![]()
|
||
|
|
||
|
|
||
|
Ελεύθερα «Μπρος
γκρεμός και πίσω ρέμα» – ελληνικό λαϊκό
γνωμικό
Του
Θωμά Στεφ. Σάρα
Για
την αμερικανική διοίκηση και κυρίως το
Λευκό Οίκο η νίκη πάνω στο ιρακινό
καθεστώς είναι επόμενο να αποτελεί λόγο
περηφάνειας. Είναι επόμενο, λοιπόν, ότι
για τον Αμερικανό πρόεδρο μια προσφυγή
για βοήθεια στα Ηνωμένα Έθνη στην ουσία
να τον υποτιμήσει και να τον προσβάλει,
άπαξ και εκείνος ήταν που πριν από
μερικούς μόνο μήνες παρέβλεψε τα
Ηνωμένα Έθνη σαν άσχετα και χωρίς
σημασία. Το σημερινό, λοιπόν, δίλημμά του
συσνίσταται στο πώς θα είναι δυνατό,
ύστερα από μόλις τέσσερις μήνες από την
ημέρα εκείνη, να στραφεί στον ίδιο
διεθνή οργανισμό για βοήθεια.
Παράλληλα, όμως, με αυτή τη λογική
έρχονται και ορισμένες πολιτικές
πραγματικότητες, τις οποίες είναι
υποχρεωμένος να λάβει σοβαρά ο πρόεδρος,
και αυτές είναι οι τελευταίες
δημοσκοπήσεις ης κοινής γνώμης των
Αμερικανών, οι οποίες δηλώνουν ξεκάθαρα,
ότι η δημοτικότητα του προέδρου
βρίσκεται σε πτώση.
Το Ιράκ, χωρίς αμφιβολία, έχει
καταστεί ένας επικίνδυνος εφιάλτης και
μια περιπέτεια, της οποίας την έξοδο δεν
φαίνεται να γνωρίζει κανείς. Το γεγονός
ότι καθημερινά και ένας αριθμός
Αμερικανών στρατιωτών των δυνάμεων
κατοχής του Ιράκ χάνουν τη ζωή τους από
τις επιθέσεις των ανδρών της ιρακινής
αντίστασης αποτελεί μια σαφή
προειδοποίηση για τον George W. Bush,
ότι ο δρόμος της επανεκλογής του το 2004
δεν πρόκειται να είναι «περίπατος».
Χωρίς την οικονομική συμβολή και
στρατεύματα από άλλες χώρες οι ΗΠΑ
αντιλαμβάνονται ότι η προσπάθεια
επαναφοράς της νόμιμης τάξης στο Ιράκ
δεν πρόκειται να έχει αποτελέσματα. Κάθε
δε κίνηση προς την κατεύθυνση αυτή είναι
καταδικασμένη να αποτύχει σε μια χώρα
που τα στρατεύματα κατοχής είναι
καθημερινός στόχος των Ιρακινών
αντιστασιακών.
Στα Ηνωμένα Έθνη, από την άλλη, οι
διπλωμάτες της διεθνούς κοινότητας
προσέχουν και παρακολουθούν τις
πιθανότητες και εξελίξεις από κοντά. Για
το διεθνή οργανισμό η κατάσταση αυτή
μπορεί να αποβεί μοιραία μια μοναδική
ευκαιρία για ν’ αποδείξει, ότι είναι
ικανός να επιλύσει τα διεθνή προβλήματα.
Αλλά μπορεί και να καταστεί μια ιστορική
ευκαιρία, η οποία χάθηκε εξαιτίας των
αντιρρήσεων και διαφωνιών των μελών.
Είναι βέβαιο και καταφανές ότι ένας
αριθμός χωρών-μελών του οργανισμού θα
δέχονταν με ευχαρίστηση κάποιο πιο
σημαντικό ρόλο των Ηνωμένων Εθνών στο
Ιράκ, ακόμα δε περισσότερο είναι
προετοιμασμένες να συνδράμουν
οικονομικά και στρατιωτικά, εάν υπήρχε
μια σχετική απόφαση, για την οποία θα
συμφωνούσαν όλοι.
