ούτε η Ελληνική
πολιτική ηγεσία τόλμησε να παραπέμψει
την Τουρκική ηγεσία και την κατοχική
δύναμη καθώς και το ανδρείκελο της στην
Κύπρο, τη λεγόμενη ψευδοκυβένηση που
ελέγχει τη βόρεια κατεχόμενη Κύπρο με τη
βοήθεια και τη στήριξη των 40.000 περίπου
Τούρκων στρατιωτών. Τα
λάθη και οι παραλείψεις μας οδήγησαν στη
σημερινή θλιβερή κατάσταση. Το νησί
παραμένει διαιρεμένο με πλήρη
διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων και τον
εποικισμό να συνεχίζεται χωρίς όρια, με
τη συστηματική εξαφάνιση κάθε στοιχείου
από τον ελληνικό και χριστιανικό
πολιτισμό και χαρακτήρα του βορείου
κατεχομένου τμήματος. Ποιος
και πώς θα βάλει φρένο στα προφανή
σχέδια της Τουρκίας; Όπως αποκάλυψε η
τουρκική εφημερίδα Κουμχουριέτ στις
20.7.1997 με τίτλο «Διπλή Υπηκοότητα», η
Τουρκία στόχο έχει την αύξηση του
πληθυσμού των κατεχομένων στις 700.000,
ώστε να πάψει να ισχύει η μέχρι πρό τινος
αναλογία τουρκοκυπρίων και
ελληνοκυπρίων 18% και 80% αντίστοιχα. Αυτό
το εφιαλτικό σενάριο, το οποίο είχε
γνωστοποιηθεί σε τουρκική εφημερίδα ήδη
από το 1964, δηλαδή πριν από την τουρκική
εισβολή του 1974, θα πρέπει τόσο η
ελληνοκυπριακή όσο και η ελληνική
ηγεσία να προσπαθήσουν με κάθε μέσο να
ματαιώσουν. Το επόμενο στάδιο θα είναι
να ζητήσουν οι Τούρκοι στην Κύπρο, λόγω
της δημογραφικής μακροχρόνιας υπεροχής
τους, «αυτοδιάθεση», με άλλα λόγια
τουρκοποίηση της μεγαλονήσου. Η
απόρριψη του σχεδίου Ανάν από την
προηγούμενη Κυπριακή κυβέρνηση και από
το 76% του λαού απέτρεψε την τελευταία
στιγμή την διάλυση του κράτους και την
εν συνεχεία τουρκοποίηση του νησιού. Η
σημερινή ηγεσία, πιστεύοντας ότι μπορεί
να βρει λύση με διαπραγματεύσεις με τον
εγκάθετο της Άγκυρας στην Κύπρο,
προχώρησε σε διάλογο με τη σύσταση των
ομάδων εργασίας και των τεχνικών
επιτροπών. Προϋπόθεση βέβαια τέθηκε από
τον ίδιο τον Πρόεδρο της Κυπριακής
Δημοκρατίας κ. Χριστόφια η ύπαρξη
προόδου στα θέματα που συζητούν, τέτοιας
που να δικαιολογεί αισιοδοξία ότι
απευθείας συνομιλίες θα οδηγούσαν σε
λύση. Παρόλα
αυτά, φαίνεται ότι ο κ. Χριστόφιας
σύρεται σε απευθείας συνομιλίες χωρίς
αυτή την προϋπόθεση, και αυτό θα είναι
καταστροφικό για την Κύπρο, αφού θα
δώσει για άλλη μια φορά άλλοθι στην
Τουρκία για την πολιτική της στο νησί.
Πώς είναι δυνατόν ο κατοχικός ηγέτης να
αποφασίσει για την απαλλαγή της Κύπρου
από τα τουρκικά στρατεύματα κατοχής ή
για την κατάργηση των απαράδεκτων
εγγυητικών και επεμβατικών δικαιωμάτων
της Τουρκίας; Τη
στιγμή που οι τουρκοκύπριοι από 116.000 το
1974 σήμερα είναι λιγότεροι από 50.000 και
επομένως δεν μπορούν, και να το θέλουν,
να ορίσουν τη μοίρα τους, αφού
κατήντησαν μειοψηφία στην ίδιά τους την
πατρίδα; Και πώς είναι δυνατόν οι
ελληνοκύπριοι να δεχτούν την ύπαρξη δύο
αμιγώς εθνικών κρατών στην Κύπρο με τον
ψευδομανδύα της λεγόμενης διζωνικής
δικοινοτικής ομοσπονδίας; Το
μορμολύκειον της διχοτομήσεως
προβάλλεται από την κομμουνιστική και
όχι μόνο ηγεσία (ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ) ως
πρόσχημα για την εξεύρεση λύσης στη βάση
αυτού του ανύπαρκτου διεθνώς πολιτικού
συστήματος, κατάληξη του οποίου θα είναι
η νομιμοποίηση των τετελεσμένων. Ήδη
γράφτηκε στον τύπο ότι ο πρόεδρος κ.
