|
«Παίξτε
μπάλα, ρε…»!
Του
Νικου Α. Τουλιου
Ένας βουλευτής του ΠΑΣΟΚ,
επηρεασμένος από το Μουντιάλ, έλεγε τις
προάλλες: «Ο Ανδρέας μπορούσε να βάλει
γκολ και με το χέρι. Ο Σημίτης βάζει
κανονικό γκολ και του το ακυρώνουν». Ας
αφήσουμε κατά μέρος το πρώτο μέρος του
συλλογισμού του, για το αν ο μακαρίτης
έμοιαζε με το… Μαραντόνα. Άλλωστε και ο
Αργεντινός είναι πλέον απόμαχος. Μήπως
το δεύτερο μέρος του συλλογισμού
περιγράφει κάπως την πραγματικότητα;
Μήπως, δηλαδή, κάποια «παράγκα» ακυρώνει
τα «γκολ» που βάζει η κυβέρνηση ή απλώς
έχουμε να κάνουμε με το φαινόμενο των
αυτογκόλ;
Με ποια ομάδα του φετινού Μουντιάλ
μοιάζει η σημερινή κυβέρνηση; Πάντως, με
καμιά από τις τέσσερις που έπαιξαν στο
μικρό και μεγάλο τελικό. Για Βραζιλία,
ούτε λόγος να γίνεται. Εκείνοι έχουν
εμπνεύσεις, είναι μαέστροι, κάνουν
κολπάκια, αλλά είναι και καλοί αμυντικοί,
όταν χρειάζεται. Μήπως μοιάζει με τη
Γερμανία; Ούτε από μακριά. Οι Γερμανοί
είναι σταθεροί, πειθαρχημένοι, δυνατοί
και παίζουν σαν ομάδα. Αλλά ούτε με την
Τουρκία ή την Κορέα μπορεί να
παρομοιαστεί η κυβέρνηση Σημίτη.
Εκείνες αποδείχθηκαν ομάδες-έκπληξη, με
πειθαρχημένο σύνολο, ορισμένους παίκτες-αστέρια,
γρήγορους, αποφασισμένους και
αποτελεσματικούς.
Η κυβέρνηση μοιάζει με τη φετινή
Γαλλία, άντε με την Ιταλία. Έχει «παίκτες»-βεντέτες,
αλλά κουρασμένους ή χορτασμένους, και γι’
αυτό αδιάφορους (περίπτωση Γαλλίας). Ή
μοιάζει με την Ιταλία, που αδικήθηκε μεν
λίγο από τη διαιτησία, αλλά σε καμιά
περίπτωση αυτό δεν σημαίνει πως η ομάδα
αυτή άξιζε να περάσει στην τελική φάση
σε βάρος της Κορέας, της Τουρκίας, της
Σενεγάλης και πολλών άλλων. Αντίθετα,
στην προηγούμενη τετραετία, η κυβέρνηση
συνδύαζε τα χαρακτηριστικά πολλών από
αυτές τις ομάδες. Είχε στόχο, ήταν «νέα»,
μολονότι οι περισσότεροι «παίκτες» ήταν
παλιοί, είχε πολλούς ατομιστές, αλλά την
κατάλληλη στιγμή έβρισκαν τον τρόπο να
παίξουν ομαδικά, και ο προπονητής
έβρισκε τον τρόπο να κάνει κάθε φορά τις
κατάλληλες συνθέσεις.
Θα ήταν άδικο να πούμε ότι σήμερα δεν
ισχύει τίποτα απ’ όλ’ αυτά. Σήμερα, όμως,
η κατάσταση επιβαρύνεται, τόσο από την
αντικειμενική πραγματικότητα όσο και
από φαινόμενα που δεν υπήρχαν ή υπήρχαν
σε περιορισμένο βαθμό την προηγούμενη
περίοδο. Έχουμε και λέμε: 1.
Το ΠΑΣΟΚ θα συμπληρώσει του χρόνου
σχεδόν είκοσι χρόνια στην εξουσία. Αυτό
δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το εκλογικό
σώμα επιθυμεί διακαώς να δει τη Νέα
Δημοκρατία στη θέση του. Όμως, η παραμονή
των ίδιων προσώπων στις ίδιες θέσεις και
η αίσθηση ότι αυτό οδηγεί σε απραξία και
αδιαφορία ή στη λογική «δεν βαριέσαι,
στο τέλος θα μας ξαναψηφίσουν» προκαλεί
ένα είδος απέχθειας. 2.
Οι απαιτήσεις των διαφόρων
κοινωνικών ομάδων από μια κυβέρνηση με
μεγάλη θητεία είναι αφόρητα πιεστικές.
Αντίστροφα, οι πολίτες θεωρούν
αυτονόητα τα πολλά απ’ όσα γίνονται, με
αποτέλεσμα το οποίο κυβερνητικό έργο να
μη θεωρείται επαρκές ή εν πάση
περιπτώσει να μη λαμβάνεται υπόψη στις
αξιολογήσεις των πολιτών, που απαντούν
στις δημοσκοπήσεις σε χρόνο που απέχει
πολύ από τις εκλογές. 3.
Τα περισσότερα κυβερνητικά και
κομματικά στελέχη έχουν πέσει σε μια
παγίδα. Σχεδόν από την επόμενη των
εκλογών του 2000 δίνουν την εντύπωση ότι
μοναδικό μέλημά τους είναι πώς θα
κερδίσουν τις επόμενες εκλογές.
