The strong voice of a great community
Ιούλιος 2006

Πίσω στο ευρετήριο

 

Αφιέρωμα σ’ εκείνους που πίστεψαν και θυσιάστηκαν για τη λευτεριά

Άρης Βελουχιώτης

Από το Θεσσαλό Βάιο Φασούλα 

Εξήντα ένα χρόνια πέρασαν από την άτιμη και άνανδρη δολοφονία του Άρη Βελουχιώτη στη Μεσούντα της Άρτας και στη μνήμη του Πρωτοκαπετάνιου του ΕΛΑΣ θα σταθούμε σήμερα ξεκινώντας με μια επιστολή-αφιέρωμα που διαβάσαμε στο «Ριζοσπάστη», 17.06.2006, με αναφορά στον Άρη. Διαβάζουμε λοιπόν μεταξύ άλλων και τούτα:

«Εξήντα ένα χρόνια συμπληρώνονται αυτές τις μέρες από τη μέρα που ο πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ, ο Αρης Βελουχιώτης, περνούσε στους θρύλους του λαϊκού επαναστατικού κινήματος. Δολοφονείται (16/6/1945) από τα κυβερνητικά στρατεύματα και τις μοναρχοφασιστικές συμμορίες. Άφηνε την τελευταία κραυγή της ελευθερίας - εκεί στα σκληρά απόμερα βράχια του βουνού Φάγγου, στη Μεσούντα της Άρτας…»

Εντύπωση μας έκανε η φιλοξενία της επιστολής στην εν λόγο Εφημερίδα (και πρέπει να πούμε δεν είναι η πρώτη), αλλά ας μας επιτραπεί να μη συμφωνήσουμε απόλυτα ως προ τον τρόπο δολοφονίας του Αρχικαπετάνιου: «Δολοφονείται (16/6/1945) από τα κυβερνητικά στρατεύματα και τις μοναρχοφασιστικές συμμορίες». 

Δε θα επαναλάβουμε κι ούτε θα αναλύσουμε τώρα τη δολοφονία και τους λόγους της και ποιοι άλλοι ήταν οι παράγοντες· για όσους γνωρίζουν ελάχιστη Ιστορία το γνωρίζουν. Άλλωστε ένας επί πλέον λόγος που «σαβανώθηκε» η Αριστερά και κομματιάστηκε ήταν και η δολοφονία του Άρη, η οποία προέκυψε χάρη ξένων συμφερόντων.

Ίσως θα έπρεπε το ΚΚΕ να στρέψει πιότερο την προσοχή του στα δρώμενα και όχι μόνο στα σημερινά αλλά και στα λίγο παλιότερα και να δει πώς γέμισε ο κόσμος είδωλα και η Ελλάδα έχει την πρωτιά και στα είδωλα και στα άψυχα αντικείμενα. Όπου και αν στρίψει κανείς  το μάτι του θα δει «ανδριάντες» και επιγραφές, δρόμους και διάφορα ιδρύματα να φέρουν ονόματα «ηρώων» και «πατριωτών» βαφτισμένα απ’ τους «κουμπάρους»-απογόνους. Χώρια βέβαια και οι δοξασίες, οι λιτανείες, οι ευλογίες και ότι άλλο θέλει κανείς και αραιά και πού πετούν και κάνα κόκαλο σε κάτι πραγματικούς Ήρωες και Αγωνιστές όχι τίποτε άλλο αλλά για να μην τους πάρει ο κόσμος στο ψιλό.

Βέβαια! Προκειμένου αυτά τα είδωλα να αποτελούν για την ξεχαρβαλωμένη ιστορία των ημερών μας αντικείμενα τυφλής προπαγάνδας, γνωστά σαν πολιτικές και πολικοί, κυβερνήσεις και διάφοροι άλλοι λοιποί αρπάχτρες που συγκροτούν τη «γιορτή», αυτή που «ο Γιάννης μόνος πίνει μόνος χορεύει», και με την ανεκτικότητα ή τη σιωπή της Αριστεράς, έχουμε φτιάξει κράτος ειδώλων «ηγετών», «πατριωτών» και «εθναρχών».

