Ελεύθερα

 

Τουρκία: Στην αγκαλιά του χάους

 

Του Θωμα Στεφ. Σαρα

 

            Στη σχετική αρθρογραφία μου των δύο τελευταίων ετών γράφω κι επαναλαμβάνω να τονίζω ότι ύστερα από δύο ολόκληρους αιώνες κοινωνικών αναταραχών και οικονομικών κρίσεων η Τουρκία μπαίνει πλέον στο τελικό στάδιο της τελικής της αποσύνθεσης.

            Τα σημερινά γεγονότα και οι πολιτικές εξελίξεις στη χώρα αυτή των Οθωμανών έρχονται να με δικαιώσουν, καθώς η χώρα ασταμάτητα βρίσκεται στο δρόμο των τελευταίων της κοινωνικών αναμορφώσεων και μιας οικονομικής κρίσης, την οποία δεν πρόκειται να ξεπεράσει με κανένα τρόπο. Η αλήθεια είναι ότι οι εξελίξεις αυτές βρήκαν σχεδόν απροετοίμαστους τους περισσότερους πολιτικούς αναλυτές της περιοχής, όχι όμως και την Ουάσιγκτον με το Λονδίνο, που διεπίστωσαν ότι η Άγκυρα με τον καιρό είχε αρχίσει να γίνεται επικίνδυνη όχι μόνο για τα συμφέροντα των ΗΠΑ μα και αυτής ακόμα της Ευρώπης.

            Αυτός ακριβώς ήταν και ο λόγος, για τον οποίο η φορά των πραγμάτων διαμορφώθηκε με τόση ακρίβεια, ώστε να μην υπάρξει περίπτωση να δημιουργηθούν αντιδράσεις, που πιθανώς να μπορούσαν να ανατρέψουν αυτούς τους σχεδιασμούς. Προς την κατεύθυνση αυτή, βέβαια, σπουδαίο ρόλο έπαιξε και ο Ραούφ Ντενκτάς, ο οποίος κατόρθωσε να προσεταιριστεί το στρατιωτικό καθεστώς της Άγκυρας, να τον υποστηρίζει στις ατελείωτες διαπραγματεύσεις του με την Κυπριακή Δημοκρατία, αφήνοντας έτσι να χαθεί πολύτιμος χρόνος σε συζητήσεις χωρίς κανένα σκοπό ή νόημα.

            Η στρατηγική φυσικά απέβλεπε στη δημιουργία συνθηκών, οι οποίες θα υποχρέωναν την «κουρασμένη» Ευρώπη να δεχθεί να παραβλέψει την ουσία των αποφάσεων και συνθηκών της, και θα επέτρεπε στην Άγκυρα ν’ αρχίσει τη διαδικασία των ενταξιακών διαπραγματεύσεων σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Άγκυρας: τα δύο χωριστά κράτη της Κύπρου, την αναγνώριση των τουρκικών απαιτήσεων πάνω στην ελληνική κυριαρχία και, τέλος, τη διατήρηση της σημερινής πολιτικής μορφής της καλυμμένης στρατιωτικής δικτατορίας.

            Είναι δε βέβαιο ότι ο κυριότερος εκφραστής αυτής της φιλοσοφίας ήταν ο πρωθυπουργός της χώρας, Μπουλέντ Ετζεβίτ, ο οποίος έφθασε στο σημείο ανοικτής σύγκρουσης με την Ουάσιγκτον με το αιτιολογικό της αδυναμίας του να ασκήσει επιρροή στη στρατιωτική χούντα, η οποία καθορίζει την πολιτική της χώρας.

            Κάτω από αυτές τις εξελίξεις, στις αρχές Ιουλίου, και καθώς η προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) περνούσε στη Δανία, οι πολιτικοί παρατηρητές της Άγκυρας διαπίστωναν μια όχι και πολύ ενθαρρυντική ατμόσφαιρα για σοβαρή δουλειά εξαιτίας της απροθυμίας της τουρκικής διοίκησης να αποδεχθεί την εφαρμογή των γνωστών κριτηρίων της Κοπεγχάγης, τα οποία ουσιαστικά άνοιγαν τις πόρτες της εισόδου στην Ευρώπη, ενώ παράλληλα έστελναν ένα μήνυμα αλλαγής στη νοοτροπία της Ουάσιγκτον.

