Τα πρόσωπα της πολιτικής κρίσης στην Τουρκία

 

Του δρος. Φανη Μαλκιδη

 

Το προσκήνιο

 

Η κρίση στην Τουρκία «ξεκίνησε» μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα νοσηλείας του Μ. Ετζεβίτ. Αυτή η  κρίση πυροδοτήθηκε όταν ο ηγέτης της πολιτικής έκφρασης των Γκρίζων Λύκων Ντεβλέτ Μπαχτσελί ζήτησε, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τους άλλους δύο εταίρους του στην κυβέρνηση συνασπισμού, πρόωρες εκλογές και ξέσπασε όταν παραιτήθηκε ο Χιουσαμετίν Οζκάν, αντιπρόεδρος της κυβέρνησης. Τον Οζκάν ακολούθησαν είκοσι ένας βουλευτές, μεταξύ των οποίων τρεις υπουργοί.

Ακολούθησαν οι παραιτήσεις του υπουργού Εξωτερικών Ισμαήλ Τζεμ και του «τσάρου» της οικονομίας, του Κεμάλ Ντερβίς, λίγο αργότερα δόθηκε στη δημοσιότητα γραπτή δήλωση του Ντερβίς, στην οποία ανέφερε ότι ύστερα από παράκληση του προέδρου Σεζέρ και του πρωθυπουργού Ετζεβίτ συμφώνησε να μην τεθεί αμέσως σε ισχύ η παραίτησή του... Τον υπουργό Εξωτερικών και τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης ακολούθησαν και άλλα μέλη της Εθνοσυνέλευσης δημιουργώντας πρόβλημα στον Ετζεβίτ, ο οποίος και προχώρησε στην ανακοίνωση περί πρόωρων εκλογών την 3η Νοεμβρίου. 

 

Η τρόικα της ελπίδας

 

Ο Τζέμ, δημοσιογράφος, συγγραφέας, συνδικαλιστής, πολιτικός, και εσχάτως φωτογράφος, γόνος της ντονμέ οικογένειας Ιπεκτσί, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1940. Τελείωσε το Ρόμπερτ'ς Κόλετζ, συνέχισε τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Λωζάννης και έκανε μεταπτυχιακά στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών στο Παρίσι. Επέστρεψε στην Τουρκία το 1963. Τα δέκα επόμενα χρόνια εργάσθηκε ως δημοσιογράφος σε διάφορες εφημερίδες και από το 1971 έως το 1974 ήταν πρόεδρος του Συνδικάτου Δημοσιογράφων στην Κωνσταντινούπολη.

Την ίδια περίοδο, που επαγγελματικά βρισκόταν στο δημοσιογραφικό χώρο, έγινε μέλος της Νεολαίας του Λαϊκού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος (CΗΡ), του κόμματος που είχε ιδρύσει ο Κεμάλ. Το 1965 εξελέγη πρόεδρος της Νεολαίας, και τότε άρχισε και η φιλία του με τον Ετζεβίτ. Στις εκλογές του 1987, ο Τζεμ εξελέγη βουλευτής και στο συνέδριο του κόμματος τον ίδιο χρόνο ήταν υποψήφιος για την προεδρία, ενώ στις εκλογές του 1991 εξελέγη πάλι βουλευτής Κωνσταντινούπολης. Μαζί με το Ντενίζ Μπαϊκάλ ηγήθηκαν της κίνησης «Νέα Αριστερά» και εργάστηκαν για την επανίδρυση του (κεμαλικού) CΗΡ, γεγονός που πραγματοποιήθηκε το 1994 και αρχηγός του εξελέγη ο Μπαϊκάλ. Λίγο πριν από τις εκλογές του 1995, οι δρόμοι τους με τον Μπαϊκάλ χώρισαν, ο Τζεμ πέρασε στο Κόμμα Δημοκρατικής Αριστεράς  (DSP) του Ετζεβίτ, εξελέγη βουλευτής και ανέλαβε υπουργός Πολιτισμού. Υπουργός Εξωτερικών της 55ης τουρκικής κυβέρνησης ανέλαβε στις 30 Ιουνίου 1997. Τότε μια τουρκική εφημερίδα είχε γράψει: «Επιτέλους, ένας υπουργός Εξωτερικών που θα κάνει ενδεχομένως κάτι παραπάνω από το να συμμετέχει απλώς σε συναντήσεις...». 1

