![]()
|
||
|
|
||
|
|
||
Ο
κυρίαρχος λαός
Του
Θωμά Στεφ. Σάρα
Για
τους πολιτικούς παρατηρητές οι
πρόσφατες διαμορφώσεις των ελληνικών
πολιτικών πραγμάτων κάθε άλλο παρά
δημιούργησαν κάποιο αίσθημα έκπληξης.
Ήδη, εδώ και τέσσερα χρόνια, όταν ο
Κώστας Σημίτης ζητούσε την ανανέωση της
εντολής του ελληνικού λαού προς το κόμμα
και το πρόσωπό του, έγραφα ότι η
Ουάσιγκτον πάση θυσία ανέμενε την
επανεκλογή του ΠΑΣΟΚ με την ελπίδα ότι
στην τετραετία, που θα ακολουθούσε, θα
είχαν «επιλυθεί απόλυτα οι διαφορές, που
χώριζαν την Άγκυρα με την Αθήνα».
Έτσι, λοιπόν, σήμερα, στο τέλος της
τετραετίας, η Ουάσιγκτον έρχεται να
αποτιμήσει εκείνα που επιτεύχθηκαν και
να προγραμματίσει τον δεύτερο κύκλο των
στόχων της σε ό,τι αφορά την Ελλάδα και
την Τουρκία, δύο από τους πιο έμπιστους
δορυφόρους της στη νοτιοανατολική γωνιά
της Ευρώπης.
Το βέβαιο είναι ότι το τελευταίο
διάστημα του 2003 η Ουάσιγκτον «κουρασμένη»
από τη χρονοβόρα τακτική του Σημίτη και
την απροθυμία του να αποδεχθεί τους
ταπεινωτικούς όρους, που ζητούσε η
Άγκυρα, για τη ρύθμιση των «διαφορών της»
στο Αιγαίο και την Κύπρο, αποφάσισε να
παίξει το «δυνατό χαρτί της» και να
στραφεί πλέον στον «δικό της» άνθρωπο,
τον οποίο προσπαθούσε να κρατήσει όσο το
δυνατό περισσότερο έξω από το επίκεντρο
των πολιτικών διαμορφώσεων.
Η πρόσφατη άρνηση του Κώστα Σημίτη
να αποδεχθεί τις υποδείξεις ή «συμβουλές»
του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ για
υποχωρήσεις στις αξιώσεις της Άγκυρας
και του Ντενκτάς, υπήρξε σημείο
καταλυτικό για το πολιτικό του μέλλον.
Ύστερα, μάλιστα, από την κατηγορηματική
δήλωση της Άγκυρας, ότι «οι υποχωρήσεις
της» έφθασαν στο τελικό πλέον στάδιο,
και δεν προτίθεται να συνεχίσει την «ανοχή
της ελληνικής αδιαλλαξίας», ήταν
επόμενο ότι η θέση του Κώστα Σημίτη είχε
καταστεί προβληματική, ο δε αρχηγός του
ΠΑΣΟΚ αποτελούσε αρνητικό στοιχείο για
το κόμμα και το μέλλον του.
Οι πολιτικές διαμορφώσεις, ωστόσο,
στις μεταξύ των δύο χωρών – Ελλάδας και
Τουρκίας – σχέσεις είχαν δημιουργήσει
μια νέα πραγματικότητα, η οποία δεν
επέτρεπε λάθη στο σημείο αυτό.
Μιλώντας την περασμένη εβδομάδα στη
Νέα Υόρκη, ο πρωθυπουργός της Τουρκίας,
Ταγίπ Ερντογάν, τόνισε στο ακροατήριό
του, ότι οι διαπραγματεύσεις της χώρας
του με την Ελλάδα «προχωρούν κανονικά»
και ότι «έχει επιτευχθεί σοβαρή πρόοδος
σε αυτές σε ό,τι αφορά τις απαιτήσεις της
Τουρκίας στο Αιγαίο». Ο Τούρκος
πρωθυπουργός ζήτησε τώρα την ίδια
κατανόηση και για το Κυπριακό.
Το ερώτημα, ωστόσο, που
δημιουργείται από τα λεγόμενα του
ομιλητή, είναι τί εννοεί με τη λέξη «κατανόηση».