Αυτά από πλευράς της καθεστηκυίας τάξης στην οποία και η παραδοσιακή Αριστερά, η οποία σε μεγάλο βαθμό εκπροσωπείται από τους κομουνιστές, έχει εγκλωβιστεί. Και για να είμαστε πιο ξεκάθαροι όσο αφορά τον κόσμο των «εθνικών» ειδώλων δεν είδαμε έναν ανδριάντα του Άρη δαπάνη του ΚΚΕ που αμή τι άλλο θα σήμαινε και την αναγνώρισή του.

Θα κλείσουμε με ένα αφιέρωμα στον Πρωτοκαπετάνιο Άρη Βελουχιώτη το οποίο, ο γράφων, αφιερώνει και στους φίλους (συναγωνιστές κατά προτίμηση όπως τους προσφωνούσε και ο Άρης) του ΚΚΕ.

 

Ε.Ε. Ιούνιος 17 2006      Web: www.fasoulas.de    pelasgos@fasoulas.de

 

Στη μνήμη του Άρη Βελουχιώτη

Πα στων Αγράφων τα βουνά

 

Πα στων Αγράφων τα βουνά στου Κόζιακα κορφάδες

κει που παλιά πολέμησαν οι πιο γενναίοι άνδρες

και χάρισαν τη λευτεριά στη σκλαβωμένη γη μας

και διώξανε το φασισμό και τον κατακτητή μας,

                                    .

βρέθηκα ψες στον ύπνο μου αντάμα με τον Άρη

τον καπετάνιο του ΕΛΑΣ το πρώτο παλικάρι

κι ανταρτοπούλες γύρα του κρέμονταν απ’ τα χείλη

πριχού ο ήλιος να κρυφτεί κι έρθει γοργά το δείλη 

                                    .

διαταγή περίμεναν να ορμήξουν στα θηρία  

γερμανικά και εγχώρια που ’φεραν δυστυχία

και σαν χταπόδι άδραξαν την έρμη μας πατρίδα

τη λευτεριά ν’ απαρνηθεί να πέσει στην παγίδα  

                                    .

Στο πατρικό μου βρέθηκα κι ήταν όλοι εκεί

η μάνα κι ο πατέρας μου, μπαρμπάδες και αδελφοί  

κι ο σεβαστός ο παπα-Λιας, ο γέροντας παππούς μου

που μίλαγε για το Χριστό σ’ όλους τους χωριανούς μου 

                                    .

και φτάνανε στην εκκλησιά ν’ ακούσουν τους ψαλμούς του,

ψαλμοί γλυκοί κι έβγαιναν μαζί με τους καημούς του

και βλόγαγε ο γέροντας της λευτεριάς την ώρα

κι εξόρκιζε την καταχνιά και τη μεγάλη μπόρα

                                    .

Εκεί λοιπόν στο πατρικό αντάμα με τον Άρη,  

απαντοχή στο σπίτι μας, χαρά, τιμή μεγάλη

κρασί η μάνα έφερνε να πιουν με τον πατέρα

και η τρανή μου αδελφή σχεδίαζε παντιέρα

                                    .

Αγένωτη στα δεκαοχτώ κι ήταν δεξί του χέρι

σαν αετού το πέταγμα έτρεμε και τ’ αγέρι      

το κρώξιμό της σήκωνε τρίχα κι ανατριχίλα 

και τους εχθρούς τούς έπιανε πικρός τρόμος και νίλα

                                    .

Εκεί ψηλά, στον Κόζιακα, στ’ απόρθητα λημέρια

βρέθηκα μες στους ήρωες που άρπαζαν στα χέρια       

τη λευτεριά που είχανε οι βάρβαροι δεμένη           

κι ο καπετάνιος που ’λεγε, για μας είναι δοσμένη

                                    .

