Αγροφιλία

Αγροτική αναγέννηση, Νέα αγροτικότητα.

   το νέο βιβλίο του Μιχάλη Χαραλαμπίδη

Αθήνα 2002 Εκδόσεις Γόρδιος

Μακεδονίας 18 Αθήνα

τηλ. 010-8252579

 

Αλφάβητο για την ανάπτυξη της υπαίθρου

 

Του δρα. Φανη Μαλκιδη

 

Εισαγωγικές επισημάνσεις

 

Ο Ελληνικός αγροτικός κόσμος, παρότι διέθετε τα  μυθολογικά1 και ιστορικά εφόδια, παρότι στην περίοδο της παλιγγενεσίας σήκωσε το βάρος του απελευθερωτικού αγώνα, αμέσως μετά, με τη φυσική της ηγεσία περιθωριοποιημένη, δέχεται να την εκπροσωπήσουν οι αστοί των ελληνικών παροικιών.2 Σε συνεργασία με τους πρόκριτους οι Έλληνες του εξωτερικού αναλαμβάνουν να εκπροσωπήσουν την ύπαιθρο και να προβάλλουν τα αιτήματά της. Ο αγροτικός χώρος δεν μπόρεσε ποτέ να εκφραστεί ποτέ πολιτικά αυτόνομ, αφού οι δυσαρέσκειες εκτονώθηκαν, αντιμετωπίστηκαν με τη διόγκωση του κρατικού τομέα, τη διχαστική πολιτική, τους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς. Η (πρώτη) αγροτική μεταρρύθμιση του 1871 δεν ολοκληρώθηκε - μικρή συνέχεια της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας των Ισαύρων -3 και η σταφιδική κρίση, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες (εξωτερικός δανεισμός) οδήγησε στην πτώχευση του 1893. Η δυτικού τύπου οικονομία, ευνόησε την περαιτέρω   δημιουργία μεγάλων εκτάσεων, που συμπίεσαν τον αγροτικό χώρο δημιουργώντας κοινωνικές εντάσεις με αποκορύφωμα τις αγροτικές εξεγέρσεις του 1907 και του 1910.4 

Στη νεοελληνική κοινωνία, το αγροτικό ζήτημα θα λάβει μεγαλύτερες διαστάσεις, όταν η έλευση των προσφύγων το 1922, θα αποτελέσει το έναυσμα για τη συνέχεια και ολοκλήρωση της αγροτικής μεταρρύθμισης 5. Η μεταρρύθμιση, που εξήγγειλε ο Βενιζέλος το 1917 από τη Θεσσαλονίκη, θα ολοκληρωθεί δύο σχεδόν δεκαετίες αργότερα, με τα πολιτικά και πολεμικά γεγονότα, και το προσφυγικό κύμα να αποτελούν στοιχεία, που ώθησαν την υλοποίησή της. Τότε αναδείχθηκαν και ιστορικά υποκείμενα του αγροτικού χώρου, που αποτέλεσαν πρότυπα μιας άλλης μορφής ανάπτυξης και ζωής. Ο Παπαναστασίου, ο Καραβίδας, ο Μπαλτατζής, ο Τζωρτζάκης, ο Κλήμης είναι μερικοί από αυτούς. Βεβαίως τα ελλαδικά κόμματα ποτέ δεν μπόρεσαν να αναδείξουν πολιτικές για τον αγροτικό χώρο, ούτε και η διανόηση και το πανεπιστήμιο. Ο αγροτικός χώρος εγκλωβίστηκε στον (νόθο) αστικό κόσμο της παραπολιτικής και «βιομηχανίας». Δεν υπήρξε ούτε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα για τον αγροτικό χώρο από τα ελλαδικά κόμματα.

 

Ο μεταπολεμικός αγροτικός χώρος

 

Η οικονομία μετά τον πόλεμο στηρίχθηκε στην ολόπλευρη ανάπτυξη ορισμένων κλάδων (ναυτιλίας, τουρισμού κ.ά.), ενώ ο εναρμονισμός με τα πρότυπα της δυτικής Ευρώπης δεν άφησε περιθώρια για τις κοινωνικές και αναπτυξιακές προτεραιότητες του αγροτικού τομέα και την εξέλιξή του. Ο ρόλος του  ήταν πλέον παθητικός.