Η απάντηση, όμως, και πάλι είναι απλή:
ο ομιλητής ζητάει τόσο από την Αθήνα όσο
και από τη Λευκωσία την «αναγνώριση των
πραγματικοτήτων» στο νησί. Με άλλα λόγια,
τη νομιμοποίηση της εισβολής και
κατοχής και την αποδοχή των απαιτήσεων
του εισβολέα για τη μη αναγνώριση των
δικαωμάτων των Ελληνοκυπρίων προσφύγων
της εισβολής στις περιουσίες τους.
Είναι βέβαιο, ότι η μόνη πολιτική
δύναμη στην Αθήνα την ώρα αυτή, η οποία
πιστεύει και επιθυμεί αυτή την
αναγνώριση, είναι ο Γιώργος Παπανδρέου,
με έναν αριθμό αμερικανογεννημένων
συμβούλων του, οι οποίοι έχουν σαν
κεντρικό στόχο των πολιτικών τους
σχεδιασμών την ολοκληρωτική αποδοχή των
προβλέψεων του σχεδίου «Φαιδώρα».
Εδώ δε υπάρχει και η ερμηνεία των
πολιτικών ανακατατάξεων, που γίνονται
στο κυβερνών κόμμα της Αθήνας, και η
προσπάθεια της Ουάσιγκτον να
επισφραγισθούν οι συμφωνίες, που έχουν
επιτευχθεί με τη μέθοδο της «μυστικής
διπλωματίας», που εφαρμόζουν η
κυβέρνηση Σημίτη και Ερντογάν για την
επίλυση των διαφορών τους γύρω από την
τουρκόφωνη μειονότητα της Θράκης, τα
νησιά του ανατολικού Αιγαίου, τις
υδάτινες λεωφόρους του Αιγαίου, τους
αεροδιαδρόμους πάνω από το Αιγαίο, και
το Κυπριακό.
Σύμφωνα με πληροφορίες, οι
διαπραγματεύσεις αυτές έχουν
πραγματικά προχωρήσει και για πρώτη
φορά από τον τελευταίο αιώνα η Άγκυρα
εμφανίζεται με συγκρατημένη αισιοδοξία
σε ό,τι αφορά τις προθέσεις της
κυβέρνησης των Αθηνών.
Το μόνο, που απομένει την ώρα αυτή,
είναι η εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ κάτω από
την ηγεσία και πρωθυπουργία του Γιώργου
Παπανδρέου (του βελούδινου επαναστάτη
της ελληνικής πολιτικής, όπως τον θέλουν
οι σύμβουλοί του) και η εφαρμογή αυτών
των συμφωνιών.
Είναι δε βέβαιο, ότι σε αυτές τις
προσπάθειες η Ουάσιγκτον προσπαθεί να
είναι όσο το δυνατό πιο προσεκτική,
προκειμένου να αποφύγει την επανάληψη
του παθήματός της στην Άγκυρα με τον
άλλο επίλεκτο πράκτορά της, τον πρώην
υπουργό Εξωτερικών και φίλο του Γιώργου
Παπανδρέου, Ισμαϊλ Τζεμ.
Ενδεικτικό αυτών των διαμορφώσεων
είναι το γεγονός της πρόσφατης
περιοδείας του υποψήφιου πρωθυπουργού
του ΠΑΣΟΚ στη Θράκη. Μιλώντας σε
συγκέντρωση τουρκόφωνων πολιτών της
περιοχής, ο υπ. Εξ. της Ελλάδας
υποσχέθηκε να κάνει ό,τι είναι δυνατό
για να ρυθμίσει τα προβλήματα της
κοινότητας. Υποσχέθηκε δε τη δημιουργία
εκλεκτικών τμημάτων διδασκαλίας της
τουρκικής σε κάθε εκπαιδευτήριο της
περιοχής.
Σύμφωνα με αρθρογραφία της
ημερήσιας τουρκικής εφημερίδας “Sabah”,
ο ομιλητής τόνισε στο ακροατήριό του: «Αποτελείτε
μέρος του ελληνικού πολιτισμού.
Αποτελεί υποχρέωσή μας να σταματήσουμε
την αδικία. Τα τραγικά σφάλματα, που
έγιναν στην Κύπρο ενάντια στους
Τουρκοκύπριους, δεν πρόκειται να
επαναληφθούν εδώ στη δυτική Θράκη».