Χριστόφιας δέχτηκε την παραμονή στην
Κύπρο 50.000 εποίκων, ενώ ο κατοχικός
ηγέτης ζητεί την παραμονή όλων των
εποίκων, δύο ξεχωριστά συνιστώντα κράτη
και άλλα απαράδεκτα. Στη
μακρά διαδρομή του Κυπριακού
προβλήματος όλες οι συμφωνίες
καταπατήθηκαν από τους Τουρκοκύπριους
ηγέτες. Ποια επομένως εγγύηση υπάρχει
ότι θα τηρήσουν μια ακόμα συμφωνία, τώρα
μάλιστα που τον απόλυτο έλεγχο ασκεί η
Τουρκία; Οι πολλοί γύροι των
διακοινοτικών συνομιλιών ένα μόνο
αποτέλεσμα είχαν: από αυτές πάντοτε
έβγαινε κερδισμένη η τουρκοκυπριακή και
η τουρκική πλευρά, γιατί η
ελληνοκυπριακή πολιτική ηγεσία
προχωρούσε συνεχώς σε νέες υποχωρήσεις. Το
μεγαλύτερο λάθος, κατά την άποψή μας,
ήταν η συμφωνία κορυφής Μακαρίου –
Ντενκτάς της 12.2.1977, όπου για πρώτη φορά
εισήχθη η έννοια της δικοινοτικής
ομοσπονδίας και όπου βασικά δικαιώματα,
όπως η ελευθερία κινήσεως, εγκατάστασης
και ιδιοκτησίας ρητά ανεφέρετο ότι
μένουν ανοικτά προς συζήτηση, και ότι θα
εξεταστούν με βάση την βασική αρχή του
δικοινοτικού ομοσπονδιακού συστήματος
και άλλων πρακτικών δυσκολιών (!!!). Η
συμφωνία αυτή επαναλήφθηκε δύο χρόνια
αργότερα μεταξύ Κυπριανού-Ντενκτάς,
βελτιωμένη, θα πρέπει να ομολογηθεί,
αφού προνοούσε ως βάση για μια
ενδεχόμενη λύση τα ψηφίσματα των
Ηνωμένων Εθνών και το σεβασμό των
ανθρωπίνων δικαιωμάτων και βασικών
ελευθεριών, καθώς και την μελλοντική
αποστρατικοποίση της νήσου.
Το
κακό όμως είχε γίνει. Το ενδιαφέρον πια
τόσο των Ηνωμένων Εθνών όσο και του
διεθνούς παράγοντα απομακρύνθηκε από το
πρόβλημα της εισβολής και της κατοχής
από τα Τουρκικά στρατεύματα και
στράφηκε προς την εξεύρεση λύσεως με
διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο
κοινοτήτων. Μόνη
της η ελληνοκυπριακή ηγεσία
αυτοπαγιδεύτηκε στη λεγόμενη διζωνική
δικοινοτική ομοσπονδία. Θα ήταν πολύ
καλύτερα τουλάχιστον αν επέμεναν στις
προτάσεις που είχαν καταθέσει το 1975 (με
τον Κληρίδη) για μια δικοινοτική
πολυκαντονική ομοσπονδία. Και όταν η
Τουρκοκυπριακή ηγεσία με την καθοδήγηση
της Άγκυρας ανακήρυξε το ψευδοκράτος, η
Ελληνοκυπριακή ηγεσία έπρεπε να
απαλλαγεί από τις συμφωνίες κορυφής και
τις προτάσεις της για διζωνική
δικοινοτική ομοσπονδία και αντʼ αυτών
να επανέλθει στη βασική επιδίωξη που δεν
πρέπει να είναι άλλη από την αποχώρηση
των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής και
μια λύση που να εδράζεται στη λογική της
πλειοψηφίας και της μειοψηφίας. Δεν
είναι νοητό και παραδεκτό η μειοψηφία
του 18% να επιβάλει τις απόψεις της επί
της πλειοψηφίας του 80%. Τι
δέον γενέσθαι σήμερα; Πιστεύουμε
ότι, όπως έχουν τα πράγματα, υπαναχώρηση
της Ελληνοκυπριακής ηγεσίας είναι
αδύνατη και θα δημιουργούσε τεράστια
προβλήματα στον διεθνή παράγοντα. Η
συνέχιση των διαπραγματεύσεων είναι