 

Ο Χιουσαμετίν (το σπαθί του Θεού) Οζκάν αποτελούσε το «δεξί χέρι» του Μπουλέντ Ετζεβίτ. Γεννήθηκε το 1950 στην Καισάρεια σπούδασε οικονομικά και έως το 1991, που μπήκε στην πολιτική, ασχολήθηκε με το εμπόριο. Ήταν ένας από τους δύο βουλευτές που έμειναν με τον Ετζεβίτ μετά τις εκλογές του 1991 και υπήρξε ο εξ απορρήτων του, υπουργός Προεδρίας και αντιπρόεδρος της τουρκικής κυβέρνησης. «Σκιώδης πρωθυπουργός», «υπουργός αρμόδιος για τον Ετζεβίτ», «ο Ρασπούτιν της κυβέρνησης»... ήταν μερικά από τα προσωνύμια, που είχαν αποδοθεί στον Οζκάν. Το γραφείο του βρισκόταν ακριβώς απέναντι από αυτό του Ετζεβίτ και ήταν αδύνατο να δει κάποιος τον Τούρκο πρωθυπουργό χωρίς να περάσει πρώτα από το γραφείο του Οζκάν.

 

Ο Ντερβίς, ο 19ος εξωκοινοβουλευτικός υπουργός στη νεότερη ιστορία της Τουρκίας, ο οποίος  κλήθηκε το 1999 να σώσει την τουρκική οικονομία, αποτελεί τη γνωστή προσωπικότητα που εμφανίζεται κατά καιρούς σε χώρες που βρίσκονται στην ίδια οικονομική κατάσταση με την Τουρκία (περίπτωση Καβάγιο στην Αργεντινή). Σπούδασε στο London School of Εconomics, με μεταπτυχιακές σπουδές στο αμερικανικό Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, εργάστηκε στο Διεθνές  Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) και την Παγκόσμια Τράπεζα - ήταν ένας από τους 26 αντιπροέδρους της Τράπεζας, αρμόδιος για τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική - πριν αναλάβει το ρόλο του σωτήρα στην πατρίδα του. 

Ο Ντερβίς ανέλαβε υπερυπουργός, αρμόδιος για την οικονομία, ως 36ο μέλος του τουρκικού υπουργικού συμβουλίου, ακριβώς την πρώτη ημέρα του Μπαϊραμιού. Ο Μπουλέντ Ετζεβίτ τον κάλεσε από τις ΗΠΑ ύστερα από προτροπή, όπως έγραψε και τουρκική  εφημερίδα2  του αντιπροέδρου του ΔΝΤ, Στάνλεϊ Φίσερ, με σκοπό να του αναθέσει τη διοίκηση της Κεντρικής Τράπεζας της Τουρκίας, αλλά τελικά του ανατέθηκε υπουργείο Προεδρίας με συνολική αρμοδιότητα την οικονομία της χώρας.

Ωστόσο ο Ντερβίς,  δεν είχε την στήριξη  και των τριών κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού, αλλά μόνο του DSP, που  είχε εκχωρήσει στον υπερυπουργό όλους τους οικονομικούς θεσμούς και τα ιδρύματα που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο μελών του.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, μετά την παραίτηση Τζέμ και Οζκάν και ενώ ο Ντερβίς είχε παραιτηθεί, λίγο αργότερα διαβεβαίωσε  ότι θα παραμείνει στην κυβέρνηση, προκειμένου να μην υπάρξουν αναταράξεις στην οικονομία. Ο Ντερβίς επισκέφθηκε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος κατά τη συνάντηση, του ζήτησε και πάλι να παραμείνει για ένα διάστημα ακόμη στα καθήκοντά του για την ομαλή πορεία της οικονομίας. Ο  Ντερβίς έκανε μια γενικότερη αξιολόγηση σε ό,τι αφορά την πορεία της οικονομίας στον Σεζέρ, τόνισε πως τηρούνται οι ισορροπίες, και επισήμανε ωστόσο ότι η πολιτική ασάφεια έχει αρνητικές επιδράσεις στην οικονομία.