Στην ίδια ομιλία του ο Γιώργος
Παπανδρέου πρότεινε ότι αμέσως μετά τις
εκλογές της 7ης Μαρτίου η Άγκυρα και η
Αθήνα θα πρέπει να υπογράψουν κοινή
συμφωνία «περιορισμών των στρατιωτικών
δαπανών».
Παρ’ όλ’ αυτά η Άγκυρα, από τη δική
της πλευρά, δεν φάνηκε να ενθουσιάζεται
και πολύ με την πρόταση του Γιώργου
Παπανδρέου, ούτε και την ανάληψη
υποχρεώσεων διδασκαλίας της τουρκικής
στη δημόσια δημοτική και γυμνασιακή
εκπαίδευση. Αντίθετα, μάλιστα, παρά τις
πιέσεις και απαιτήσεις της Ουάσιγκτον,
της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της διεθνούς
κοινότητας να επιτρέψει τη λειτουργία
της θεολογικής σχολής της Χάλκης, η
κυβέρνηση της Τουρκίας συνεχίζει να
επιμένει πεισματικά στην άρνησή της. Οι
νέες διαμορφώσεις
Σύμφωνα με κύκλους της Ουάσιγκτον,
οι πολιτικές εξελίξεις στο τρίγωνο
Αθήνας-Άγκυρας-Λευκωσίας έρχονται να
ολοκληρώσουν σχέδια πολιτικών
μεταρρυθμίσεων, οι οποίες άρχισαν να
εφαρμόζονται τα τελευταία 25 χρόνια,
αμέσως μετά την αποκατάσταση της
δημοκρατίας.
Ήταν μια περίοδος πραγματικών
πολιτικών αλλαγών και «προσέγγισης»
στις σχέσεις των δύο διοικήσεων.
Ο Ισμαϊλ Τζεμ και ο Γιώργος
Παπανδρέου υπήρξαν οι τοποτηρητές της
εφαρμογής αυτής της πολιτικής
φιλοσοφίας, σύμφωνα με την οποία «καλύτερα
να τους δώσουμε μερικά σρέμματα γης και
να είμαστε ήσυχοι και ασφαλείς, παρά να
διατηρούμε εδάφη που διεκδικούν, και να
αντιμετωπίζουμε καθημερινά τον φόβο και
την πιθανότητα να μας επιτεθούν»!!!
Κάτω από αυτή την ανάλυση, στις 7
Μαρτίου οι Έλληνες ψηφοφόροι δεν
πρόκειται απλώς να εκλέξουν ένα νέο
κοινοβούλιο και να ανανεώσουν την
εντολή τους στην κυβέρνηση του Γιώργου
Παπανδρέου, μα ακόμα περισσότερο να
αποδεχθούν με την ψήφο τους το όλο φάσμα
της πολιτικής εκείνου. Η δε ψήφος τους θα
θεωρηθεί σαν ένα είδος δημοψηφίσματος
για την αποδοχή των συμφωνιών, που έχουν
επιτευχθεί στις ομίχλες ης μυστικότητας
της «κρυφής διπλωματίας», την οποία
εφάρμοσε με επιτυχία το δίδυμο Σημίτη-Γιώργου,
και για την οποία όμως συμφώνησε απόλυτα
και ο αρχηγός της αξιωματικής
αντιπολίτευσης, Κωνσταντίνος
Καραμανλής.
Μιλώντας πρόσφατα στην εφημερίδα
των Αθηνών «Έθνος της Κυριακής», ο μόνος
υποψήφιος για την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ,
Γιώργος Παπανδρέου, δήλωσε ότι «το 2004 θα
είναι η χρονιά που θα συνεχίσουμε
σταθερά την προσπάθεια για την επίλυση
του Κυπριακού και της ελληνοτουρκικής
διαφοράς, για την οριοθέτηση της
υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο, στη βάση των
αρχών, του διεθνούς δικαίου και των
διεθνών συνθηκών».