μονόδρομος. Θα πρέπει όμως μέσα στα
πλαίσια της λεγόμενης δικοινοτικής
διζωνικής ομοσπονδίας να επιμείνει η
ελληνοκυπριακή ηγεσία σε αρχές. =
Πρώτον, η λεγόμενη πολιτική ισότητα των
δύο κοινοτήτων δεν πρέπει να ερμηνευθεί
ως ίση διανομή της κεντρικής εξουσίας,
αλλά η διανομή θα πρέπει να γίνει με βάση
την αναλογία πληθυσμού που υπήρχε το 1974,
δηλαδή 18% προς 80%. =
Δεύτερον, η κατοχύρωση των ανθρωπίνων
δικαιωμάτων όλων των νομίμων κατοίκων,
ήτοι ελευθερίας κινήσεως, εγκατάστασης
και ιδιοκτησίας. =
Τρίτον, η σταθερή άρνηση ίδρυσης δύο
εθνοτικά αμιγώς πολιτειών, κάτι που
ουσιαστικά θα σήμαινε την νομιμοποίηση
των τετελεσμένων. Μια τέτοια λύση θα
ήταν σε άμεση αντίθεση με τα όσα ισχύουν
στην Ευρωπαϊκή Ένωση. =
Τέταρτον, η επιμονή για αποχώρηση όλων
των εποίκων. Θα μπορούσε η διεθνής
κοινότητα να δημιουργήσει ένα ειδικό
ταμείο για να μπορέσει ευκολώτερα να
επιτευχθεί αυτός ο στόχος. =
Πέμπτον, η σταθερή προσήλωση στην ανάγκη
αποχωρήσεως του τουρκικού κατοχικού
στρατού από την Κύπρο σε σύντομο χρονικό
διάστημα με διεθνείς εγγυήσεις. =
Έκτον, η κατάργηση των απαράδεκτων
εγγυητικών και επεμβατικών δικαιωμάτων
της Τουρκίας, καθώς και των άλλων
εγγυητριών κρατών, Ελλάδος και
Βρεττανίας. Ως μέλος της Ευρωπαϊκής
Ένωσης η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει
ανάγκη από προστάτες. =
Έβδομον, ο περιορισμός του διοικητικού
ελέγχου της τουρκοκυπριακής ηγεσίας
ανάλογα με την ιδιοκτησία όπως
καταγράφεται στο κτηματολόγιο της
Κύπρου. Η επιστροφή της Καρπασίας, της
Μόρφου και κάποιων άλλων περιοχών στον
έλεγχο της ελληνοκυπριακής διοικήσεως
είναι απολύτως απαραίτητη. =
Όγδοο, η ύπαρξη μιας μόνο κυριαρχίας και
μιας ιθαγένειας και η διασφάλιση της
ανεξαρτησίας και της ακεραιότητας της
Κυπριακής Δημοκρατίας. =
Ένατο, το οποιοδήποτε συμφωνημένο
σχέδιο λύσης θα πρέπει να τεθεί σε
δημοψήφισμα, ώστε η τελική απόφαση να
είναι του κυρίαρχου λαού. Επιπλέον, θα
πρέπει να τεθεί ως προϋπόθεση ότι μόνο
με μια ισχυρή πλειοψηφία (π.χ. 75%) το
σχέδιο λύσης θα γίνει αποδεκτό. Δεν
είναι δυνατόν σε αυτή τη μεγάλη στιγμή
να ισχύσει η λογική της απόλυτης
πλειοψηφίας, του 50+ %. Αν
όλα αυτά, που βασίζονται στα ψηφίσματα
του Συμβουλίου Ασφαλείας των Η.Ε. και τις
αρχές του διεθνούς δικαίου δεν γίνουν
αποδεκτά, τότε έχει κάθε νόμιμο δικαίωμα
η ελληνοκυπριακή πλευρά να μην
προχωρήσει σε αποδοχή λύσεως. Το
πρόβλημα δεν είναι η εξεύρεση μιας
οποιασδήποτε λύσεως του προβλήματος,
αλλά η εξεύρεση μιας λύσεως, η οποία θα
βασίζεται στις αρχές του διεθνούς
δικαίου, θα είναι λειτουργική και
βιώσιμη και δεν θα είναι προς βλάβην
είτε της μιας είτε της άλλης κοινότητας.
Ευχή όλων μας είναι να εξευρεθεί στο
τέλος μια τέτοια λύση. Διαφορετικά, από
μια κακή λύση προτιμώτερη είναι η
παρούσα κατάσταση.
|
|