Άστραφτε η γενειάδα του, φώτιζε η ματιά του

μέσα απ’ το χαμογέλι του έλαμπε η αρχοντιά του   

και η φωνή του έβγαινε καθάρια, μεστωμένη,

ε σεις, συντρόφια, έλεγε, γι’ αυτή ’μαστε ταγμένοι 

                                    .

Και μαζευτήκαν’ στην αυλή κοπέλες, παλικάρια

κάμποσοι γέροι και γριές με χέρια στα θηκάρια     

το λόγο του ν’ ακούσουνε που ’βγαινε φλογισμένος

του πρωτοκαπετάνιου τους με πίκρες ποτισμένος

                                    .

Αδέλφια δεν σκιαζόμαστε του ναζισμού θηρία 

αυτά ταχιά θα δώσουνε λόγο στην ιστορία      

θα νικηθούν, θα συντριφτούν κι όλα θα τα πληρώσουν

για τα κακά που κάνανε σκληρά θα μετανιώσουν 

                                    .

Του μέλλοντός μας οι εχθροί είναι ανάμεσά μας,

εχθροί για όλον το λαό θα’ ναι η συφορά μας,      

της λευτεριάς το τίμημα έχει μεγάλο κόστος

και θα ενώσουν τα πυρά κι ο ξένος και ο ντόπιος

                                    .

Στη χώρα συνωστίζονται όλοι οι κολασμένοι

ανάλγητοι για το λαό κι εξανδραποδισμένοι

ζιζάνια θα μας βάλουνε, παγίδες θα μας στήσουν

της λευτεριάς αγωνιστές θα τους εξαφανίσουν

                                    .

Μένει μονάχα να ’μαστε με πίστη στα δικά μας

σαν αλυσίδα κι άσπαστοι στ’ αγώνα ιδανικά μας

δεμένοι κι απροσκύνητοι σε κάθε καταιγίδες

όχι αυτές του ουρανού· δε σβήνουν τις ελπίδες             

                                    .

αλλά αυτές του τόπου μας που φτιάχνουν οι αδελφοί μας

με προδοσίες, ίντριγκες, πάνω στην κεφαλή μας.

Γι’ αυτό κρατάτε, αδελφοί, τα όπλα σας στα χέρια

πριχού όλους μας κόψουνε προδοτικά μαχαίρια

                                    .

Μάθ’τε να ξεχωρίζετε την ψώρα απ’ το στάρι

την όμορφη πατρίδα μας φυλάξτε με καμάρι,

γιατί, θαρρώ, στον τόπο μας τρανή οργή θα πέσει

τη λευτεριά, που όλους πονά, θα έχουνε φονεύσει

                                    .

Κι έλεγε, ο Άρης, έλεγε πάνω απ’ το παραθύρι

και τα πουλάκια του βουνού στήσανε πανηγύρι

και ο κόσμος κάτω άρχισε να ρίχνει πιστολιές    

τον ουρανό χαράκωναν μ’ ελπίδων πινελιές         

                                    .

Και όπως είχαν μαζευτεί ν’ αφουγκραστούν τον Άρη

κι απόθεσαν στα λόγια του τα άγχη τους, τα βάρη

έτσι και χάθηκαν ξανά σα να ’τανε αντάρα

κι εμένα μου απόμεινε του ύπνου μου λαχτάρα 

                                    .

Ο καπετάνιος χάθηκε, η μάνα μου, ο πατέρας

ο παπα-Λιας, οι αδελφοί σαν ήχοι μιας φλογέρας

αφήνοντας απόηχο που φτάνει ως την καρδιά μου

σφραγίδα ανεξίτηλη βάζει στα σωθικά μου                      

                                    .

Της λευτεριάς το τάλαντο πρέπει να το φυλάξω

κι όλους τους νεώτερους κοντά μου να τους κράξω

και να τους πω για τα κακά κείνης της εποχής

ντόπιοι και ξένοι παίξανε ρόλους της ενοχής

                                    .