Κανονικά αυτό δεν θα έπρεπε να συμβαίνει,
όσο κι αν η κατοχή της εξουσίας έχει
καταντήσει αυτοσκοπός και η απώλειά της
δημιουργεί στερητικά συμπτώματα. Το
ΠΑΣΟΚ και τα στελέχη του έχουν χορτάσει
και από εκλογικές νίκες και από εξουσία,
και δεν θα χαθεί ο κόσμος, αν κάποια
στιγμή τη χάσουν. Ένας τρόπος για να τη
χάσουν στα σίγουρα είναι να
αναλίσκονται καθημερινά σε «αναλύσεις»,
«εκτιμήσεις» και «κλαψουρίσματα» για το
πόσο κακό είναι το σημερινό «κλίμα» και
αν αυτό μπορεί να ανατραπεί. Κάτι, δηλαδή,
που δεν θα έχει καμιά σημασία όταν θα
έρθει η ώρα των εκλογών. Φυσικά,
μια κυβέρνηση και ένα κόμμα είναι
αδύνατο να αγνοούν το καθημερινό
γίγνεσθαι ή να αδιαφορούν για τα
αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων. Άλλωστε
ζούμε στην εποχή της επικοινωνίας, της
εικόνας, του εφήμερου και των εντυπώσεων.
Όλα αυτά όμως έχουν και τα όριά τους. Και
στην προηγούμενη τετραετία
παρατηρήθηκαν ορισμένα από τα σημερινά
φαινόμενα. Όμως, ο κ. Σημίτης και το
βασικό κυβερνητικό επιτελείο έδειχναν
να έχουν ένα σχέδιο και ήταν
αποφασισμένοι να το φτάσουν μέχρι το
τέλος. Αρκετές φορές αγνόησαν το
λεγόμενο πολιτικό κόστος. Στη μέση της
πρώτης τετραετίας, σε στιγμές κρίσεων (υπόθεση
Οτσαλάν, μαθητικές και αγροτικές
κινητοποιήσεις κ.ά.) έδωσαν πολλές φορές
την εντύπωση ότι πλησιάζει η ημέρα που
θα έχαναν την πολιτική ηγεμονία. Η
συνέχεια, όμως, διέψευσε αυτή την
εκτίμηση. Σήμερα
η κυβέρνηση δείχνει να πελαγοδρομεί. Το
σημαντικότερο δεν είναι ότι οι υπουργοί
δεν συνεννοούνται πριν αποφασίσουν.
Τέτοια φαινόμενα συνέβαιναν και χθες
και παλιότερα, αφού είναι σύμφυτα με την
άσκηση της πολιτικής. Το
χαρακτηριστικότερο γνώρισμα της
περιόδου είναι η απουσία πίστης σ’ αυτό
που κάνουν, υπό την επήρεια του «κλίματος»,
το οποίο με τη σειρά του δημιουργεί την
αίσθηση της ηττοπάθειας. Γι’ αυτό και
πληθαίνουν οι «ατομιστές», που απλώς
θέλουν να περισώσουν το γόητρό τους με
μερικές άχρηστες «τρίπλες» παραπάνω, οι
οποίες δεν διαθέτουν ούτε στο ελάχιστο
τη γοητεία αυτών που κάνει ο Βραζιλιάνος
Ντέλιλσον. Αν
όλα αυτά ανταποκτίνονται στοιχειωδώς
στην πραγματικότητα, ο κ. Σημίτης και οι
επιτελείς του δεν έχουν πολλές λύσεις
στο συρτάρι τους. Δεν μπορούν να
υποχρεώσουν τους
ατομιστές να κόψουν τις τρίπλες, μπορούν
όμως να τις περιορίσουν. Δεν μπορούν να
γίνουν Γερμανία, αλλά ας
παραδειγματιστούν από την Τουρκία, αντί
να δίνουν την εντύπωση ότι «παίζουν» σαν
ξοφλημένες «βεντέτες». Δεν μπορούν να
απαλλαγούν από το άγχος της απώλειας της
εξουσίας, αλλά ας κάνουν το στοιχειώδες:
Ας το μεταθέσουν για ένα χρόνο (έτσι κι
αλλιώς τότε θα το έχουν αυξημένο κατά
πολύ) και ας κοιτάξουν να ολοκληρώσουν
μερικά απ’ όσα υποσχέθηκαν στην αρχή
της θητείας τους.
Έτσι όπως ασκείται και
παρουσιάζεται σήμερα η πολιτική, η
αλλαγή του «κλίματος» δεν μπορεί να
έρθει παρά μόνο κοντά στον εκλογικό
χρόνο. Και μόνον αν (και όταν) οι πολίτες
θεωρήσουν ότι οι σημερινοί κυβερνώντες
δεν ξόφλησαν πρόωρα, όπως η Γαλλία στο
φετινό Μουντιάλ. Αρκεί οι ίδιοι να μην
καλλιεργούν, με τα τερτίπια τους, αυτή
την εντύπωση. Και για να επιστρέψουμε
στην αρχή αυτού του σημειώματος: Δεν
αρκεί να φαίνεται ότι κάποιοι σου
ακυρώνουν τα «γκολ» που βάζεις. Αυτό
μπορεί να προκαλεί μια συμπάθεια, η
οποία όμως εξανεμίζεται αν δεν παίζεις
μπάλα ή αν – ακόμη χειρότερο – βάζεις
αυτογκόλ. Και επειδή οι μέρες το
επιτρέπουν, να ένα καλό σύνθημα για
όσους ψάχνουν άλλες συνταγές, αλλαγής «κλίματος»:
«Παίξτε μπάλα, ρε…»!
|