Ο Ετζεβίτ

 

Ο Ετζεβίτ φάνηκε να παίρνει θάρρος από την ανάκληση της παραίτησης του Ντερβίς. Έδωσε στη δημοσιότητα γραπτή δήλωση, με την οποία καλούσε τα 41 μέλη του κόμματός του (μεταξύ των οποίων και 7 υπουργούς), που αποχώρησαν από την κυβέρνηση, να επιστρέψουν και να ενωθούν ξανά κάτω από τα φτερά του «λευκού περιστεριού». Κανείς στην Τουρκία δεν πιστεύει όμως ότι η Δημοκρατική Αριστερά μπορεί να ξανασταθεί στα πόδια της, εκτός ίσως της συζύγου του Ετζεβίτ, Ραχσάν. Και οι δύο εταίροι του Ετζεβίτ  ζήτησαν πρόωρες εκλογές: το ακροδεξιό Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης για το Νοέμβριο, και το Κόμμα της Μητέρας Πατρίδας για τον Σεπτέμβριο. Επικράτησαν οι Γκρίζοι Λύκοι και η πολιτική τους έκφραση.

 

Οι Γκρίζοι Λύκοι

 

Το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (ΜΗΡ), από την πρώτη στιγμή εκδήλωσης της κρίσης ζήτησε την προκήρυξη πρόωρων εκλογών, αίτημα που τελικώς  επετεύχθη. Το ΜΗΡ, το οποίο ίδρυσε το 1965 ο Αρπασλάν Τουρκές, αν και είχε να εκπροσωπηθεί στην Εθνοσυνέλευση 19 ολόκληρα χρόνια, απέσπασε το 1999 το 17,5% των ψήφων (133 έδρες). Και ως δεύτερο σε δύναμη κόμμα στη βουλή αποτέλεσε τον πιο σημαντικό εταίρο της κυβέρνησης συνασπισμού, την οποία σχημάτισε ο Μπουλέντ Ετζεβίτ, το κόμμα του οποίου έλαβε  ποσοστό 22,9% (136 έδρες).3 Είκοσι χρόνια μετά τον αλληλοσκοτωμό τους σε αιματηρές οδομαχίες ­ οι 6.000 νεκροί της δεκαετίας του 1970 έδωσαν το πρόσχημα στο πραξικόπημα του 1980 ­ οι εθνικιστές του DSP και οι υπερεθνικιστές του ΜΗΡ, οι οποίοι ευθύνονται για 40.000 περίπου δολοφονίες (!) κυβέρνησαν για τρία χρόνια  από κοινού.

Τα δύο κόμματα συμφώνησαν  σε πολλά σημεία, προκειμένου να συγκυβερνήσουν: εμφανίστηκαν δύσπιστα απέναντι στην Ευρώπη, παρέμειναν  αδιάλλακτα ως προς τις διεκδικήσεις των Κούρδων - το ΜΗΡ ζήτησε τη θανατική καταδίκη και τον απαγχονισμό του Οτζαλάν -  και μοιράστηκαν την αντίληψη περί κεντρικής διεύθυνσης στην οικονομία. Ο τότε πρόεδρος Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ και νυν Obudsman (συνήγορος του πολίτη) - είχε δηλώσει με την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ Ετζεβίτ και ΜΗΡ πως «από αυτό το υλικό μπορεί κανείς να φτιάξει ένα κοστούμι». 4

 

