![]()
|
||
|
|
||
|
|
||
|
Ελεύθερα Αθήνα : Πολιτική Ανευθυνότητας
Του Θωμά
Στεφ. Σάρα. Για
τριάντα ένα χρόνια τώρα η Τουρκική
διοίκηση συνεχίζει να περιπαίζει, να
αγνοεί, να υποτιμά τη νοημοσύνη της
διεθνούς κοινότητας και να απορρίπτει
ψηφίσματα και αποφάσεις των Ηνωμένων
Εθνών. Επί
τριάντα ένα χρόνια συνεχίζει να
παρουσιάζεται ως θύμα της “αγριότητας”
των Ελληνοκύπριων θυμάτων της,
περισσότερα από διακόσιες χιλιάδες των
οποίων έστειλε πολιτικούς πρόσφυγες και
συνεχίζει να κρατά εξόριστους μέσα στην
ίδια τη πατρική τους γη. Είναι
μια υπόθεση που έχει αναλυθεί και
ανιχνευθεί μύριες φορές στο διάστημα
των τριάντα ενός ετών. Άρθρα
γράφτηκαν, διαμαρτυρίες οργανώθηκαν,
ψηφίσματα στάλθηκαν, πιέσεις ασκήθηκαν
προς κάθε κατεύθυνση, προκειμένου να
επιτευχθεί η κατανόηση και συνδρομή του
πολιτικού κατεστημένου της διεθνούς
κοινότητας, παρ’ όλα δε αυτά τα
αποτελέσματα υπήρξαν μηδαμινά, εάν όχι
καθόλου. Το
τραγικότερο είναι ότι ύστερα από
τριάντα ένα ολόκληρα χρόνια μετά την
εθνική εκείνη τραγωδία, ο περίφημος “φάκελος
της Κύπρου” συνεχίζει να παραμένει στα
σκονισμένα ράφια των “απορρήτων” του
υπουργείου εξωτερικών της Ελλάδας. Παραβλέποντας
πεισματικά τις
απαιτήσεις του φιλελεύθερου και
δημοκράτη Έλληνα πολίτη και το δικαίωμά
του να γνωρίζει, και ενάντια σε κάθε
δημοκρατική πρακτική και ηθικό κανόνα,
το Αθηναϊκό κράτος, επιμένει να
διαφεντεύει και να αποφασίζει τι θα
πρέπει να γνωρίζει ο Έλληνας πολίτης και
σε πια σκοτάδια θα πρέπει να παραμένει,δέσμιος
των μύθων της σκοπιμότητας του
πολιτικού κατεστημένου της χώρας. Αλλά
όμως το γεγονός αυτό δεν φαίνεται να
είναι το χειρότερο. Ύστερα από ένα τόσο
μεγάλο χρονικό διάστημα κατοχής
τμήματος του Κυπριακού εδάφους, και κάτω
από την καθημερινή “πλύση εγκεφάλου”
που τόσο έντεχνα και συστηματικά
καλλιεργεί η πραγματικά αξιόλογη και
αποτελεσματική διπλωματική υπηρεσία
της Άγκυρας, η διεθνής κοινότητα αρχίζει
να παρουσιάζει σημεία
αποπροσανατολισμού και σύγχυσης. Τον
Ιούλιο, ωστόσο, του
2005, κατά κάποια τραγική ειρωνεία η
Ελλάδα σαν μέλος του παντοδύναμου
Συμβούλιου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών,
βρέθηκε στην προεδρία του αυτού του
Σώματος. Ήταν
μια περίοδος πλήρους κινητοποίησης και
δραστηριότητας στο διεθνές προσκήνιο
από τις υποβαθμισμένες επί σειράν ετών
διπλωματικές υπηρεσίες των Αθηνών. Κατά
την διάρκεια των τριάντα ημερών της
προεδρίας της η Ελλάδα φρόντισε να
επιμεληθεί των σπουδαιότερων
προβλημάτων των ημερών της διεθνούς
κοινότητας. Πάρθηκαν αποφάσεις και
διοργανώθηκαν αποστολές προκειμένου να
βοηθηθούν οι ταλαιπωρημένοι και
καταπιεσμένοι λαοί της Αφρικής. Φαίνεται
όμως ότι η φορτικότητα αυτών των
προβλημάτων ήταν τόσο μεγάλη
και τόσο άμεση η ανάγκη για την λήψη
μέτρων αντιμετώπισης τους, ώστε να
διαφύγει παντελώς της προσοχής των
υπεύθυνων υπηρεσιών
της Ελληνικής προεδρίας του Συμβουλίου
Ασφάλειας η συνεχιζόμενη “εκκρεμότητα”