Στην Ευρώπη όμως ο αγροτικός χώρος δεν εγκαταλείφθηκε, οι δε απασχολούμενοι εκεί δεν αντιμετωπίστηκαν όπως στην Ελλάδα. Το αντίθετο μάλιστα. Παράδειγμα στη Γαλλία. Ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης  γράφει σχετικά χαρακτηριστικά: «Ο στρατηγός Ντε Γκωλ θεωρούσε δύσκολο να κυβερνήσει μια χώρα όπου κάθε κοιλάδα παρήγαγε ένα δικό της τύπο τυριού. Όπου υπήρχαν τριακόσια εξήντα πέντε, όσες οι ημέρες του χρόνου, ή πεντακόσια, όσες οι κοιλάδες, είδη τυριών. Ο στρατηγός Ντε Γκωλ κατάφερε τελικά να κυβερνήσει αυτά τα στοιχεία της πολυμορφίας. Να κυβερνήσει τη χώρα του με επιτυχία και να αποχωρήσει δοξασμένος από αυτό τον μάταιο κόσμο. Αυτό σήμαινε, ότι κατά τη διακυβέρνησή του, αλλά και αυτήν των διαδόχων του καθώς επίσης και των αντιπάλων του, οι κοιλάδες σώθηκαν, οι άνθρωποί τους έμειναν εκεί και τα τυριά όχι μόνο σώθηκαν, αλλά αυξήθηκαν και πλήθυναν. Πρέπει να σημειώσουμε, ότι οι πλέον σκληροί αντίπαλοί του, αυτά τα θηριώδη παιδιά του '68, αγάπησαν πολύ και τις κοιλάδες και τα τυριά".6

Προσθέτοντας, το μεγάλο αγροτικό κίνημα, στο οποίο πρωτοστατεί ο Ζοζέ Μποβέ, έχει ως όπλο απέναντι στα MacDonald΄s  την προστασία του  ροκφόρ. Θλίβεται βεβαίως ο Έλληνας παραγωγός, όταν βλέπει τη στάση των Ελλήνων π.χ. ευρωβουλευτών για τη φέτα. «Στην Ελλάδα όμως δεν είχαμε ένα Ντε Γκωλ ούτε τους διαδόχους και τους αντιπάλους του. Μαζί με τη συρρίκνωση των τυριών εγκαταλείφθηκαν και οι κοιλάδες. Για τα παιδιά του Πολυτεχνείου, τους εκπροσώπους τους, ας μην κάνουμε κρίσεις».7

Στην Ελλάδα  οι αγρότες έπρεπε να γίνουν εργάτες στην Ευρώπη και θυρωροί ή υπάλληλοι στην Αθήνα Έτσι ήρθε η μετανάστευση προς το εσωτερικό και το εξωτερικό, η αγροτική έξοδος. Οι πολιτικές και οικονομικές  προτεραιότητες της χώρας απέκλεισαν τη διάσταση της σύγχρονης αγροτικής παραγωγής, που θα αποτελούσε το στρατηγικό τομέα παραγωγής της ελληνικής οικονομίας, αλλά στο πλαίσιο μιας εξαρτημένης και νόθας εκβιομηχάνισης έμεινε στο περιθώριο, εμφανίζοντας μεγάλη καθυστέρηση. Ήταν η περίοδος των δηλώσεων «να πάρουμε το τρένο της τεχνολογίας», «να γίνουμε βιομηχανική χώρα», «μείωση του αριθμού των αγροτών», «να βγάλουμε τα αμπέλια, να βάλουμε ακτινίδια και σπαράγγια» και του ακραίου «να κόψουμε τις ελιές»… «Η ακυβερνησία, δηλαδή η άγνοια και απουσία οποιασδήποτε έννοιας αγροτικής, διατροφικής και γαστρονομικής πολιτικής, ως γνωστόν έφθασε σε πλέον ακραίες μορφές με την εξαφάνιση του ελληνικού αμπελώνα και τη «μεγάλη ιδέα» του ξεριζώματος του ελληνικού ελαιώνα».8 Όπως λεει και ο συγγραφέας, τί σήμα όμως θα έβαζαν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες;   