            Μιλώντας μάλιστα σχετικά ο πρωθυπουργός της Δανίας, Άντερς Ρασμούσεν, ξεκαθάρισε τις προθέσεις του να βοηθήσει στην επιτάχυνση της διαδικασίας της ένταξης, υπό την προϋπόθεση όμως της αποδοχής και εφαρμογής των κριτηρίων της Κοπεγχάγης. Ήταν η τελευταία ίσως ευκαιρία, που η Ευρώπη πρόσφερε στην Τουρκία για τη σωτηρία της.

            Στην Άγκυρα ωστόσο οι πραγματικότητες παρουσιάζονταν τελείως διαφορετικές. Στο Κυπριακό συνέχιζε να παραμένει η ίδια στασιμότητα στο θέμα των διαπραγματεύσεων, το δε εθνικό κοινοβούλιο της χώρας, αντί να συζητήσει και περάσει τα σχετικά με τις απαιτήσεις της συνθήκης της Κοπεγχάγης νομοσχέδια, αποφάσισε να διακόψει τις εργασίες του για τις θερινές διακοπές. Οι συνεταίροι, εξάλλου, στην κυβέρνηση συνασπισμού του Ετζεβίτ δεν φάνηκαν και πολύ ενθουσιασμένοι με την ιδέα της γρήγορης αποδοχής των σχετικών νομοσχεδίων.

            Σχολιάζοντας αυτές τις πραγματικότητες ο υπεύθυνος για την επέκταση της Ευρώπης, Βερχόιγκεν, τόνισε κατ’ επανάληψη ότι δεν υπήρχε καμιά περίπτωση στη συνάντηση της Κοπεγχάγης το Δεκέμβριο του 2002 η Τουρκία να λάβει κάποια συγκεκριμένη ημερομηνία για την έναρξη των διαπραγματεύσεων προσχώρησής της στην ΕΕ.

            Σύμφωνα με τον ομιλητή, και εάν ακόμα η Άγκυρα αλλάξει τη στάση της στο θέμα της Κύπρου ή και της διαμάχης μεταξύ του ΝΑΤΟ και ευρωπαϊκού στρατού, και πάλι οι πιθανότητες προόδου για την ίδια είναι ελάχιστες, εάν δεν ξεκαθαριστεί νομικά ότι η τελευταία αποδέχεται τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές. «Η επιτροπή μας δεν αποδέχεται την αρχή των διαπραγματεύσεων πάνω σε πολιτικές σκοπιμότητες», τόνισε ο ομιλητής, επαναλαμβάνοντας ότι η ελληνοκυπριακή κυβέρνηση θα γίνει δεκτή στην ΈΕ άσχετα εάν υπάρξει ή όχι επίλυση των διαφορών.

            Η αποφασιστική αυτή στάση των εκπροσώπων της Ευρώπης, χωρίς καμιά αμφιβολία, συντάραξε τα λιμνάζοντα πολιτικά νερά της Άγκυρας, ενώ παράλληλα άρχισαν να ακούγονται οι πρώτες φωνές αγωνίας για το μέλλον της χώρας έξω από την ΕΕ.

            Γράφοντας σχετικά ο δημοσιογράφος της «Μιλιέτ» Δερία Σαζάκ κάνει μια ύστατη έκκληση για επικράτηση κοινής λογικής και αναφέρεται στα ιστορικά προηγούμενα της Γαλλίας και Γερμανίας, οι οποίες όμως παραμέρισαν το παρελθόν και έγιναν εταίροι στην ΕΕ, και καταλήγει με το ερώτημα: «Γιατί όμως και η Τουρκία και η Κύπρος δεν μπορούν να επιδείξουν την ίδια ανδρεία, γιατί θα πρέπει να είμαστε διαιρεμένοι»;

            Παράλληλα με αυτές τις διαμορφώσεις η Άγκυρα άρχισε να εμφανίζεται καθημερινά και περισσότερο απρόθυμη να κάνει υποχωρήσεις στις απαιτήσεις των Ευρωπαίων και κυρίως στο θέμα του ευρωπαϊκού στρατού. Μιλώντας σχετικά σε δημοσιογραφική διάσκεψη ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών Τουρκίας, Χουσεϊν Ντιριόζ, στις 5 Ιουλίου ε.έ., δήλωσε ότι η Τουρκία δεν επιδέχεται καμιά συζήτηση στο θέμα του Ευρωπαϊκού Στρατού, και το μόνο που αναγνωρίζει είναι το «συμφωνητικό της Άγκυρας».