της στρατιωτικής εισβολής και κατοχής
εδαφών της Κυπριακής δημοκρατίας από
τις ένοπλες δυνάμεις της Τουρκίας. Ένα
δεύτερο γεγονός που περιπλέκει κατά
πολύ την πραγματικότητα είναι εκείνο
της “φιλικής επίσκεψης” του
πρωθυπουργού της Ελλάδας Κωνσταντίνου
Καραμανλή στην Άγκυρα, ως
προσκεκλημένος του κουμπάρου και
συνεργάτη του Ρ.Τ. Ερντογάν,
πρωθυπουργού της Μουσουλμανικής “δημοκρατίας”
της Τουρκίας. Είναι
δε τέτοια η εκτίμηση και ο σεβασμός της
“φιλίας” του Τούρκου πρωθυπουργού και
τόση η “εκτίμηση και αγάπη του” προς
τον Καραμανλή και τον Ελληνικό λαό, ώστε
φρόντισε να στείλει τον Υπουργό
Εξωτερικών και αντιπρόεδρο της
κυβέρνησης του, για να εκπροσωπήσει την
κυβέρνηση στους “πανηγυρισμούς” της
τριακοστής πρώτης επετείου της
καταρράκωσης κάθε έννοιας νομιμότητας
και ασέβειας προς το διεθνές δίκαιο και
της βάναυσης και βαρβαρικής κακοποίησης
του Κυπριακού Ελληνισμού, (διακόσιες
χιλιάδες των οποίων συνεχίζουν να
παραμένουν πολιτικοί πρόσφυγες),
φυγάδες από τη βία και το θάνατο που
σκόρπισαν τα τουρκικά ασκέρια εισβολής
στην απροστάτευτη και προδομένη Κύπρο,
με τον ισχυρισμό του “ειρηνευτικού
παρεμβατισμού”. Σύμφωνα
μάλιστα με τον
τουρκικό ημερήσιο τύπο ο “ειρηνευτικός
αυτός παρεμβατισμός” έφερε την ειρήνη
και σταθερότητα στο νησί. Πριν δε από την
έναρξη των επίσημων πανηγυρισμών είχαν
οργανωθεί “κοινωνικές και πολιτιστικές
εκδηλώσεις” με εικονική αναπαράσταση
της εισβολής. Ο
Αμπντουλάχ Γκιούλ, Υπουργός Εξωτερικών
της Τουρκίας παραβρέθηκε στις
εκδηλώσεις επί κεφαλής μεγάλης
Τουρκικής αντιπροσωπείας πολιτικών και
διπλωματών. Στις εκδηλώσεις είχαν
προσκληθεί να παραστούν και εκπρόσωποι
της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με
δημοσίευμα της ημερήσιας τουρκικής
εφημερίδας “Στάρ”. Μιλώντας
κατά την διάρκεια των θριαμβευτικών
εκδηλώσεων για την επέτειο της εισβολής
στο νησί, ο ΥπΕξ της Τουρκίας τη
χαρακτήρισε σαν ένα σταθμό του αγώνα των
“ΤουρκοΚυπρίων” για ελευθερία και
τόνισε ότι η Άγκυρα ουδέποτε θα
εγκαταλείψει τους ΤουρκοΚύπριους
προκειμένου να γίνει μέλος της
Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόσθεσε δε ότι η
ανάπτυξη και πρόοδος
της “δημοκρατίας των Τουρκοκυπρίων”
αποτελεί μια από τις προτεραιότητες των
Ισλαμιστών της Άγκυρας. Στις εκδηλώσεις
για πρώτη φορά έλαβαν μέρος και
αντιπροσωπείες του Αξερμπαϊζάν και
Πακιστάν, την χώρα από την οποία ξεκινά η
διεθνής τρομοκρατία. Τις εκδηλώσεις χαιρέτισε, επίσης, ο πρόεδρος της “δημοκρατίας” της Τουρκίας Αχμέτ Σεζερ, ο οποίος τόνισε για άλλη μια φορά ότι στο νησί υπάρχουν δύο ίσες και ξεχωριστές διοικήσεις και δύο εθνότητες και ότι αποτελεί βασικό όρο η αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας για οποιαδήποτε προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος. Σύμφωνα
με τον Τούρκο πρόεδρο είναι καιρός πλέον
να αρθεί η πολιτική και διπλωματική
απομόνωση της υπό κατοχή
Τουρκοκυπριακής διοίκησης από τη διεθνή
κοινότητα.