Παρά το γεγονός ότι ο Καναδάς δεν
διαθέτει στρατιωτικές δυνάμεις στο Ιράκ,
καθώς επίσης και δεν κατέχει έδρα στο
Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών,
δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία, ότι η
κυβέρνηση της χώρας θα έβλεπε με χαρά
κάποια προσπάθεια του προέδρου Μπους
για προσέγγιση με τη διεθνή κοινότητα
σαν έναν οργανισμό ο οποίος οικοδομεί
τις προϋποθέσεις εξεύρεσης
συμβιβαστικών λύσεων.
Από την αντίθετη πλευρά, ωστόσο, η
διοίκηση Μπους ισχυρίζεται ότι δεν έχει
την ανάγκη νέας εντολής των Ηνωμένων
Εθνών, προκειμένου να φέρει κι άλλα έθνη
στην προσπάθεια ανασυγκρότησης του Ιράκ.
Σύμφωνα με την ερμηνεία του Λευκού Οίκου,
το ψήφισμα 1483, το οποίο έγινε αποδεκτό
από το Συμβούλιο Ασφαλείας εδώ και δύο
μόλις μήνες, προκειμένου να επιτραπεί η
άντληση πετρελαίου από τις
πετρελαιοπηγές του Ιράκ, κάνει έκκληση
για μια κοινή προσπάθεια, προκειμένου να
επανέλθει η καταστραμμένη χώρα στα
πόδια της.
Πέραν όμως από τα πολιτικά και
διπλωματικά επιχειρήματα και τις
ερμηνείες των ειδικών του Λευκού Οίκου,
δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Ουάσιγκτον
είναι υποχρεωμένη να επανέλθει στα
Ηνωμένα Έθνη, εάν πραγματικά υπολογίζει
στη βοήθεια και συνεισφορά τους.
Τέσσερις χώρες – η Ρωσία, η Ινδία, η
Γαλλία και η Γερμανία – ήδη έχουν
αρνηθεί ξεκάθαρα να συμμετάσχουν με
ειρηνευτικές δυνάμεις χωρίς
συγκεκριμένη αποδοχή και εξουσιοδότηση
των Ηνωμένων Εθνών. Είναι δε βέβαιο ότι
ένας άλλος σοβαρός αριθμός χωρών
πρόκειται ν’ ακολουθήσει το παράδειγμα
των τεσσάρων.
Για τον Αμερικανό πρόεδρο το δίλημμα
είναι πραγματικά μεγάλο. Από τη μια έχει
τη δυνατότητα να στηριχθεί πάνω στις
ένοπλες δυνάμεις της χώρας του και να
παρουσιασθεί αρμοστής των διεθνών
υποθέσεων, με την πιθανή υποστήριξη ενός
μικρού αριθμού συμμάχων του, όπως ο Tony
Blair της
Βρετανίας – ο οποίος με τη σειρά του
αντιμετωπίζει και ο ίδιος πολιτικά
προβλήματα – ή να παραδεχθεί ότι
αντιμετωπίζει προβλήματα, και να
στραφεί στα Ηνωμένα Έθνη για μια σοβαρή
συμβολή και βοήθεια. Είναι φυσικό ότι
και οι δύο πιθανότητες έχουν η κάθε μια
χωριστά και τους δικούς της κινδύνους.
Εάν πάντως η αμερικανική διοίκηση
επιμείνει στην πολιτική φιλοσοφία του «μπορούμε
να επιτύχουμε μόνοι μας», είναι επόμενο
ότι περισσότερες ζωές Αμερικανών
στρατιωτικών πρόκειται να χαθούν στο
Ιράκ, όπου ο αριθμός των σκοτωμένων
Αμερικανών στρατιωτών μεγαλώνει
καθημερινά. Αυτό, όμως, έχει επίδραση
πάνω στο ηθικό των Αμερικανών, οι οποίοι
αισθάνονται σαν παγιδευμένος στόχος των
ανδρών της ιρακινής αντίστασης, και
χειροτερεύει καθημερινά και
περισσότερο.
Το ίδιο διάστημα το παθητικό του
προϋπολογισμού της Ουάσιγκτον
παρουσιάζει πρωτόγνωρα ύψη. Ήδη
αναφέρεται στο ποσό των 455
δισεκατομμυρίων δολαρίων. Το ποσό αυτό
συνεχίζει να αυξάνεται κάθε μήνα με ένα
επιπρόσθετο τεσσάρων δισ. δολ., που
απαιτούν οι επιχειρήσεις του Ιράκ. Με
τον τρόπο αυτό, όμως, το δημόσιο χρέος
κινδυνεύει να ξεφύγει από τον έλεγχο της
διοίκησης, ένα γεγονός το οποίο θα
αποτελέσει θεϊκό προεκλογικό δώρο για
τους Δημοκρατικούς, τους αντίπαλους του
προέδρου Μπους.