            Παρόμοιες, εξάλλου, ήταν και οι δηλώσεις του δεύτερου σε ιεραρχία στη διοίκηση του Γενικού Επιτελείου, στρατηγού Γιασάρ Μπουγιουκανίτ, ο οποίος απέκλεισε κάθε πιθανότητα υποχώρησης της χώρας. «Η συμφωνία της Άγκυρας», τόνισε, «αποτελεί την τελευταία λέξη για μας πάνω στο θέμα αυτό, και από τώρα και στο εξής δεν πρόκειται να αποδεχθούμε αλλαγή ούτε και σε μια μεμονωμένη λέξη» («Ακσάμ» 4/7/02).

            Είναι βέβαιο πλέον ότι αυτή η αδιαλλαξία της Άγκυρας και η απροθυμία της να επιδείξει κάποιο πνεύμα συνεργασίας για την επίλυση του Κυπριακού και τις απαιτήσεις της εναντίον της Ελλάδας στο Αιγαίο άρχισε να δημιουργεί ερωτήματα και να προβληματίζει τόσο τις Βρυξέλλες όσο και την Ουάσιγκτον. Γινόταν πλέον ξεκάθαρο ότι ο «αριστερός» Ετζεβίτ ήταν στην πραγματικότητα η «ορντινάντσα» των στρατηγών που διοικούν τη χώρα και ακόμα ότι δεν έδειχνε καμιά διάθεση αλλαγής αυτής του της τακτικής.

            Όπως ήταν επόμενο, οι καταστάσεις αυτές άρχισαν να δημιουργούν πονοκεφάλους στην Ουάσιγκτον, η οποία προετοιμαζόταν για την τελική επίλυση των διαφορών της με τον Χουσεϊν του Ιράκ. Στην προσπάθειά της αυτή η Ουάσιγκτον κατ’ επανάληψη θέλησε να προσεταιριστεί την Τουρκία στην ανοχή, βοήθεια και πιθανή συμμετοχή της οποίας στήριζε ένα σημαντικό ποσοστό της επιτυχίας των δυνάμεών της.

            Σύμφωνα με αρθρογραφία της ημερήσιας «Σταρ» της Κωνσταντινούπολης, «οι ΗΠΑ και η ΕΕ παρακολουθούν την κυβερνητική κρίση στην Τουρκία πιο προσεκτικά και από αυτόν τον τουρκικό λαό, επειδή η πολιτική κρίση συνδυάζεται με δύο σπουδαίες ημερομηνίες των ΗΠΑ και της Ευρώπης» (10/7/02). Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, ο πρόεδρος Μπους των ΗΠΑ είναι αποφασισμένος πλέον να επεκτείνει τον πόλεμο στο Ιράκ. Ύστερα από την καταστροφή των δυνάμεων των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν και τον παραμερισμό του Αραφάτ στη Μέση Ανατολή ο Αμερικανός πρόεδρος φαίνεται αποφασισμένος να ξεκαθαρίσει την κατάσταση με τον εχθρό του, Σαντάμ Χουσεϊν. Για το λόγο αυτόν ακριβώς στάλθηκε ο υφυπουργός Άμυνας των ΗΠΑ στην Άγκυρα, προκειμένου να γνωρίσει από κοντά τους «προβληματισμούς» και τις «απαιτήσεις» των Τούρκων έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών.