“Δημοκρατία
της Κύπρου”
Από
την άλλη πλευρά της “πράσινης”,
διαχωριστικής γραμμής τόσο η διοίκηση
όσο και ο Κυπριακός Ελληνισμός
διοργάνωναν διαμαρτυρίες για τη κατοχή
και μνημόσυνα για τα θύματα που
σφαγιάσθηκαν από τις δυνάμεις του
εισβολέα Τούρκου. Από
τις εκδηλώσεις πένθους της Κυπριακής
δημοκρατίας έλαμψε με την απουσία του το
πολιτικό κατεστημένο των Αθηνών. Μια
υποβαθμισμένη αντιπροσωπεία μελών του
Ελληνικού κοινοβουλίου υπό τον Υπουργό
τουρισμoύ Αβραμόπουλο, βρέθηκαν στο νησί
σε “σε ένδειξη συμπαράστασης”. Η
πολιτική ηγεσία των Αθηνών αρκέστηκε
στα συνηθισμένα μηνύματα εντυπωσιασμού
της κοινής γνώμης των Ελλήνων ψηφοφόρων
τονίζοντας εμφατικά το γεγονός της
αποδοχής της Κύπρου από την μεγάλη
Ευρωπαϊκή οικογένεια. Σύμφωνα
με τον πρωθυπουργό της Ελλάδας Κώστα
Καραμανλή όραμα της κυβέρνησης του
παραμένει να “καταστήσουμε τη γειτονιά
μας παράδειγμα ειρηνικής συνύπαρξης,
ασφάλειας και συνεργασίας”. Από
τη δική του πλευρά ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ
Γιώργος Παπανδρέου τόνισε ότι το
κυπριακό είναι ένα βαθιά πολιτικό
ζήτημα συνύπαρξης και συμβίωσης
Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Το
ΠΑΣΟΚ, σύμφωνα με τη δήλωση του ηγέτη του
“συμμετέχει ενεργά στην
επαναδιεθνοποίηση του προβλήματος για
την εξεύρεση λύσης, με βάση τις
αποφάσεις του ΟΗΕ, χωρίς να υπολογίζει
το όποιο πολιτικό κόστος”. Από
τη δική του πλευρά το ΚΚΕ αναφέρει ότι “
παρά τον αρνητικό διεθνή συσχετισμό και
παρά τις πιέσεις από τη τότε κυβέρνηση
του ΠΑΣΟΚ και την ουσιαστική συναίνεση
της ΝΔ και του Συνασπισμού, ο Κυπριακός
λαός, απέρριψε με συντριπτική
πλειοψηφία στις 24 Απρίλη του 2004, το
Αμερικανοβρετανικό “σχέδιο Ανάν”, το
οποίο επιχειρούσε να νομιμοποιήσει τα
αποτελέσματα της εισβολής και κατοχής
με την θεσμοθέτηση δύο κυριάρχων κρατών.