Από την άλλη πλευρά, η αντίδραση του αγροτικού κόσμου όλα αυτά τα χρόνια εκτονώθηκε σε διαδοχικές ρυθμίσεις χρεών, απαίτηση για διανομή γης, κοινωνικές παροχές, χωρίς να υπάρξει συγκροτημένη και συνολική πολιτική. Φτάνοντας στο έσχατο σημείο της υπομονής τους απέκλεισαν οδούς, λίγο αργότερα όμως στήριζαν στις εκλογές αυτούς που διέκοψαν την ιστορική πορεία του ελληνικού αγροτικού χώρου, της υπαίθρου, της απαξίωσης και της εχθρότητας προς την ελληνική γαστρονομία. Ταυτόχρονα της ανάδειξης σε σύγχρονο τρόπο ζωής και διατροφής της κατανάλωσης των πολυεθνικών σκουπιδιών (MacDonald’s,  Coca-Cola, Kentucky Fried Chicken-KFC).9

Είναι γεγονός ότι σημαντική ευθύνη για την κατάσταση, στην οποία έχει περιέλθει ο αγροτικός χώρος, έχει ο πανεπιστημιακός χώρος, της ελληνικής διανόησης. Αν γίνει μια αναδρομή τα τελευταία 50 χρόνια, θα διαπιστώσουμε ότι ήταν ελάχιστες οι σοβαρές παρεμβάσεις του ακαδημαϊκού χώρου για το αγροτικό ζήτημα. Με μια σύντομη περιδιάβαση στη βιβλιογραφία θα διαπιστωθεί το κενό, ενώ ακόμη μεγαλύτερο είναι το έλλειμμα στα προγράμματα σπουδών. Μόνο τα τελευταία χρόνια γίνονται κάποιες προσπάθειες για να καλυφθεί η ολιγωρία. Ωστόσο, ένα μάθημα αγροτικής κοινωνιολογίας, ή  διατροφής, ανάμεσα σε 56 και 60 μαθήματα ή ένα τμήμα ΤΕΙ βιολογικής καλλιέργειας ανάμεσα σε 100 αντίστοιχα,  και όταν απουσιάζει ένα τμήμα οινολογίας, αγροτικού τοπίου και χώρου, είναι μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.

 

Η κατάρρευση της αγροτικής κουλτούρας και της υπαίθρου

 

Αναφέραμε πριν για τη μυθολογία της υπαίθρου, την ιστορία του αγροτικού χώρου, που ανέδειξε ένα τρόπο ζωής αλλά και ανάπτυξης. «Από την αρχαιότητα τα προϊόντα διατροφής είχαν ειδικά τοπικά χαρακτηριστικά. Προσδιορίζονταν από τον τόπο προέλευσης. Ο Νέστορας έλεγε στον Αγαμέμνονα να μην ανησυχεί για την προμήθεια κρασιού, γιατί κάθε ημέρα τα πλοία των Αχαιών το μετέφεραν από τις θρακικές ακτές. Επρόκειτο για το Μαρώνειο-Ισμαρικό, για το Μαρωνίτη οίνο, όπως διηγείται ο Όμηρος».10