            Είναι βέβαιο πλέον ότι αμέσως μετά τις βουλευτικές εκλογές του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ ο πρόεδρος ετοιμάζεται να δώσει το πράσινο φως για την έναρξη των επιχειρήσεων. Από την άποψη αυτή είναι βέβαιο ότι η Ουάσιγκτον θέλει να έχει μια «σοβαρή και δυνατή» κυβέρνηση στην Τουρκία, η οποία θα προθυμοποιηθεί να βοηθήσει την προσπάθεια. Αυτός, εξάλλου, είναι και ο λόγος που «κατά συγκυρία» οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας απαιτούν τη διεξαγωγή εκλογών μέχρι τον ερχόμενο Νοέμβριο.

            Μια δεύτερη αιτία, η οποία προβληματίζει την Ουάσιγκτον, είναι η οικονομική κατάσταση στην Τουρκία. Σε σχετικές δηλώσεις του, ο υπουργός Οικονομικών της χώρας, Κεμάλ Ντερβίς, τόνισε ότι οι αιτίες του προβλήματος είναι «ψυχολογικές» και είναι απαραίτητη η προσφυγή στις εκλογές για την ανάδειξη μιας ισχυρής κυβέρνησης.

            Παρόμοια, όμως, παραμένουν και οι προβληματισμοί της Ευρώπης, η οποία έχει απαιτήσεις έναντι της Τουρκίας, οι οποίες της δημιουργούν πονοκεφάλους. Πρώτα έρχεται το θέμα του ευρωστρατού, οι αντιρρήσεις της Τουρκίας, η συμμετοχή της Τουρκίας στην ΕΕ και, τέλος, το Κυπριακό.

            Είναι βέβαιο πλέον ότι η ΕΕ θα προχωρήσει στην αποδοχή νέων μελών και την επέκταση του οργανισμού το Δεκέμβριο. Εάν η Τουρκία ενδιαφέρεται πραγματικά να γίνει μέλος, θα πρέπει μέχρι τότε να μπορεί να παρουσιάσει μια σταθερή κυβέρνηση, Ο Νοέμβριος κατ’ ανάγκη είναι η τελευταία ευκαιρία εκλογών, να παρουσιάσουν ένα ανανεωμένο δημοκρατικό κοινοβούλιο και μια δυνατή κυβέρνηση, η οποία δεν θα εξαρτάται από τη στρατιωτική χούντα, που ουσιαστικά αποφασίζει την πολιτική της χώρας. Με τον τρόπο αυτό, υπολογίζεται, οι Ευρωπαίοι εταίροι θα αποφασίσουν να δώσουν μια νέα ευκαιρία στη νέα κυβέρνηση, για να περάσει τις πολιτικές και διοικητικές αναμορφώσεις, που προβλέπουν τα κριτήρια της Κοπεγχάγης.

            Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των Ευρωπαίων, εάν η νέα τουρκική κυβέρνηση αποδεχθεί την άμεση εφαρμογή αυτών των αναμορφώσεων, και κατορθώσει να περάσει από το κοινοβούλιο τα σχετικά νομοσχέδια, αυτό θα αποτελέσει και την τελευταία ευκαιρία για τη χώρα να αρχίσει τις ενταξιακές της διαπραγματεύσεις το Δεκέμβριο.

            Σχετικά με το Κυπριακό, είναι βέβαιο ότι μόνο μια ισχυρή κυβέρνηση θα μπορέσει να ξεπεράσει τον παράγοντα Ντενκτάς, για να προχωρήσει σε κάποια κοινά αποδεκτή λύση, μια λύση η οποία θα απαλλάξει την Ευρώπη από το μεγαλύτερο πονοκέφαλό της.

            Αυτοί ακριβώς είναι και οι λόγοι των πολιτικών πραγματικοτήτων των ημερών, η αποστασία των βουλευτών του κυβερνώνμτος κόμματος του Ετζεβίτ, η δημιουργία νέας πολιτικής κίνησης από τον έμπιστο της Ουάσιγκτον Ισμαϊλ Τζεμ και η προετοιμασία για τη μεγάλη εκλογική μάχη μεταξύ των δυνάμεων μιας πραγματικής δημοκρατίας και εκείνων που πιστεύουν στην αναγκαιότητα του παρεμβατισμού των στρατιωτικών σαν ανασταλτικού παράγοντα εναντίον κάθε πιθανότητας επικράτησης των ισλαμιστών. Αυτό, εξάλλου, είναι και το κύριο μήνυμα, που δίνεται από ολόκληρο τον πολιτικό κόσμο της χώρας. Τόσο ο σύμμαχος του Ετζεβίτ, Γκιουρέλ, όσο και ο πρώην συνεργάτης του Τζεμ επιμένουν ότι αποβλέπουν στη γρήγορη ένταξη στην Ευρώπη.