Η κατάσταση αυτή γίνεται ακόμα πιο
δύσκολη εν όψει των πιθανοτήτων
δημιουργίας νέων προβλημάτων και
κρίσεων, όπως τουλάχιστον διαφαίνεται
με τη Βόρεια Κορέα και το Ιράν. Στην
περίπτωση αυτή, όμως, η αμερικανική
διοίκηση θα είναι υποχρεωμένη να
ομολογήσει την αδυναμία της διάθεσης
νέων στρατιωτικών μονάδων. Δυστυχώς δε
γι’ αυτήν, τα πάντα δείχνουν ότι
οδηγείται σε νέα κρίση.
Παράλληλα υπάρχει πάνοτε η
πιθανότητα κάποιας τρομοκρατικής
επίθεσης μέσα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η
πιθανότητα αυτή ψιθυρίζεται, και
ορισμένοι τη θεωρούν δεδομένη. Εάν, όμως,
πράγματι συμβεί κάτι παρόμοιο, τότε η
πολιτική του Τζορτζ Μπους θα αποδειχθεί
σαπουνόφουσκα σε ζεστή καλοκαιρινή
νύχτα.
Είναι επόμενο, λοιπόν, ότι ο πρόεδρος
δεν έχει την πολυτέλεια της αναμονής.
Όσο περνάει ο χρόνος, τόσο οι συνθήκες
γίνονται πιο δύσκολες γι’ αυτόν. Μια
σωστή κίνηση ίσως να ήταν εκείνη της
επιστροφής των Αμερικανών στα Ηνωμένα
Έθνη. Στην περίπτωση αυτή όμως οι
Αμερικανοί είναι υποχρεωμένοι να
απολογηθούν. Είναι γνωστό ότι εδώ και
μερικούς μήνες οι ΗΠΑ προσπάθησαν να
γελοιοποιήσουν τα μέλη του Συμβουλίου
Ασφαλείας και κυρίως τη Γαλλία, επειδή
αντέδρασε στην προσπάθεια των
Αμερικανών να εκδιώξουν τον Σαντάμ
Χουσεϊν. Ακόμα δημόσια υποτίμησαν τους
επιθεωρητές όπλων του οργανισμού, καθώς
επίσης κατηγόρησαν τις προσπάθειες του
οργανισμού για την αδυναμία του
εξεύρεσης τρόπου ειρηνικού αφοπλισμού
του Ιράκ. Όπως είναι επόμενο, όλα αυτά
συνεχίζουν και σήμερα να είναι νωπά στη
μνήμη όλων.
Για τους πολιτικούς παρατηρητές δεν
υπάρχει αμφιβολία, ότι ορισμένα κράτη θα
βρεθούν στο δίλημμα να ταπεινώσουν την
αμερικανική νοοτροπία του μονοκράτορα.
Για όσο χρονικό διάστημα, όμως, οι
αμερικανικές δυνάμεις κατοχής
συνεχίζουν να παραμένουν εκτεθειμένες
στους δρόμους του Ιράκ, πάντα θα υπάρχει
ο κίνδυνος νέων νεκρών από τις δυνάμεις
της ιρακινής αντίστασης, έναντι των
προσδοκιών του προέδρου Μπους να γίνουν
αποδεκτές οι δυνάμεις του σαν
ελευθερωτές με πανηγυρισμούς και
υποδοχή ηρώων.
Μα πάνω από ο,τιδήποτε άλλο υπάρχει
πάντα η πιθανότητα τα μέλη του
Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ ν’
αρχίσουν να διαπληκτίζονται γύρω από
τον ρόλο του καθενός στο μεταπολεμικό
Ιράκ. Διότι είναι επόμενο, κάθε χώρα, η
οποία θα συμφωνήσει να διαθέσει
στρατεύματα, να θέλει να έχει κάποιον
ρόλο στην όλη διαχείριση της
ανασυγκρότησης του Ιράκ και τις
ειρηνευτικές επιχειρήσεις. Χώρες, οι
οποίες πρόκειται να βοηθήσουν
οικονομικά, από την άλλη, είναι επόμενο
να έχουν την απαίτηση τα κεφάλαια της
δωρεάς τους να τα διαχειρίζονται τα
Ηνωμένα Έθνη ή και κάποιος άλλος
οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών, σε καμιά
δε περίπτωση οι Ηνωμένες Πολιτείες. Και
στις δύο περιπτώσεις, όμως, η Ουάσιγκτον
θα είναι υποχρεωμένη να διαμοιραστεί
τον έλεγχο και την εξουσία, που ασκεί
πάνω στο Ιράκ, με άλλους. Κάτι παρόμοιο,
όμως, δεν φαίνεται διατεθειμένος να
κάνει ο πρόεδρος Μπους.