Έθετε δε τη Κυπριακή Δημοκρατία, αν και
κυρίαρχο κράτος- μέλος του ΟΗΕ, υπό
διεθνή εποπτεία ενός δικαστηρίου όπου
τον αποφασιστικό λόγο θα τον είχαν μη
Κύπριοι”. Έτσι
αφημένος στη μοναξιά του, πέρασε την
μαύρη επέτειο της ιστορίας του ο
Κυπριακός Ελληνισμός. Όταν προ ημερών,
ωστόσο, εξερράγη κάποια βόμβα στο
τουριστικό θέρετρο Κουσάντασι της
Τουρκίας, από τους πρώτους που τρέξαν να
δηλώσουν τη συμπαράστασή τους προς την
Άγκυρα ήταν η κυβέρνηση των Αθηνών. “Η
σκέψη μας βρίσκεται κοντά στις
οικογένειες των θυμάτων”, τονίζει η
επιστολή του Καραμανλή προς το “κουμπάρο”
του Ερντογάν. Του διέφυγε ωστόσο ο πόνος
και η απελπισία των θυμάτων της
θηριωδίας του Τουρκικού ασκεριού που
έσφαξε, έκαψε, βίασε, καταδίωξε και
εξαφάνισε δύο χιλιάδες Ε Ελληνοκύπριους
σε ομαδικούς τάφους, συνεχίζει δε να
παραμένει ατιμώρητο για τριάντα ένα
ολόκληρα χρόνια με την ευλογία και
αποδοχή της απαράδεκτης εθνικής
πολιτικής των Αθηνών.
“Τουρκικοί Προβληματισμοί”
Είναι
γνωστό ότι στις 11 του Ιούλη του 2005, ο
ισλαμιστής Τούρκος πρωθυπουργός
βρέθηκε στην Ουάσιγκτον, προσκεκλημένος
του Προέδρου των ΗΠΑ. Για τον Πησέπ Τ.
Ερντογάν η επίσκεψη του προσέφερε την
ευκαιρία να ζητήσει από την αμερικανική
διοίκηση κατανόηση και βοήθεια
οικονομική και στρατιωτική. Έκανε
έκκληση στο βιομηχανικό κατεστημένο της
Αμερικής για επενδύσεις στη χώρα του και
τέλος τόνισε στο Πρόεδρο, τους
προβληματισμούς της Τουρκίας από την
δημιουργία ημιαυτόνομης Κουρδικής
πολιτείας. Στην πραγματικότητα ο
Τούρκος πολιτικός εμφανίσθηκε ως ο “από
μηχανής θεός” για την καταστολή του
κινήματος των τρομοκρατών της περιοχής
και ζήτησε από τον Πρόεδρο το δικαίωμα
εισβολής των ενόπλων δυνάμεων της
Τουρκίας στα εδάφη του Κουρδιστάν.
Υποσχέθηκε να είναι μια επιχείρηση
μερικών ημερών με την οποία επρόκειτο να
“ξεκαθαρίσει” τις εστίες των
τρομοκρατών Κούρδων αυτονομιστών και
την προστασία του Τουρκούδ, μιας πόλης η
οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της
Άγκυρας κατοικείται από Τουρκομάνους
του Ιράκ. Σύμφωνα
με πληροφορίες μου η Ουάσιγκτον
προσπάθησε να πείσει την διοίκηση της ΕΕ
να αποδεχθεί μια παρόμοια λύση η οποία
προφανώς θα βοηθούσε να τεθεί υπό έλεγχο
ένα σοβαρό μέρος της αντίστασης των
Κούρδων ανταρτών. Τις
πληροφορίες μου αυτές προσπάθησα να
επιβεβαιώσω το περασμένο μήνα με την
ευκαιρία συνάντησης μου με την ηγεσία
της ΕΕ, η οποία επισκέφθηκε το Καναδά. Όταν
σε κάποια στιγμή βρέθηκα μπροστά στον
υπεύθυνο της εξωτερικής πολιτικής της
ΕΕ Χαβιέ Σολάνα, του έθεσα το ερώτημα για