ΝΑΤΟ- ΗΠΑ- Ευρωπαϊκή Ένωση

 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πολιτική κρίση της Τουρκίας έδειξε το ΝΑΤΟ και ιδιαίτερα η Ουάσιγκτον, σε μια εποχή που η τελευταία ετοιμάζει επίθεση κατά του Ιράκ. Στη χώρα βρέθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα οκτώ «επιφανείς» Αμερικανοί: ο πρώην Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, η σύζυγός του δημοσιογράφος και πρόεδρος της Επιτροπής για την Προστασία των Δημοσιογράφων Κάθι Μάρτον, η εισηγήτρια-σύμβουλος επί τουρκικών θεμάτων της αμερικανικής Βουλής Κάρολ Μιγκνταλόβιτς, ο επονομαζόμενος πρίγκιπας του σκότους, το επιφανέστερο μέλος της «ομάδας γερακιών» του Πενταγώνου, Ρίτσαρντ Περλ, ο προ τριών ετών πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Άγκυρα και νυν σύμβουλος επί τουρκικών θεμάτων του Ινστιτούτου Μελετών Washington Ιnstitute Μαρκ Πάρις, ο απόστρατος αξιωματικός και επίτιμος πρόεδρος του αμερικανοτουρκικού συμβουλίου Φρεντ Χέινς, ο πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Άγκυρα Μόρτον Αμπράμοβιτς και ο καθηγητής Χένρι Μπάρκεϊ, ο οποίος είχε σημαντικά καθήκοντα στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ επί Μπιλ Κλίντον.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε), όμως, προτίμησε να κρατήσει αποστάσεις. Ο Ρομάνο Πρόντι ανέβαλε την  επίσκεψή του, που επρόκειτο να πραγματοποιήσει στις 18 και 19 Ιουλίου. Στην επίσκεψη εκείνη επρόκειτο να συζητήσει την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε, το Κυπριακό και τη διαμάχη για τον ευρωστρατό και προφανώς, ο Πρόντι έκρινε ότι για τα θέματα αυτά δεν θα είχε αξιόπιστο συνομιλητή.

Όσον αφορά το Κυπριακό, σε συνάντηση που έγινε στο Λονδίνο του αρχηγού του Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού Κόμματος(CTP), Μεχμέτ Αλί Ταλάτ - βρίσκεται στην κατεχόμενη Κύπρο - με τον ειδικό εκπρόσωπο της Βρετανίας για το Κυπριακό, D. Hannay, ο τελευταίος, εξέφρασε τις ανησυχίες του για τις τελευταίες πολιτικές εξελίξεις στην Τουρκία και ότι αυτές ενδεχομένως να επηρεάσουν αρνητικά τις συνομιλίες στην Κύπρο. Ο Ταλάτ ανέφερε5 ότι μετά απ' αυτό έκανε την πρόταση «να χορηγηθεί χρονοδιάγραμμα ένταξης στην Ε.Ε. στην Τουρκία, εάν επιθυμεί την επίλυση του Κυπριακού και είναι θετική η συμβολή της σ' αυτό. Εάν, παρόλα αυτά, η τουρκική πλευρά δεν τηρήσει θετική στάση στις συνομιλίες και χαρακτηριστεί ως η αδιάλλακτη πλευρά, τότε η Νότια Κύπρος θα ενταχθεί μόνη της στην Ε.Ε.».

Τέλος, ο Ταλάτ σημείωσε ότι ο Hannay συμφώνησε μ' αυτή την άποψη, καθώς και ότι ο τουρκοκυπριακός λαός ζητεί λύση και ένταξη στην Ε.Ε. και ότι αυτό το αίτημα για πρώτη φορά βρήκε αντανάκλαση στις  εκλογές στους κατεχόμενους Δήμους της 30 Ιουνίου.

