![]()
|
||
|
|
||
|
|
||
Ο
ύπνος των δικαίων
Του
Θανάση Πολυμένη
Στο
μικρόκοσμο της καθημερινότητάς μας
είναι σπάνιες οι φορές που δίνουμε μια
κλωτσιά για να σπάσουμε τα τείχη που μας
εγκλωβίζουν. Παγιδευμένοι στα παιδικά
μας όνειρα, συμβιβαζόμαστε καθώς ο
χρόνος μας παρασέρνει στο δικό του
λαβύρινθο. Το σώμα μας δεν είναι παρά μια
χημική διαδικασία από την αρχή μέχρι το
τέλος. Η ψυχή; Το αιώνιο ερώτημα.
Ευτυχισμένοι (προφανώς) όσοι έχουν
απαντήσει και δέχθηκαν την απάντηση
αυτή!
Στα όνειρά του ο 42χρονος
Ρουμάνος Κονσταντίν Ουγκουρεάνου
σίγουρα θα έβλεπε να γκρεμίζεται από
ψηλά, καθώς τρεις μήνες τώρα στην Ελλάδα
προσπάθησε για μια καλύτερη ζωή. Κάτι,
όμως, που δεν κατάφερε να
πραγματοποιήσει. Άγνωστο σε μας τί άφησε
στην πατρίδα του, άγνωστο σε μας το
πατρικό του σπίτι, οι γονείς, οι φίλοι.
Άγνωστοι σε μας οι έρωτές του και τα
όνειρά του.
Στην Ελλάδα βρέθηκε για μια «καλύτερη
ζωή». Για μια δουλειά, για λίγα χρήματα,
για ένα καρβέλι ψωμί, μερικές ελιές. Απλά
πράγματα. Φίλοι του, επίσης Ρουμάνοι
μετανάστες στην Ελλάδα, έλεγαν ότι ήθελε
να γυρίσει στην πατρίδα, στους δικούς
του. Εδώ κατάντησε αλκοολικός και
κοιμόταν τα βράδια στα παγκάκια, στα
χωράφια και στα αστυνομικά τμήματα, όπου
οδηγούνταν μεθυσμένος. Οι κακουχίες και
το αλκοόλ τον έστειλαν να βρει καταφύγιο
σε κάδο απορριμμάτων στο Άργος, όπου
μέσα αποκοιμήθηκε. Το επόμενο πρωινό ο
ήλιος έλαμπε σίγουρος για το φως του, ο
κόσμος πήγαινε στις δουλειές του, και οι
υπάλληλοι του δήμου άδειαζαν τον κάδο
στο απορριτοφόρο. Κανένας δεν πρόσεξε
τίποτα. Κανένας δεν άκουσε φωνές.
Κανένας δεν αφουγκράστηκε τους εφιάλτες
τους. Κανένας δεν είδε τίποτα το
παράξενο. Όλα δούλευαν «ρολόι». Οι
άνθρωπποι έχουν πάψει προ πολλού να
αισθάνονται τον κίνδυνο δίπλα τους, αν
οι ίδιοι δεν κινδυνεύουν. Οι άνθρωποι
έχουν πάψει να διαισθάνονται.
Στο μικροσύμπαν του καθενός
μας οι ώρες κυλούσαν μετρώντας τις
αγωνίες για το νοίκι, για τα παιδιά στο
σχολείο, για τα προβλήματα στη δουλειά.
Το πρωί της Δευτέρας 8 Δεκεμβρίου
τσιγγάνοι στη χωματερή έψαχναν να βρουν
κάτι χρήσιμο. Χρήσιμο για μια «καλύτερη
ζωή». Ψάχνοντας, βρήκαν το πτώμα του
άτυχου Ρουμάνου, διαμελισμένο από το
απορριματοφόρο.
Ο Φερνάντο Πεσσόα, ο μεγάλος
Πορτογάλος ποιητής και στοχαστής,
γράφει στο «Βιβλίο της ανησυχίας»:
«Είμαστε
από θάνατο. Αυτό που νομίζουμε ζωή είναι
ο ύπνος της πραγματικής ζωής, ο θάνατος
αυτού που στ’ αλήθεια είμαστε. Οι νεκροί
γεννιούνται, δεν πεθαίνουν. Οι δύο
κόσμοι έχουν αλλάξει μεταξύ τους θέση.
Όταν νομίζουμε πως ζούμε, είμαστε νεκροί
κι αρχίζουμε να ζούμε στο χείλος του
θανάτου».
Ο
Κονσταντίν Ουγκουρεάνου ταξίδεψε
μέσα στο όνειρό του για εκεί που δεν
υπάρχει πόνος και θλίψη – έτσι
ελπίζουμε τουλάχιστον – χωρίς κανένας
να είναι δίπλα του παρά μόνο σκουπίδια
ενός απάνθρωπου πολιτισμού. Σκουπίδια
πόλεων που πορεύονται στις ατραπούς της
αδιαφορίας, μιας κοινωνίας που κοιμάται
τον ύπνο του δικαίου.
Έζησε απόκληρος, πέθανε σαν
σκουπίδι, ήταν οι τίτλοι στις εφημερίδες.
Έζησε συλλαβή προς συλλαβή την απατηλή
γοητεία μιας «πολιτισμένης» κοινωνίας,
που υποτίθεται ότι θα μπορούσε να του
προσφέρει κάτι: το δικαίωμα της
επιβίωσης. Όμως, ούτε αυτό μπόρεσε να του
προσφέρει!
Αλλά ποιοι αποτελούν αυτή την
υπέροχη κοινωνία των δικαίων; Όλοι εμείς!
Κανένας άλλος… Το
παραπάνω άρθρο του Θανάση Πολυμένη
δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «ΗΩΣ»
του Μουσικοχορευτικού Συλλόγου
Προσοτσάνης, από όπου και το
αναδημοσειύουμε.
|
|
|