την αντίδραση της προεδρίας σε μια
παρόμοια ενέργεια της Τουρκίας. Ο
τελευταίος μου χαμογέλασε και μου
διαβεβαίωσε ότι δεν πρόκειται να συμβεί
κάτι παρόμοιο. “Πάρε το από μένα”, μου
δήλωσε, “δεν υπάρχει καμία περίπτωση να
συμβεί κάτι παρόμοιο, καμία απολύτως, σε
διαβεβαιώ”. Σε δεύτερη ερώτησή μου,
ωστόσο, σχετική με το Κυπριακό, ο
συνομιλητής μου δεν θέλησε να απαντήσει
και έσπευσε να απομακρυνθεί προς την
έξοδο της αίθουσας όπου τον περίμενε ο
Καναδός Υπέξ Πιέρρ Πεττηγκρό. Πολιτικοί
σχολιαστές, ωστόσο, μέσα στη Τουρκία
φαίνεται να δίνουν διαφορετική ερμηνεία
στα γεγονότα σε μια προσπάθεια άσκησης
πολιτικής πίεσης στην Ουάσιγκτον. Η
πραγματικότητα αυτή γίνεται αντιληπτή
από τα σχόλια δημοσιογράφων οι οποίοι
είναι γνωστόν ότι εκφράζουν τη γραμμή
της κυβέρνησης ή και εκείνη του
παρακράτους των στρατοκρατών της
Άγκυρας. Σε
ένα παρόμοιο σχόλιο αρθρογράφος της
Χουρριέτ διαβλέπει τη δημιουργία
αντιαμερικανισμού μεταξύ των μεγάλων
λαϊκών τάξεων της Τουρκίας εξ αιτίας της
άρνησης της Αμερικής να επιτρέψει τη
χρήση στρατιωτικών δυνάμεων για την
επίλυση του προβλήματος των Κούρδων. Σύμφωνα
με τον αρθρογράφο η Τουρκία
προβληματίζεται από το όλο θέμα με το
ΠΚΚ το οποίο έχει εγκατασταθεί στο
Βόρειο Ιράκ όπου και εκπαιδεύει με άνεση
τις δυνάμεις των ανταρτών οι οποίοι
εισέρχονται μέσα στα τουρκικά εδάφη και
σκοτώνουν Τούρκους στρατιώτες, και
καταλήγει : “το Τουρκικό έθνος θεωρεί
υπεύθυνες τις ΗΠΑ για τους θανάτους
αυτών των στρατιωτών”. Ο
αρθρογράφος πιστεύει ακόμα ότι οι
Ηνωμένες πολιτείες προστατεύουν τόσο
τους αντάρτες του κινήματος των Κούρδων,
όσο και τους ΕλληνοΚυπρίους άπαξ και δεν
λαμβάνουν μέτρα για την άρση της
απομόνωσης των κατεχόμενων εδαφών του
νησιού από τη Τουρκία. Με
αφορμή, εξ άλλου, την έκρηξη βόμβας στο
τουριστικό θέρετρο της Τουρκίας
Κουσάντασι της Σμύρνης, από την οποία
τραυματίσθηκαν είκοσι άτομα μεταξύ των
οποίων και δύο ξένοι τουρίστες, ο ένας
των οποίων Βρετανός και ο άλλος Ρώσος, η
Άγκυρα κάνει ξεκάθαρες τις προθέσεις
της να διασχίσει τα σύνορα με το Ιράκ για
να κτυπήσει τους Κούρδους “τρομοκράτες”
στους οποίους αποδίδει τη βομβιστική
επίθεση. Σύμφωνα
με τις πληροφορίες ήδη η διπλωματικές
υπηρεσίες της Τουρκίας άρχισαν μια
εκστρατεία “διαφώτισης” της διεθνούς
κοινότητας για την ανάγκη αντιμετώπισης
της τρομοκρατίας. Σύμφωνα μάλιστα με τον
ίδιο το πρωθυπουργό Έρντογκαν : “Η
Τουρκία έχει δικαίωμα να παραβιάσει τα
σύνορα με το Ιράκ προκειμένου να λάβει
μέτρα εναντίον των μαχητών του ΠΚΚ”.