 

ΗΠΑ – Ιράκ

 

            Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες την Άγκυρα επισκέφθηκε τον Ιούλιο ο υφυπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, προκειμένου να ενημρώσει την ηγεσία της Τουρκίας για τα σχέδια της Ουάσιγκτον και να ενημερωθεί για τις προθέσεις των τελευταίων έναντι αυτών των σχεδίων.

            Η Τουρκία φάνηκε διατεθειμένη να συνεργασθεί με τις ΗΠΑ υπό την προϋπόθεση παραγραφής των χρεών της χώρας προς τους Αμερικανούς, ύψους 4 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ένα χρέος το οποίο δημιουργήθηκε από τις αγορές αμερικανικού οπλισμού. Παράλληλα η Άγκυρα ζήτησε από την Ουάσιγκτον οικονομική βοήθεια για την άμεση επανόρθωση των τυχόν ζημιών στην περιοχή, από τις πολεμικές επιχειρήσεις.

            Ο Ετζεβίτ ζήτησε την χωρίς όρους υποστήριξη της τουρκικής υποψηφιότητας για τη συμμετοχή της στην ΕΕ καθώς και την άσκηση πίεσης στην κυπριακή κοινότητα να αποδεχθεί τη λύση των δύο χωριστών κρατών ή, τέλος, να μη γίνει αποδεκτή η Κύπρος υπό τη σημερινή της μορφή στην Ευρώπη.

            Στο θέμα των Κούρδων η Άγκυρα επέμεινε στο σεβασμό της εδαφικής ακεραιότητας του Ιράκ και ζήτησε διαβεβαιώσεις, ότι σε καμιά περίπτωση η Ουάσιγκτον δεν πρόκειται να επιτρέψει τη δημιουργία αυτόνομου κουρδικού κράτους στην περιοχή. Γι’ άλλη μια φορά η Άγκυρα ισχυρίσθηκε ότι δεν προτίθεται να επιτρέψει στους Κούρδους να θέσουν υπό τον έλεγχό τους την πλούσια σε πετρέλαια περιοχή της Μουσούλ και Κερκούκ.

            Απαντώντας στις απαιτήσεις αυτές, ο Αμερικανός επίσημος έδειξε διάθεση θετικής αντιμετώπισης, πλην όμως αντιλήφθηκε ότι η Τουρκία δεν προτίθεται να δεχθεί να κάνει καμιά παραχώρηση χωρίς «χοντρά» ανταλλάγματα.

            Εντωμεταξύ η πολιτική πίεση πάνω στον πρωθυπουργό της χώρας Ετζεβίτ για παραίτηση ξεπέρασε κάθε προηγούμενο, ενώ συνεχίστηκε η αποστασία μελών του κόμματός του. Μπροστά στον κίνδυνο της κυβέρνησης να χάσει την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία ο Μπουλέντ Ετζεβίτ από κοινού με τους συνεταίρους του, Μεσούτ Γιλμάζ και Ντεβλέτ Μπαχτσελί, φάνηκαν διατεθειμένοι να αποδεχθούν τη διεξαγωγή εκλογών για τις 3 Νοεμβρίου. Ο Τούρκος πρωθυπουργός δήλωσε την ελπίδα του ότι το κοινοβούλιο θα αποδεχθεί τις ευρωπαϊκές μεταρρυθμίσεις πριν από την απόφασή του προκήρυξης εκλογών.