Σύμφωνα με τον ομιλητή, «η Ελλάδα
είναι χώρα ειρήνης και σταθερότητας, και
η κυβέρνησή μας θα συνεχίσει να
υπερασπίζεται με ευθύνη και συνέπεια
αυτόν τον στρατηγικό στόχο». Και
συμπληρώνει: «Έχουμε δημιουργήσει ένα
σοβαρό έργο με τον πρωθυπουργό, Κώστα
Σημίτη, ο οποίος άλλαξε την εικόνα της
Ελλάδας, έδωσε αυτοπεποίθηση, ασφάλεια
και προοπτική στο λαό. Έχουμε ταυτόχρονα
σχέδιο και όραμα για το μέλλον της νέας
γενιάς, για την Ελλάδα του 21ου αιώνα».
Μιλώντας πρόσφατα, ωστόσο, στους
τοπικούς φορείς της Κοζάνης, ο Γιώργος
Παπανδρέου δήλωσε ότι «κάναμε λάθη», και
ζήτησε από τους παρισταμένους να
συμμετάσχουν στη διαδικασία για την
ανάδειξη του νέου προέδρου του ΠΑΣΟΚ,
για να υπογράψουν «ένα νέο συμβόλαιο
τιμής, που θα αλλάξει το πολιτικό
σκηνικό και τη λειτουργία των κομμάτων,
για να μπορεί να ακούγεται και ο πολίτης».
Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία, ότι
ο νέος πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και πιθανώς
και ο νέος πρωθυπουργός, ύστερα από τις
εκλογές της 7ης Μαρτίου 2004, θα υπονοούσε
και λίγο τα Ίμια, τα οποία τα τελευταία
χρόνια έχουν χαθεί από τους ελληνικούς
χάρτες.
Θα υπονοούσε ακόμη τους νέους
αεροδιαδρόμους πάνω από το Αιγαίο, οι
οποίοι έγιναν αποδεκτοί εδώ και
μερικούς μήνες, και οι οποίοι είναι το
φρούτο των συζητήσεων της μυστικής
διπλωματίας του Γιώργου Παπανδρέου. Οι
αεροδιάδρομοι αυτοί, ως γνωστόν,
ικανοποιούν απόλυτα και πλήρως την
Άγκυρα.
Ίσως και να υπονούσε τις συμφωνίες
δικαιώματος λιμανισμού σε σκάφη του
πολεμικού ναυτικού της Τουρκίας στα
λιμάνια των ελληνικών νησιών του
ανατολικού Αιγαίου, την αποδοχή των
αιτημάτων της για ελεύθερη ναυσιπλοϊα
στις υγρές λεωφόρους, που χωρίζουν το
Αιγαίο στα δύο.
Τέλος, δικαιώματα εκμετάλλευσης των
πόρων από τα υπόγεια κοιτάσματα
πετρελαίων στην περιοχή.
Εκείνο πάντως, το οποίο θεωρεί η
Ουάσιγκτον ως το πιο σπουδαίο και το
οποίο δεν επιδέχεται καθυστέρηση, είναι
το Κυπριακό. Είναι δε βέβαιο, ότι ο
Γιώργος Παπανδρέου είναι αποφασισμένος
να πιέσει τη Λευκωσία να αποδεχθεί σε
τελευταία ανάλυση την συγκαλυμμένη
αναγνώριση ύπαρξης δύο κρατών στο νησί.
Ακόμα, θα δώσει στην τουρκοκυπριακή
πλευρά το δικαίωμα διαμοιρασμού της
εξουσίας άσκησης της προεδρίας καθώς
και το δικαίωμα στην Τουρκία να διατηρεί
στρατεύματα κατοχής πάνω στο νησί. Και
όλα αυτά για να διευκολυνθούν τα σχέδια
του Στέιτ Ντιπάρτμεντ εισόδου της
Άγκυρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Είναι πραγματικά ένα σχέδιο
μελετημένο, το οποίο εφαρμόσθηκε
προσεκτικά τις τελευταίες δύο δεκαετίες.
Τώρα επιτέλους έρχεται να ολοκληρωθεί
χάρη στο «διπλωματικό δαιμόνιο του
Γιώργου Παπανδρέου και των Ελλήνων
ψηφοφόρων, οι οποίοι φαίνεται ότι τον
εμπιστεύονται και τον θέλουν ηγέτη της
χώρας». Και αυτό ακριβώς είναι το τίμημα
των δημοκρατιών της εποχής μας: η
παραπληροφόρηση των εκλογέων και η
υποκλοπή των εκλογών.
|
|
|