Μιλώντας σχετικά ο Υπουργός εσωτερικών
της Άγκυρας δήλωσε ότι σύντομα
προγραμματίζεται κοινή
σύσκεψη μεταξύ εμπειρογνωμόνων των ΗΠΑ,
του ΙΡΑΚ και της Τουρκίας για την λήψη
κοινών αποφάσεων στο μέτωπο κατά της
τρομοκρατίας.
Επίλογος
Όταν
προ ετών ο Σαντάμ του Ιράκ τόλμησε να
παραβιάσει τα σύνορα του μικρού Κουβέϊτ,
ο “Αμπάσαντορ” Μπούς, (ο σήνιορ),
ξεσήκωσε τη διεθνή κοινότητα και δεν
άργησε να υποχρεώσει τον εισβολέα σε
άτακτη οπισθοχώρηση. Κάτι
παρόμοιο έγινε και με τα Βαλκάνια όπου
με αφορμή τη προστασία των μουσουλμάνων
της Βοσνίας Ερζεγοβίνης άρχισαν
στρατιωτικές επιχειρήσεις του Νατο με
αποτέλεσμα τη καταστροφή της
Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας και τη
παραπομπή του Μιλόσεβιτς και των
συνεργατών του στο Διεθνές Δικαστήριο
της Χάγης με τις κατηγορίες της
εθνοκάθαρσης και των εγκλημάτων κατά
της ανθρωπότητας. Έκτοτε
ολόκληρη η τότε ηγεσία της
Γιουγκοσλαβίας βρίσκεται στα
δικαστήρια, ενώ ο Σαντάμ Χουσεϊν
περιμένει τη δική του τύχη φυλακισμένος
των Αμερικανών. Η
Τουρκία, ωστόσο, παρά το γεγονός ότι
διέπραξε αδικήματα κατά πολύ μεγαλύτερα
και εφάρμοσε για άλλη μια φορά πολιτική
εθνοκάθαρσης με το διωγμό διακοσίων
πενήντα χιλιάδων Ελληνοκυπρίων
από τις κατεχόμενες περιοχές και τη
δημιουργία “καθαρής Τουρκοκυπριακής
διοίκησης”. Και στη περίπτωση αυτή όμως
η ευθύνη θα πρέπει να καταλογισθεί
απόλυτα στη πολιτική ηγεσία των Αθηνών η
οποία ακολουθώντας τις εντολές των
ισχυρών “ισχυρών συμμάχων της”, απλώς
σιωπά, προσπαθώντας να παραπλανήσει
τους Έλληνες και Κύπριους πολίτες. Σύμφωνα
μάλιστα με τις ειδήσεις, καθώς γράφονται
αυτές οι γραμμές, η Αθήνα και Άγκυρα
βρίσκονται σε συνεχή επικοινωνία για το
καθορισμό ημερομηνίας επίσκεψης του
Κωνσταντίνου Καραμανλή στη Τουρκία. Όσο
για τους Έλληνες πολίτες δημοσκόπηση
στο Ευρωβαρόμετρο για την Ένταξη της
Τουρκίας στην EE,
παρουσιάζει την πλειοψηφία των Ελλήνων
να είναι αρνητικοί στην ιδέα. Μια
ιδέα την οποία ασπάζεται ολόκληρο το
πολιτικό κατεστημένο του Αθηναϊκού
κράτους προκειμένου να ικανοποιήσει
τους παγκόσμιους εντολοδόχους οι οποίοι
και τους ανέβασαν και τους κρατούν στην
εξουσία. Αυτή δυστυχώς είναι η
πραγματικότητα, στη χώρα που γέννησε τη
δημοκρατία, ο Δήμος έπαψε να έχει δική
του γνώμη στις μέρες μας. Τώρα
αποφασίζουν οι πολιτικοί ανάλογα μα τα
κομματικά και προσωπικά τους συμφέροντα
και τους υπολογισμούς τους για την
εξουσία.
|
|
|