 

Ο στρατός

 

Οι αντιδράσεις των πολιτικών ήταν έντονες στην κρίση, ιδιαίτερα όμως προσεκτικές, ώστε να μην «προσβληθούν οι ένοπλες δυνάμεις». Ο Ετζεβίτ δήλωσε ότι συνομίλησε σχετικά με τον επιτελάρχη Χ. Κιβρίκογλου, ο οποίος του εξέφρασε τη λύπη του για την πολιτική κατάσταση. Οι ένοπλες δυνάμεις παρακολουθούν τις εξελίξεις και είναι έτοιμες ανά πάσα στιγμή να παρέμβουν, όταν θεωρήσουν ότι ο κεμαλισμός απειλείται. Μια διάσταση του κεμαλισμού είναι και η οικονομία, στην οποία ο στρατός έχει σημαντικό μερίδιο. Είναι χαρακτηριστικό ότι αποσπάσματα της έκθεσης, στην οποία ο Σύνδεσμος Επιχειρηματιών και Βιομηχάνων Τουρκίας (TUSIAD), εκτιμά την πορεία της οικονομίας σε συνδυασμό με τις πολιτικές εξελίξεις την παρουσίασε πριν από λίγες μέρες στον υπαρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων, Α. Μπουγιούκανιτ.6

 

Το νέο κόμμα

 

Η νέα πολιτική κίνηση - η εφημερίδα «Ζαμάν»7 ανέφερε ότι πιθανόν να λέγεται Σύγχρονο Κόμμα της Ανατολίας - θα έχει ως στόχο «να βγάλει την Τουρκία από την πολιτική και οικονομική κρίση και να την οδηγήσει προς την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Φθάσαμε στο στάδιο της έναρξης των διαπραγματεύσεων σε διάστημα πέντε ετών. Δεν πρέπει να χάσουμε αυτή την ευκαιρία», είπε ο Τζεμ.8

Ο Τζεμ σε συνέντευξή του9 τόνισε ότι το νέο πολιτικό κόμμα θα ανοίξει το δρόμο για την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ Το νέο κόμμα θα έχει κυρίαρχο ρόλο στην ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ της Τουρκίας και της Δύσης.

Στη νέα πολιτική κίνηση, ο Τζεμ θα έχει ως βασικούς συνεργάτες τον Χιουσαμετίν Όζκαν και τον Κεμάλ Ντερβίς, ο οποίος σε συνέντευξή του είπε ότι «έχουμε έτοιμο το πρόγραμμα των εκατό πρώτων ημερών».10

Σημαντικά στοιχεία για την τάση του εκλογικού σώματος στην Τουρκία, προέκυψαν σε δημοσκόπηση του TΑSES (Τουρκικό Ίδρυμα Κοινωνικών, Οικονομικών και Πολιτικών Ερευνών)11 που διεξήχθη τον Απρίλιο του 2002 σε 73 πόλεις και σε 103 χωριά με 1807 ερωτηθέντες. Η έρευνα ενίσχυσε τα σχέδια της τρόικας αφού από τα αποτελέσματα προκύπτει ότι το 42,4% του εκλογικού σώματος αισθάνεται την ανάγκη ενός νέου πολιτικού κόμματος και το δε 72,2% αισθάνεται την ανάγκη ενός νέου ηγέτη. Από τη σφυγμομέτρηση προκύπτει πως για το 53,2% των ερωτηθέντων το σημαντικότερο πρόβλημα, που αντιμετωπίζει η Τουρκία, είναι η ακρίβεια και ο υψηλός πληθωρισμός ενώ το 25% πιστεύει ότι είναι η ανεργία. Μόνο το 1,7% των ερωτηθέντων θεωρεί ως το σημαντικότερο ζήτημα που αντιμετωπίζει η Τουρκία είναι η τρομοκρατία. Τα  κόμματα, για τα οποία οι ερωτηθέντες δήλωσαν ρητά πως δεν πρόκειται να τα ψηφίσουν, την πρώτη θέση στην κατάταξη καταλαμβάνει το DSP με 24,5%, τη δεύτερη το ΜΗΡ με 24% και την τρίτη το Κόμμα της Μητέρας Πατρίδας (ΑΝΑΡ) με 13,4%.