Και φτιάξαν την πατρίδα μας τρανό νεκροταφείο

αριστερών και δεξιών και ορφανοτροφείο

παιδιών που ’μειναν ορφανά και ξεπουπουλιασμένα

να ψάχνουν για τις μάνες τους μόνα, δυστυχισμένα

                                    .

Ω τι πικρό της μοίρας σου ποτήρι να σου τύχη

να ξύνει η ορφάνια την ψυχή με το σκληρό της νύχι

μάνα αν χάσεις στη ζωή πα στο ξεκίνημά σου

αιώνιο το παράπονο θα ’ναι στο βάδισμά σου                     

                                    .

Κι αν τύχη χάσεις και τους δυο μπαίνεις στο Γολγοθά σου

μ’ έναν σταυρό ασήκωτο θα κάνεις την τροχιά σου

πικρές εικόνες στην καρδιά θα έχεις ματωμένες

της μάνας, του πατέρα σου θα σέρνεις ρημαγμένες  

                                    .

Στον καπετάνιο του ΕΛΑΣ, η μνήμη αιωνία

και σ’ όλους που εχάθηκαν στη μαύρη θηριωδία

μανούλες νιες, νέα παιδιά, αδέλφια και μπαρμπάδες

ανθρώπων που πιστέψανε στης λευτεριάς τις δάδες           

                                    .

Κι ορφάνεψαν τη χώρα μας, χάθηκαν νιάτα, κάλλη

βάρβαροι την κυλήσανε στα μίση και στη ζάλη

χάθηκαν σπίτια «αριστερών» στη φρίκη των σφαγών 

και άλλων σκορπίσαν «δεξιών» στη δίνη των κραυγών    

                                    .

Για την πατρίδα, λέγανε, πάλευαν και οι δυο

και την πατρίδα σύρανε στο μαύρο χαλασμό

οι ξένοι οι τρισκατάρατοι στήσανε κωμωδία     

και μαυροκόκκινοι αρχηγοί την κάναν τραγωδία 

                                    .

Τέτοια κατάντια, διχασμό, οι νέοι να μη δούνε

να σφάζει αδέλφι αδελφό, με μίσος να ορμούνε

κι όσοι εναπομείναντες να ζούνε πια διωγμένοι

άλλοι να τρων πικρό ψωμί, άλλοι κατατρεγμένοι

                                    .

κι άλλοι να ζουν ανάμεσα, στις σκιές των χαλασμάτων    

να τρων μαζί με το ψωμί, φωνές αναθημάτων,

να μην τηράνε πίσω τους τι άφησε η μπόρα

μαύρο, ορφάνια και κακό σ’ ολόκληρη τη χώρα 

                                    .

Ω τι κακό της κάνανε την έρμη μας πατρίδα

χήρεψαν σπίτια, γειτονιές, πέσανε στην παγίδα

κι έχασε η μάνα τα παιδιά, παππούς, γιαγιά εγγόνια

σπάραξ’ ο τόπος, σύρθηκε, στο μίσος, στη διχόνοια 

                                    .

Πόσες μανούλες κλάψανε, Λεύτερε, το χαμό σου

και πόσες δεν ανδρώθηκαν από το θάνατό σου

σύμβολο πια σε κάνανε της λευτεριάς εικόνα

κι άσβηστος μένεις μέσα μας, ελπίδα για αγώνα

                                    .

Πα στων Αγράφων τα βουνά στου Κόζιακα κορφάδες

έζησα κάμποσες στιγμές κείνες τις αποφράδες, 

ημέρες, μήνες και εποχές που δε λαλούσε αηδόνι

πόνοι, πικρίες και καημοί κι ο νους μου πια θολώνει...

 

Βάιος Φασούλας -Γερμανία, 16.03.2005

(Από τη Β` Ποιητική Συλλογή)