            Την επομένη, ωστόσο, αυτών των δηλώσεων ο Ετζεβίτ φαίνεται να άλλαξε γνώμη και γι’ άλλη μια φορά προσπάθησε με τους συνεταίρους του στην κυβέρνηση συνασπισμού να μετατεθεί η ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών. Σύμφωνα με τον ομιλητή, «οι πρόωρες εκλογές είναι επικίνδυνες για την Τουρκία και την κυβέρνηση», και συμπλήρωσε ότι «εάν η κυβέρνηση παραμείνει στην εξουσία και συνεχίσει να έχει την ίδια απόδοση, θα έχουμε αποτελέσματα πολύ σύντομα». Το βέβαιο είναι ότι ο ομιλητής γνωρίζει ότι, σε περίπτωση εκλογών για το Νοέμβριο, το κόμμα του θα εξαφανισθεί.

            Ακολούθησε μια μικρή χρονική περίοδος αντικρουόμενων δηλώσεων και, τέλος, η παρεμβολή του Ντεβλέτ Μπαχτσελί, ο οποίος ξεκαθάρισε τη θέση του να αποχωρήσει από την κυβέρνηση, εάν δεν προκηρυχθούν γρήγορες εκλογές.

            Κάτω από το φως αυτών των εξελίξεων έγινε γνωστό ότι ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ρομάνο Πρόντι, ο οποίος επρόκειτο να επισκεφθεί την Τουρκία για συνομιλίες, ανέβαλε αυτή του την επίσκεψη, δίνοντας έτσι τη «χαριστική» βολή στην κυβέρνηση της Άγκυρας. Η Τουρκία ξαφνικά αντιμετώπιζε μια από τις μεγαλύτερες πολιτικές κρίσεις της των τελευταίων ετών.

            Θέλοντας να αξιοποιήσει και τελευταία χρονικά περιθώρια, ο Τούρκος πρωθυπουργός προσπάθησε να μεταπείσει το Μπαχτσελί να μην επιμείνει στην απόφασή του για τις εκλογές του Νοέμβρη, ισχυριζόμενος ότι μια τέτοια κίνηση θα έθετε σε κίνδυνο τόσο την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας όσο και την υλοποίηση του προγράμματος ανάκαμψης της τουρκικής οικονομίας, χωρίς ωστόσο να επιτύχει κάποιο αποτέλεσμα.

            Έτσι, στις 29 Ιουλίου το τουρκικό κοινοβούλιο αποφάσισε με μεγάλη πλειοψηφία να παραπέμψει το θέμα των εκλογών στην αρμόδια επιτροπή, η οποία ενέκρινε την πρόταση για τη διενέργεια πρόωρων εκλογών το Νοέμβριο. Η πρόταση έγινε αποδεκτή από την ολομέλεια του σώματος, κι έτσι η Τουρκία μπήκε επίσημα σε προεκλογική περίοδο.

            Σύμφωνα με τις πληροφορίες, τις τελευταίες ώρες των αποφάσεων αυτών παρατηρήθηκε μεγάλη κινητικότητα στην Άγκυρα με τον Αμερικανό πρέσβη να επισκέπτεται το υπουργείο Εξωτερικών Τουρκίας, τον υπουργό Άμυνας να συναντά τον Ετζεβίτ και αργότερα από κοινού με τον αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων της Τουρκίας επισκέφθηκε τον πρόεδρο της χώρας, Αχμέτ Σεζέρ. Υπήρξαν φήμες, ότι η κινητικότητα αυτή είχε σχέση με την επικείμενη επίθεση των Αμερικανών στο Ιράκ.

            Ξαφνικά η Τουρκία βρίσκεται μπροστά στο πιο επικίνδυνο σταυροδρόμι των αποφάσεών της, είναι δε βέβαιο ότι θα αποτελέσει ένα σημαντικό σταθμό πολιτικών και γεωγραφικών αλλαγών στα σημερινά της σύνορα, ενώ χάνει και την τελευταία ευκαιρία επαναφοράς της ασθενούς οικονομίας της.

            Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι εκείνος που θα επαληθευτεί απόλυτα με τους φόβους του είναι ο γέροντας Ετζεβίτ. Όταν, ωστόσο, γίνει αυτή η επαλήθευση, θα είναι πολύ αργά για επανόρθωση. Η Τουρκία γρήγορα και σταθερά βαδίζει πλέον προς νέα στρατιωτική δικτατορία. Αντίο, Ευρώπη, για πάντα…