Ο διευθυντής έκδοσης της εφημερίδας «Ραντικάλ»,12 Ισμέτ Μπερκάν, τόνισε ότι απ' αυτό το αποτέλεσμα επιβεβαιώνεται η διαπίστωση πως ο πραγματικός πολιτικός διχασμός δεν είναι μεταξύ της Δεξιάς και της Αριστεράς αλλά μεταξύ αυτών που επιζητούν την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. και αυτών που αντιτάσσονται στην ένταξη. Τέλος από σφυγμομέτρηση προκύπτει ότι το 57,7% των συμμετεχόντων επιζητεί την ένταξη στην Ε.Ε.

 

Συμπερασματικά

 

Στις δύσκολες αυτές ώρες της Άγκυρας, όπου ο Μπουλέντ Ετζεβίτ επιμένει στη διατήρηση της πρωθυπουργικής εξουσίας τουλάχιστον μέχρι την 3η Νοεμβρίου, όλοι  έχουν στραμμένο το βλέμμα τους σ' αυτό που περιγράφεται ως «ιδανική τρόικα»: Ισμαήλ Τζεμ - Κεμάλ Ντερβίς - Χιουσαμετίν Όζκαν.

«Είναι σημαντικό να επισπεύσουμε άμεσα την ενταξιακή πορεία, ώστε να συνδεθεί η Τουρκία τελεσίδικα με την Ευρώπη», είχε δηλώσει ο Κεμάλ Ντερβίς,13 μετά από συνάντηση που είχε με τον Τζεμ. Τη δήλωση αυτή, που αποτελεί θέση και του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών, θεωρείται ότι συμμερίζεται πλήρως ο Όζκαν. Οι επόμενες κινήσεις της τριανδρίας - είτε κινηθούν από κοινού σε ένα νέο πολιτικό κόμμα είτε ενώσουν τις δυνάμεις τους με το ραγδαία ανερχόμενο Λαϊκό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα του Ντενίζ Μπαϊκάλ - θα αποτελέσουν αποφασιστικό και καθοριστικό παράγοντα στη διαμόρφωση της πολιτικής κατάστασης στην Τουρκία. Κατάσταση που θα επηρεάσει τόσο την  τουρκική  οικονομία, που βρίσκεται στα όρια της κατάρρευσης, αλλά και τις σχέσεις της χώρας με την Ε.Ε, το ΝΑΤΟ- ΗΠΑ και οπωσδήποτε με την Ελλάδα.

 

Σημειώσεις

1Χουριέτ 1/7/1997
2Σαμπάχ 20/5/1999.
3Στις εκλογές του 1999,  όπου ψήφισαν 37 εκατομμύρια Τούρκοι άνω των 18 χρόνων, το Ισλαμικό Κόμμα (FP), ήρθε τρίτο με 15,8% (109 έδρες). Τώρα για τις εκλογές του Νοεμβρίου όλοι ανησυχούν για το κόμμα της Ευτυχίας, παρότι ο πρώην δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης Ερντογάν δεν  λάβει μέρος στις εκλογές. Στις εκλογές του 1999 τέταρτο ήρθε το κόμμα της Μητέρας Πατρίδας (ΑΝΑΡ) του Μεσούτ Γιλμάζ, με ποσοστό 13,7% (87 έδρες), ενώ το Κόμμα του Ορθού Δρόμου (DYP) της Τανσού Τσιλέρ ήρθε πέμπτο με 11,5% (86 έδρες).  Το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό του πρώην υπουργού Εξωτερικών Ντενίζ Μπαϊκάλ (CHP) συγκέντρωσε ποσοστό 9,2%, ενώ το φιλοκουρδικό Λαϊκό Δημοκρατικό HADEP 4,17%.
4Τζουμχουριέτ 23/51999.
5Τζουμχουριέτ» 19/7/2002.
6Χουριέτ 15/7/2002.
7 Ζαμάν 18/7/2002.
8Σαμπάχ 167/7/2002.
9 Ασοσιέιντεντ Πρες 15/7/2002,
10Σαμπάχ 17/7/2002
11Πρακτορείο Ειδήσεων Ανατολή 17/7/2002.
12 Ραντικάλ 17/7/2002.
13 Σαμπάχ 16 /7/2002.