Η ελληνική ύπαιθρος όμως είχε πλούτο και συνέχεια. «Ο Ρωμαίος Κάτων αναφέρεται στο τί χαρακτήριζε και καθόριζε την ποιότητα του κρασιού της Κω, που το καθιστούσε ασυναγώνιστο και μονοπωλιακό. Ήταν ένα μίγμα χυμού σταφυλιών και θαλασσινού νερού, που έπαιρναν από τη θάλασσα σύμφωνα με ορισμένους κανόνες. Ο Ηρόδοτος αναφέρεται στην παραγωγή κρέατος της Κω που τη συγκρίνει με το Δέλτα του Νείλου. Στην Αγορά των Αθηνών είχαν ονομασία προέλευσης τα ορτύκια της Δήλου,11 η οποία ονομαζόταν και ΟρτυγίαΕίχαν ονομασία προέλευσης τα εγχέλια, τα χέλια, και τα τυριά της ΒοιωτίαςΤα τυριά της Κύθνου, «Κύθνιος τυρός»Το κρασί της Λήμνου, της Φλώρινας, της Ζίτσας Αν κάνουμε μια αναδρομή στην προϊστορία της πίτσας,  συναντάμε τη μάζα της Αρχαίας Ελλάδαςστη Νεάπολη, εάν επισκεφθούμε τα υπόγεια του συγκροτήματος του S. Lorenzo Maggiore θα βρεθούμε με έκπληξη και συγκίνηση μπροστά σε έναν αρχαίο φούρνο, που είναι πολύ κοντά στους φούρνους των σημερινών πιτσαριών. Όταν από την προϊστορία περάσουμε στην ιστορία της πίτσας, θα δούμε την αναλογία ανάμεσα στη λέξη πίτσα και τις σημερινές πίτες της Καλαβρίας,12 της Απουλίας,13 της Ηπείρου, της Θράκης, μέχρι τις πίτες των εξισλαμισμένων Ποντίων…».

Αυτά όμως αλλοιώθηκαν, εξαφανίσθηκαν, μέσα από συγκεκριμένες πολιτικές εκρίζωσης της υπαίθρου, των ανθρώπων, της γαστρονομίας τους.  «Τα τρισέγγονα αυτών των αρχαίων προϊόντων, ολόκληρες οικογένειες από αυτά εξαφανίσθηκαν ειδικά τις τελευταίες δεκαετίεςΠρόκειται για μια διατροφική, γαστρονομική και πολιτιστική γενοκτονία. Όπως χάθηκαν μνημεία, έργα τέχνης, βιβλία, ψηφιδωτά, έτσι χάθηκαν ποικιλίες, προϊόντα, συνταγές γεύσης».14

Για όλα αυτά όμως υπάρχουν συγκεκριμένες ευθύνες. «Οι κυβερνήσεις" της χώρας τις τελευταίες δεκαετίες συρρίκνωσαν τα εθνικά γαστρονομικά σύνορα στο εσωτερικό της, όταν αυτά τα σύνορα είναι υπερεθνικά και μεταεθνικάΌταν όμως οι διευθύνουσες ομάδες μιας χώρας αγνοούν την ιστορία της, τότε πολύ περισσότερο αγνοούν την παραγωγική και την γαστρονομική της ιστορία. Τότε δεν έχεις να περιμένεις ούτε καν λίγα από αυτού του τύπου τις ομάδες».15

 

Η πολιτική πρόταση

 

Είναι γεγονός ότι στην Ελλάδα λείπει η πολιτική πρόταση, οι ιδέες, το σχέδιο. Ακόμη όμως και όταν όλα αυτά υπάρχουν λείπουν οι νέες, πρωτοποριακές εκφράσεις, λέξεις, έννοιες, λείπει το αλφάβητο. Οι έννοιες της αγροφιλίας, της νέας αγροτικής αναγέννησης και αναγέννησης, από μόνες τους αποτελούν συμβολή στη διανόηση και τη σκέψη γύρω από την ύπαιθρο, την αγροτική κοινωνιολογία και οικονομία, που στην Ελλάδα είναι πολύ πίσω.   «… Στα κείμενα αναπτύσσονται βασικές κινητήριες ιδέες, που μπορούν να τροφοδοτήσουν τη διαμόρφωση ενός εναλλακτικού αγροτικού οικοδομήματος τη σημερινή μεταβατική για τον αγροτικό χώρο περίοδο. Μια συζήτηση για τον αγροτικό χώρο. Στο νέο ιστορικό κύκλο θα θέλαμε οι αναγνώστες αυτού του βιβλίου να αποτελέσουν τους ειλικρινείς συνομιλητές, συνδημιουργούς και συμπρωταγωνιστές ενός διαφορετικού αγροτικού τοπίου και οικοδομήματος. Η ελληνική ύπαιθρος έχει ιστορική ανάγκη μιας δημιουργικής επανάστασης στις μορφές και την ουσία, στα περιεχόμενα. Η χώρα έχει ανάγκη να ανακτήσει τη σχέση της με το ωραίο και την ησιόδεια αντίληψη του καλλιεργητή, της καλλιέργειας, του πολιτισμού.16

 

 

Ο Φάνης Μαλκίδης είναι διδάκτωρ κοινωνιολογίας και διδάσκει στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, fmalkidis@yahoo.com

 

Σημειώσεις:

1Αλέξανδρος Ν. Λέτσας, Μυθολογία της Γεωργίας, Θεσσαλονίκη, 1957.  