Κάτω από αυτή την ανάλυση είναι
επόμενο ότι το Ιράκ αρχίζει να
διαμορφώνεται σ’ έναν πραγματικό
εφιάλτη για τον πρόεδρο Μπους και το
σύμμαχό του της Βρετανίας, Τόνι Μπλερ. Τα
πάντα δείχνουν την απροθυμία της
διεθνούς κοινότητας να ανοικοδομήσει
τις γέφυρες, που κατέστρεψε η Ουάσιγκτον.
Ακόμα είναι βέβαιο ότι, κάτω από αυτές
τις προϋποθέσεις, δεν πρόκειται να
υπάρξει χρόνος για τους συνεργάτες του
Αμερικανού προέδρου να ενεργοποιήσουν
κάποια μεταπολεμική συμμαχία στο Ιράκ
πριν από τις επερχόμενες προεδρικές
εκλογές του 2004. Είναι επόμενο, λοιπόν,
ότι η καλύτερη διέξοδος για τον
Αμερικανό πρόεδρο θα είναι η προσφυγή
του στα Ηνωμένα Έθνη, μολονότι κάτι
τέτοιο θα του κοστίσει τόνους εγωισμού.
Η ιστορία μέχρι σήμερα έχει
αποδείξει ότι καμιά υπερδύναμη ή
αυτοκρατορία δεν κατόρθωσε να επιβάλει
μόνη της την ειρήνη σε χώρες και
περιοχές που υπήρχε τοπική αντίσταση.
Πέραν τούτου, όμως, είναι βέβαιο ότι, εάν
η Ουάσιγκτον συνεχίσει να διαθέτει ένα
δισ. δολάρια την εβδομάδα για τις
ανάγκες διατήρησης των στρατευμάτων της
στο Ιράκ, δεν πρόκειται να φθάσει
πουθενά.
Σε μια εποχή, μάλιστα, επιβολής
δραστικών περικοπών στα κοινωνικά
προγράμματα καθώς επίσης και σ’ εκείνα
της κοινωνικής πρόνοιας, με ένα
πρόγραμμα περικοπων της φορολογίας προς
όφελος των μεγάλων κεφαλαιούχων και
προνομιούχων της αμερικανικής αγοράς,
είναι επόμενο ν’ αρχίσουν να
δημιουργούνται αίσθηση και ερωτήματα
στους Αμερικανούς πολίτες γύρω από το
πού τους οδηγεί η διοίκηση. Η καθημερινή
απώλεια ανδρών, εξάλλου, στο Ιράκ δεν
αφήνει και πολλά περιθώρια αισιοδοξίας
για τον πρόεδρο.
Παρ’ όλ’ αυτά, τα πάντα δείχνουν ότι
ο πρόεδρος Μπους δεν είναι
διατεθειμένος να αποδεχθεί κάποια μορφή
πολυεθνικής διοίκησης στο Ιράκ.
Γνωρίζει πολύ καλά, ότι η διεθνής
κοινότητα κατά γενικό κανόνα έχει την
ανάγκη της βοήθειας των ΗΠΑ και ποτέ
αντίθετα, και, όπως είναι επόμενο, δεν
πρόκειται να γονατίσει μπροστά στα
Ηνωμένα Έθνη.
Το μέλλον είναι εκείνο που θα
αποδείξει γι’ άλλη μια φορά, εάν η
πολιτική του Μπους ήταν πιο σωστή από
εκείνη του να επιτεθεί στο Ιράκ. Μια
πολιτική με ένα σαρωτικό στρατιωτικό
θρίαμβο, ο οποίος όμως κινδυνεύει να
μετατρέψει σε ερείπια τη μοναδική
υπερδύναμη του εικοστού πρώτου αιώνα.
|
|
|