2Ψυρούκης Ν., Το  νεοελληνικό παροικιακό φαινόμενο, Αθήνα 1983 σελ.42.

3Λαϊου-Θωμαδάκη Α., Η αγροτική κοινωνία στην ύστερη βυζαντινή εποχή. Αθήνα 1987 σελ 23-24.

4Μαλκίδης, Φ., Όψεις του αγροτικού κινήματος στη Θεσσαλία". ΘΕΣΣΑΛΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, τ.41 (2002), σελ.109-118. Λάρισα

5Κόνιαρης Π., Ιδιαιτερότητες στην εξέλιξη της ελληνικής γεωργίας. Λάρισα 1993, σελ.18.

6Χαραλαμπίδης Μ., Αγροφιλία. Αγροτική αναγέννηση, Νέα αγροτικότητα Εκδ. Γόρδιος, Αθήνα 2002, σ.66.

7Χαραλαμπίδης Μ., ο.π σ.67.

8Χαραλαμπίδης Μ.. σ. 67.

9Κατά τη διάρκεια πρόσφατης μελέτης, που έγινε στο Πανεπιστήμιο του New Hampshire, για τα KFC, ανακαλύφθηκαν μερικά πολύ ανησυχητικά γεγονότα. Κατ’ αρχάς, διαπιστώθηκε ότι πρόσφατα η εταιρεία άλλαξε επωνυμία. Το «Kentucky Fried Chicken» έγινε «KFC». Ο λόγος που τα λένε KFC είναι επειδή δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν πια τη λέξη κοτόπουλο, αφού τα KFC δεν χρησιμοποιούν αληθινά κοτόπουλα! Στην πραγματικότητα χρησιμοποιούν γενετικά μεταλλαγμένους οργανισμούς. Αυτά τα υποτιθέμενα «κοτόπουλα» διατηρούνται στη ζωή μέσω σωλήνων που βάζουν στο σώμα τους για να αντλούν αίμα και θρεπτικά συστατικά μέσα στη δομή τους. Δεν έχουν ούτε ράμφος, ούτε φτερά, ούτε πόδια. Η σκελετική τους δομή συρρικνώνεται δραματικά, ώστε να παράγουν περισσότερο κρέας και να μειώνεται το κόστος παραγωγής. Δεν υπάρχει πια «ξεπουπούλιασμα» ή αφαίρεση του ράμφους και των ποδιών. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ τους είπε να αλλάξουν τους καταλόγους, ώστε να μην γράφει «κοτόπουλο» πουθενά, ενώ στα διαφημιστικά μηνύματα, δεν υπάρχει η λέξη «κοτόπουλο».

10Μιχ. Χαραλαμπίδης, «Θα χτίσουμε μια πόλη», στο ΡΩΜΑΝΙΑ η αρχιτεκτονική μιας νέας πόλης, εκδ. Γόρδιος 1999.

11Ασπασία Μίχα-Λαμπάκη, Η διατροφή των αρχαίων Ελλήνων κατά τους αρχαίους κωμωδιογράφους, διδακτορική διατριβή, Αθήνα 1984

12Eugenia Aloj Totaro, Economia Agroalimentare, Franco Angeli Editore, Milano 1999.

13Vito Teti, ΙΙ pane e la befa e la festa, Guaraldi edit., Firenze, 1976.

14Χαραλαμπίδης Μ., Αγροφιλία. Αγροτική αναγέννηση, Νέα αγροτικότητα Εκδ. Γόρδιος, Αθήνα 2002. σ. 69-70.

15Χαραλαμπίδης Μ., ο. π σ. 69.

16Χαραλαμπίδης Μ., ο.π σ.14-15.